Συντακτικό Λατινικών – Αυτοπάθεια

Το συντακτικό φαινόμενο της αυτοπάθειας στα λατινικά σημαίνει ότι το υποκείμενο ή γενικά ο όρος της πρότασης στον οποίο αναφέρεται η αυτοπάθεια ενεργεί και παθαίνει ταυτόχρονα. Με λίγα λόγια, το υποκείμενο ενεργεί και  η  ενέργεια  επιστρέφει  σ’  αυτό  (π.χ. στα  νέα  ελληνικά  λέμε: «χτενίζομαι»…). Πρόκειται ουσιαστικά για μια ιδιότητα λέξεων, κυρίως αντωνυμιών ή ρημάτων, να δηλώνουν ότι η ενέργεια επιστρέφει στο πρόσωπο που δρα.

Στα λατινικά δεν υπάρχει αυτοπαθής αντωνυμία, όπως στα αρχαία ελληνικά, ώστε να δηλωθεί το φαινόμενο της αυτοπάθειας. Γι’ αυτό το λόγο η κτητική αντωνυμία του γ’  προσώπου (suus, sua, suum)[1] για έναν  ή για πολλούς κτήτορες,  που προσδιορίζει τον όρο στον οποίο αναφέρεται ομοιόπτωτα, λειτουργώντας ως ονοματικός ομοιόπτωτος επιθετικός προσδιορισμός  και η προσωπική αντωνυμία του γ’  προσώπου (sui, sibi, se, a se) χρησιμοποιούνται μόνο για (άμεση ή έμμεση) αυτοπάθεια , λειτουργούν, δηλαδή, ως αυτοπαθείς αντωνυμίες. Επίσης,  καθώς αυτοπαθείς αντωνυμίες για το α΄ και β΄ πρόσωπο δεν υπάρχουν, οι προσωπικές και οι κτητικές αντωνυμίες του α’ και β’ προσώπου χρησιμοποιούνται  και  για να δηλωθεί  αυτοπάθεια (άμεση/ευθεία). Η αυτοπάθεια στα πρόσωπα αυτά εκφράζεται με ρήμα ενεργητικής φωνής και την προσωπική αντωνυμία του αντίστοιχου προσώπου σε πλάγια πτώση.  [2]  Π.χ.  laudo me επαινώ τον εαυτό μου – laudatis vos επαινείτε τον εαυτό σας)

Έχουμε δύο περιπτώσεις αυτοπάθειας:

  1. Άμεση (Ευθεία) Αυτοπάθεια ή Αντανάκλαση: σ’ αυτή την περίπτωση η προσωπική ή κτητική αντωνυμία, se ή suus, αναφέρεται στο υποκείμενο του ρήματος της πρότασης στην οποία βρίσκεται (είτε βρίσκεται σε κύρια ή δευτερεύουσα, είτε σε απαρεμφατική, μετοχική πρόταση είτε σε φράσεις του γερουνδίου ή του σουπίνου) , δηλαδή στο υποκείμενο του ρηματικού τύπου εξάρτησής της.  Π.χ. Cassiope, superba forma sua, cum Nymphis se  Το  se ως αντικείμενο  του ρήματος comparat και δηλώνει άμεση ή ευθεία αυτοπάθεια ή αντανάκλαση. 

Belua movet se. Εδώ η αντωνυμία se λειτουργεί ως αντικείμενο του ρήματος movet, του οποίου υποκείμενο είναι το belua. Καθώς, λοιπόν, η αντωνυμία se αναφέρεται στο belua, έχουμε ευθεία ή άμεση αυτοπάθεια.

Respondit ille  se esse Orcum . Εδώ το se έχει θέση υποκειμένου του απαρεμφάτου esse (σε αιτιατική λόγω ταυτοπροσωπίας, λατινισμός ειδικού απαρεμφάτου) και δηλώνει άμεση ή ευθεία αυτοπάθεια ή αντανάκλαση.

 Σπανίως δε,  η άμεση ή ευθεία αυτοπάθεια εκφράζεται και μονολεκτικά,  με τη χρήση  ρήματος  παθητικής φωνής, αλλά μέσης διάθεσης. Π.χ.  Germani in fluminibus lavantur. ( lavantur = lavant se)

Ορισμένες φορές μάλιστα η αντωνυμία ενδέχεται  να αναφέρεται στο αντικείμενο ή σε κάποιον άλλο προσδιορισμό της πρότασης. Π.χ. Tum venit corvo in mentem verborum domini  sui.

 Σε αντίθεση με την αντωνυμία suus, -a, -um που δηλώνει κτήση με αυτοπάθεια,  η  is, ea, id εκφράζει απλώς κτήση χωρίς αυτοπάθεια, πάντα σε γενική  (ενικού ή πληθυντικού, ανάλογα με τους κτήτορες) που λειτουργεί ως ονοματικός ετερόπτωτος προσδιορισμός  (γενική κτητική).  Π.χ. (Silius) gloriae Vergili studebat ingeniumque eius fovebat.

Προκειμένου να ενισχυθεί η έννοια του υποκειμένου ή του αντικειμένου,  οι τύποι των προσωπικών αντωνυμιών (στην περίπτωση που  λειτουργούν αυτοπαθώς)  μπορούν να ενισχύονται από τους αντίστοιχους τύπους της αντωνυμίας ipse, ipsa, ipsum.

  1. Έμμεση ή Πλάγια Αυτοπάθεια ή Αντανάκλαση: σ’ αυτή την περίπτωση η αντωνυμία βρίσκεται:

α)  σε δευτερεύουσα πρόταση (τελική, αναφορική, συμπερασματική, βουλητική ή πλάγια ερωτηματική) και δεν αναφέρεται στο υποκείμενο της δευτερεύουσας πρότασης,  αλλά στο υποκείμενο του ρήματος εξάρτησης της δευτερεύουσας πρότασης [π.χ. Puella … rogavit materteram, ut sibi paulisper loco cederet. = Η κοπέλα ζήτησε από τη θεία της να της παραχωρήσει για λίγο τη θέση της (εδώ η αντωνυμία «sibi» αναφέρεται στο υποκείμενο «puella» του ρήματος «rogavit» της πρότασης εξάρτησης και όχι στο υποκείμενο «matertera» του ρήματος «cederet» από το οποίο εξαρτάται],  

β) απαρεμφατική φράση  και δεν αναφέρεται στο υποκείμενο του απαρεμφάτου,  αλλά στο υποκείμενο του ρήματος εξάρτησης του απαρεμφάτου [ π.χ. (Cassius) existimavit ad se venire hominem … Ο Κάσσιος νόμισε ότι ερχόταν προς το μέρος του ένας άνθρωπος… (εδώ η εμπρόθετη αντωνυμία «ad se», η οποία βρίσκεται στην απαρεμφατική φράση «ad se venire hominem», αναφέρεται στο υποκείμενο «Cassius» του ρήματος «existimavit» της πρότασης εξάρτησης και όχι στο υποκείμενο του απαρεμφάτου «hominem», άρα έχουμε έμμεση ή πλάγια αυτοπάθεια]

γ)  μετοχική φράση και δεν αναφέρεται στο υποκείμενο της μετοχής,  αλλά στο υποκείμενο του ρήματος εξάρτησης της μετοχής.

Αυτό συμβαίνει γιατί στην απαρεμφατική  ή μετοχική φράση και  στη δευτερεύουσα πρόταση εκφράζεται η σκέψη ή η πρόθεση/επιθυμία του υποκειμένου της πρότασης εξάρτησης.

…………………………………………………………….

[1] Η κτητική αντωνυμία γ’ προσώπου παραλείπεται, όταν η συγγενική σχέση είναι εμφανής.

[2] Οι κτητικές αντωνυμίες και σ’ αυτή την περίπτωση παραλείπονται, επειδή εννοούνται εύκολα, όμως τίθενται όταν υπάρχει κίνδυνος ασάφειας ή έμφαση ή αντιδιαστολή.

Άρης Ιωαννίδης*
Φιλόλογος

© schooltime.gr