«Μια πεταλούδα στο διάλογο για τα αρχαία στο Γυμνάσιο»

Γράφει ο Δήμος Χλωπτσιούδης

Έντονος ο διάλογος τις προηγούμενες μέρες για τα αρχαία ελληνικά στο σχολείο με αφορμή το διάλογο για το πρόσφατο εκπαιδευτικό πολυνομοσχέδιο. Επιτρέψτε μου να καταθέσω μερικές σκέψεις και προτάσεις επί του θέματος, ξεπερνώντας με υποσημείωση το πολιτικό σκέλος.

Πολλάκις στο παρελθόν έχω καταφερθεί κατά της εμμονής του ελληνικού σχολείου σε αυτό που ονομάζω μονοδιάσταστα αρχαιολάγνα και θετικοκεντρική εκπαίδευση. Διαφωνώ με ένα σχολείο του οποίου το ωρολόγιο πρόγραμμα καλύπτεται συντριπτικά από αντικείμενα απίστευτης -μα στείρας- εμβάθυνσης στα αρχαία, τα νέα, τα μαθηματικά και τη φυσική.

Διδάσκονται αντικείμενα με τέτοιο στείρο τρόπο ώστε ούτε την αστείρευτη φιλοσοφία των μαθηματικών ή την υλιστική φιλοσοφία της φυσικής αντιλαμβάνονται οι μαθητές αλλά μόνο εξισώσεις και μαθηματικά σχήματα ή νόμους, όπως ακριβώς χάνεται η μαγεία των ανθρωπιστικών μηνυμάτων των αρχαίων και λογοτεχνικών κειμένων υπό το βάρος της παπαγαλίας της γραμματικής και του συντακτικού ή των πολλαπλών αναλύσεων του λεκτικού (αντί της ουσίας).

Τα αρχαία ελληνικά στο Γυμνάσιο μπήκαν κάπου στο μεταίχμιο της δεκαετίας του 1990 κι έκτοτε έμειναν. Θεωρήθηκε ότι μέσα από τη μελέτη της αρχαίας γλώσσας οι μαθητές θα εμπλουτίσουν την ομιλούσα ζωντανή νεοελληνική γλώσσα. Ωστόσο, αποδείχθηκε ότι αυτό δεν έγινε ποτέ. Αντίθετα, φάνηκε ότι τα αρχαία ελληνικά στο Γυμνάσιο εμποδίζουν τους μαθητές να αντιληφθούν το βάθος της Νέας Ελληνικής και να εκφραστούν σωστά σε αυτήν. Το μάθημα αυτό στην ηλικία της γυμνασιακής εφηβείας συγχύζει τα παιδιά που δεν αντιλαμβάνονται τη λεπτή διαφορά μεταξύ του νεκρού και του επιβιώσαντος στοιχείου της γλώσσας. Τη συγχέουν με τη Νέα Ελληνική ή τη βλέπουν ως ξένη γλώσσα. Σε τούτα δεν προσμετρώ τον υπερβολικό κόπο (ψυχικό και πνευματικό) ούτε την ανάγκη της οικογένειας για φροντιστηριακά ενισχυτικά μαθήματα.

Ο χρόνος και ο κόπος που αφιερώνεται στα γυμνασιακά αρχαία ελληνικά (και την αναγκαία παπαγαλία κατά αποκλειστικότητα) θα μπορούσε να αφιερωθεί σε μεταφρασμένα κείμενα του αρχαίου πολιτισμού που θα μπορούσε να αναλυθεί σε βάθος. Υπάρχει πολύ μεγάλος πλούτος τόσο στα ομηρικά έπη (που σήμερα ούτε διδάσκονται ολόκληρα τα έπη ούτε και σε βάθος λόγω πίεσης χρόνου) όσο και σε πλήθος κειμένων πολιτικών, βιογραφικών, φιλοσοφικών, ποιητικών (ας θυμηθούμε ότι τη δεκαετία του ’80 στο Γυμνάσιο διδαχθήκαμε όλη την Ιλιάδα, όλη την Οδύσσεια, μεγάλο μέρος του Ηροδότου, όλη την Ιφιγένεια, δημηγορίες, λυρική ποίηση και βίους του Πλουτάρχου -γνωστά ιστορικά πρόσωπα όπως ο Περικλής κι ο Θεμιστοκλής- και προσεγγίσαμε άλλα σημαντικά κείμενα).

Αλλά πάντα σε μετάφραση γιατί έτσι εμπλουτίζεται και το λεξιλόγιο των μαθητών επί της ζωντανής και χρησιμοποιούμενης γλώσσας και τα παιδιά έχουν το χρόνο να προσεγγίζουν τον αρχαιοελληνικό πολιτισμό σε βάθος. Σε τούτο προστίθενται φυσικά και οι αναλύσεις με τη μορφή απαντήσεων κατανόησης σε γραπτή μορφή. Και θα μπορούσαν οι αναλύσεις αυτές των νοημάτων να ενισχυθούν με μικρές ερευνητικές διαθεματικές εργασίες που να συνδέουν τα αρχαία κείμενα με την εποχή τους (Ιστορία), τη θρησκευτική αντίληψη της εποχής (θρησκειολογική προσέγγιση), τη λογοτεχνία, τις αντιλήψεις για τη φύση και τη φιλοσοφία (φυσική/χημεία) κλπ.

Σημειώνω παρενθετικά ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα της ελληνικής εκπαίδευσης όπως έχει καταγραφεί από πλήθος ερευνών διεθνών κι εγχώριων οργανισμών είναι η τελική αδυναμία των μαθητών να αντιλαμβάνονται λανθάνοντα μηνύματα σε κείμενα, να αδυνατούν να τα κρίνουν και να τα αποδώσουν περιληπτικά. Κοινώς οι μαθητές μας όταν τελειώνουν το σχολείο δεν μπορούν να διακρίνουν το σχόλιο από το ρεπορτάζ, δεν μπορούν να κρίνουν τη στόχευση ενός άρθρου ή το μήνυμα ενός λογοτέχνη.

Και η διδασκαλία μεταφρασμένων αρχαίων κειμένων στο Γυμνάσιο, έρχεται ως απάντηση σε τούτο ακριβώς το πρόβλημα από μικρή ακόμα ηλικία. Μία ηλικία όπου αποτελεί επιτακτική ανάγκη η καλλιέργεια της ομιλούσας γλώσσας και η ανάπτυξη της συγγραφικής και κατανοητικής δεξιότητας. Έτσι, τα αρχαία θα μετεξελιχθούν σε ένα ζωντανό μάθημα απέχον από την αποστήθιση που ενεργητικά πια θα στηρίζει την Νέα Ελληνική Γλώσσα, το νεοελληνικό πολιτισμό και την κριτική ικανότητα του μαθητή μέσα από αναλύσεις, συγκρίσεις, κατανόηση κειμένων ποικίλης στόχευσης και γραπτή απόδοσή τους. Ο μαθητής εμβαθύνει και κατανοεί καλύτερα τον αρχαίο πολιτισμό και τις ανθρωπιστικές αρχές και μαθαίνει να εκφράζεται καλύτερα.

Τα αρχαία ελληνικά όμως είναι αναγκαία στο Λύκειο (σε δύο τάξεις το λιγότερο). Είναι πλέον τέτοια η ηλικία των μαθητών και με την προηγούμενη προτεινόμενη εμβάθυνση στη Νέα Ελληνική (και την παραγωγή κειμένων ακόμα λογοτεχνικών από μαθητές όπως ποιήματα,(βλ. παλαιότερο άρθρο μας), που μπορούν και να αντιληφθούν τη λεπτή διαφορά των λέξεων από το πρωτότυπο και τη μετάφραση και να εμβαθύνουν στη μελέτη της αρχαίας γλώσσας και πολιτισμού.

Άλλωστε ζητούμενο είναι η μελέτη του αρχαίου πολιτισμού δια μέσω της γλώσσας του ως φορέα μετάδοσης ηθών. Εξάλλου, το σχολείο δε μεταδίδει γνώσεις με χρησιμοθηρικό χαρακτήρα, αλλά και παιδεία και ήθη. Και ας μην παραβλέπουμε ότι η μετάδοση των ηθών δε γίνεται μόνο μέσα από διδακτικά αντικείμενα, αλλά και μέσα από την εξωμαθησιακή διαδικασία (γιορτές, εθνικές επέτειοι, αξιολόγηση γνώσης, διάλογος στην τάξη).

___________________________________________

νεότερη προσθήκη

Η Νέα Ελληνική σαφώς αποτελεί μία μετεξέλιξη της αρχαίας. Ωστόσο, δεν είναι η αρχαία και ως τούτου είναι νεκρή η τελευταία. Η γλώσσα είναι ζωντανός οργανισμός που προσαρμόζεται στις ανάγκες και τις εξελίξεις της κάθε κοινωνίας.

Η διάκριση της γλώσσας υφίσταται όπως ακριβώς και ο διαχωρισμός των ιστορικών περιόδων και των καλλιτεχνικών ρευμάτων. Γιατί υφίσταται ο διαχωρισμός; Επειδή απλά κάτι παλιό εξελίχθηκε σε κάτι καινό σε σημείο που να είναι σχεδόν αγνώριστο από τους σύγχρονους. Άλλωστε, οι συνθήκες δεν είναι ίδιες, άρα και η γλώσσα δεν είναι ίδια. Οι περίοδοι εξέλιξής της διακρίνονται με αμιγώς επιστημονικά κριτήρια (πχ από την ομηρική έχουμε την κλασσική, την ελληνιστική ή κοινή, τη Βυζαντινή και τη Νέα Ελληνική με βάση βασικά γνωρίσματά τους και σημαντικές αλλοιώσεις/αλλαγές. Τέτοιες αλλαγές μπορεί να είναι η προφορά και η γραφή -βλ. μικρογράμματη γραφή και η μετατροπή του «οι» σε «ι» φωνητικά κλπ).

Το να δεχόμαστε ότι μία γλώσσα χρονικά είναι νεκρή, δε σημαίνει ότι αποδεχόμαστε τη μη ιστορική συνέχεια της. Η γλώσσα είναι νεκρή επειδή ακριβώς μεσολάβησαν χιλιάδες χρόνια αλλοιώσεων και κανείς δεν μιλά πια. Άλλωστε, ο ορισμός της ζωντανής γλώσσας είναι η χρήση της στην καθημερινότητα, ως έχει η γλώσσα δομικά (αλλιώς μιλάμε για διαλέκτους ή άλλη γλώσσα). Άλλωστε, το ότι κατάγομαι από μία Χ γυναίκα που πέθανε δε σημαίνει ότι αναιρώ την καταγωγή μου επειδή η γιαγιά μου ήταν θνητή. Και κάθε κοινωνία είναι θνητή, όπως και οι ανάγκες της. Πεθαίνει και δίνει ζωή σε κάτι νέο.

Πρέπει όμως στη σχολική διδασκαλία να υπογραμμίσουμε μία ιδιαιτερότητα. Η γλωσσική διδασκαλία δεν μπορεί να αλλάξει ριζικά. Και τούτο επειδή η νεκρή γλώσσα αδυνατεί να προσαρμοστεί στην καθημερινότητα (παραγωγή γραπτού και προφορικού λόγου που βελτιώνει την κατανόηση και εμβαθύνει σε μία γλώσσα). Έτσι κάθε γλωσσικό μάθημα νεκρής/απαρχαιωμένης/μη χρησιμοποιούμενης γλώσσας είναι καταδικασμένο στην στείρα παπαγαλία (τύποι, κλίσεις κλπ κάτι το οποίο διαβλέπουμε και σε ζωντανές γλώσσες ακόμα).

Ωστόσο, το ερώτημα που πρέπει να θέσουμε είναι τι αναζητούμε από την εκμάθηση της αρχαίας ελληνικής. Αφού βρούμε τι αποζητούμε ως γνώση/αντίληψη τότε θα μπορέσουμε να βρούμε και να κρίνουμε τον τρόπο διδασκαλίας.

Ο θεσμικός προσανατολισμός του σχολείου (αδιαφορία για καλλιέργεια πραγματικής κριτικής σκέψης κι ολόπλευρης παιδείας και κοινωνικής μόρφωσης) δεν επιτρέπει παρά μόνο το στείρο γλωσσικό μάθημα.

Για να γίνω πιο κατανοητός: κατ’ εμέ χρειαζόμαστε ανθρωπιστικά μαθήματα εμβάθυνσης στη νεοελληνική γλώσσα, που να μεταχειρίζεται τα ανθρωπιστικά μηνύματα (ελευθερία, δημοκρατία, σεβασμός, πατριωτισμός vs εθνικισμού, συνεργασίας κλπ) εμβάθυνση στη λόγια παράδοση (φιλολογικά σχήματα ανάλογα το έργο, ρητορικά σχήματα σε δημηγορίες, ανάπτυξη πολιτικής αντίληψης για τη λογική που διαπνέουν μία δημηγορία κλπ κλπ), προσέγγιση του αρχαιοελληνικού πολιτισμού (ήθη κι έθιμα και πώς αυτά επιβιώνουν και σήμερα (θρησκευτικά έθιμα, ηθικές αντιλήψεις για τον Άνθρωπο κλπ).

Αν συμφωνούμε σε αυτά, θα δούμε ότι η αρχαία ελληνική ως σχολικό ΓΛΩΣΣΙΚΟ μάθημα είναι άχρηστη, γιατί δε μας ενδιαφέρει η εκμάθηση της γλώσσας, αλλά η αντίληψη της γλώσσας ως μέσο εκσκαφής λανθανόντων μηνυμάτων και ανακάλυψης τεχνικών συγγραφής και πειθούς του αρχαίου κειμένου. Έτσι, η γλώσσα υποβιβάζεται σε εργαλείο (όπως και είναι) δίνοντας χώρο στο ανθρωπιστικό περιεχόμενο των κειμένων.

___________________________________________

υποσημείωση για τον τίτλο

Στα αρχαία ελληνικά οι πεταλούδες ονομάζονταν “ψυχαί” και συμβόλιζαν τις ψυχές θανόντων που ανέβαιναν στον κόσμο των ζωντανών (ή “νεκύδαλλο”, που μεταφράζεται σε “περίβλημα νεκρού”) από την Ψυχή μια θνητή η οποία ελευθερώθηκε από το Δία από το θάνατο και αναπαρίσταται με φτερά πεταλούδας.

υποσημείωση για το πολιτικό ζήτημα που προκλήθηκε

Ο σάλος κατασκευάστηκε με αφορμή την πρόταση της κας Ρεπούση για μείωση των ωρών διδασκαλίας τους στο Λύκειο. Ο όλος -έντονος- διάλογος προκλήθηκε εξαιτίας κάποιων ιστοκάναλων που βρήκαν την ευκαιρία και έπαιξαν με το όνομα της βουλευτού και την ενόχληση που προκάλεσε παλαιότερα, ώστε ακόμα και το αυτονόητο να προκαλέσει αντιδράσεις (εθνοπροδοσία κλπ). Οι επαγγελματίες της ενημέρωσης προκάλεσαν σάλο από το τίποτα, λειτουργώντας ακριβώς αποπροσανατολιστικά. Στο κάτω κάτω η πρόταση τέθηκε στη συζήτηση της Βουλής για το νομοσχέδιο για την εκπαίδευση.

Αντί όμως να γίνουν συζητήσεις εκείνη τη μέρα για το Νέο λύκειο και την αύξηση των μαθητών ανά τμήμα, αντί να συζητάμε για τα χιλιάδες κενά που το ΥΑΙΘ έδωσε εδώ κι εκεί (κι όχι οι συνδικαλιστές όπως έλεγε ο Υπουργός) και κλείνουν τα ολοήμερα σχολεία λόγω των λίγων προσλήψεων αναπληρωτών, αντί να συζητάμε για τη χρονιά με τα περισσότερα λειτουργικά κενά, μιλάμε για τη Ρεπούση και τα αρχαία, επειδή ο εθνικισμός και ο φασισμός πουλάνε. Αντί να συζητάμε για το ότι τα παιδιά δε θα μορφώνονται, αλλά θα βιώσουν τη μετριότητα ενός σχολείου που εμμένει μόνο στα αρχαία και τα μαθηματικά (σχηματικά), αντί για ανάπτυξη της κριτική τους ικανότητας και την έρευνα ως μέθοδο μελέτης, αντί να δείξουμε στα παιδιά πώς να μαθαίνουν μόνα τους, συζητάμε για μία πρόταση που διαδικτυακοί κόμβοι χρησιμοποίησαν ως μέσο αποπροσανατολισμού… 

____________________________________________________________ 

Δείτε επίσης: Άρθρα και εκπαιδευτικά βοηθήματα του Δήμου Χλωπτσιούδη.