Με τα φώτα κλείνουν οι γιορτές του Δωδεκαήμερου. «Σον Ιορδανοπόταμον ο ουρανόν ενοί(γ)εν και τα Άεφώς άμον πουλίν σον Χριστόν εκατήβεν». Οι Πόντιοι θεωρούσαν ιερό ποταμό τον Ιορδάνη και θεωρούσαν ιερό καθήκον να πάνε εκεί, όπως και στον Άγιο Τάφο.

Η παραμονή ήταν μέρα μεγάλης νηστείας και συμφιλίωσης με όσους ήταν μαλωμένοι. Όσοι δεν τα τηρούσαν, ήταν «αποσυνάγωγοι» και δεν τους επισκεπτόταν κανείς. Με αυτόν τον τρόπο η κοινωνία λειτουργούσε συνεκτικά και συσφίγγονταν οι κοινωνικές σχέσεις, πράγμα που ήταν απαραίτητο, καθώς ζούσαν μέσα σε αλλόθρησκους και δύσκολες ιστορικά συνθήκες.

Η νύχτα αυτή ήταν αφιερωμένη στους νεκρούς. Σε όλα τα σπίτια μετά το δείπνο γινόταν οι σπονδές στους νεκρούς, λέει το ποντιακό δίστιχο:

   «Τα Φώτα θέλω το κερί’ μ και τη Ψυχού κοκκία

   Και τη Μεγάλ Παρασκευή έναν μαντήλιν δάκρε».

Το Λημόνεμαν» ήταν ένα λαϊκό δρώμενο, το οποίο ανάγεται στα νεκρικά λατρευτικά έθιμα στην αρχαία Αθήνα και στα ιωνικά Απατούρια, καθώς οι Πόντιοι ήταν Ίωνες.  Πολλά παγανιστικά και λατρευτικά έθιμα των Ιώνων διατήρησαν οι Πόντιοι. Τη μνήμη των νεκρών τιμούσαν μέσα στο σπίτι, ίσως και για να τους εξευμενίσουν. Τα σύμβολα της τιμής και της μνημοσύνης ήταν τα κεριά, η καντήλα, το σιτάρι και το ψωμί.

Έστρωναν τραπέζι όχι για φαγητό, αλλά για να κάνουν το «λημόνεμαν»,  το μνημόσυνο. Τοποθετούσαν το εικονοστάσι πάνω στο τραπέζι, έβαζαν ένα ταψί γεμάτο με σιτάρι και στη μέση τοποθετούσαν την καντήλα. Γύρω από την καντήλα έβαζαν σταυρωτά τέσσερα κεριά. Όλα τα μέλη της οικογένειας κάθονταν γονατιστά γύρω από το τραπέζι. Δίπλα στους μεγάλους έπαιρναν θέση και τα παιδιά για να βιώνουν και να συνεχίσουν την παράδοση. Ο αρχηγός της οικογένειας μοίραζε τα κεριά σε όλους. Με απόλυτη σιωπή και κατάνυξη άναβαν ένα κερί για κάθε πεθαμένο. Το συγκινητικό είναι ότι στο τέλος άναβαν και ένα κερί για αυτόν που δεν είχε κανέναν στον κόσμο να του ανάψει κερί, να τους θυμηθεί «για τοι καρίπ΄ς και τ΄ έρημους» (για τους ξένους, τους φτωχούς και τους έρημους, τους μόνους). Άναβαν και ένα κερί στην μέση του τραπεζιού λέγοντας: «όλ΄ οι αποθαμέν΄αδά να τερούν». Άναβαν και ένα κερί στο εικονοστάσι, ένα στην πόρτα του σπιτιού και ένα στην πόρτα του στάβλου.

Τα κεριά τα άναβε ένα- ένα η καλομάνα, δηλαδή η γιαγιά ή η οικοδέσποινα. Κανείς δεν έφευγε από την θέση του μέχρι να καούν όλα τα κεριά. Ακολουθούσε το «λημόνεμαν», το μνημόσυνο. Η γιαγιά ή η νοικοκυρά άρχιζε να εκφωνεί τα ονόματα των νεκρών, «πάππων προς πάππων και γονέων προς γονέων». Για τον κάθε νεκρό ανέφεραν στοιχεία από την ζωή του. Πόσα χρόνια έζησε, τι δουλειά έκανε και ό,τι άλλο θυμόταν από τη ζωή και τη δράση του. Άρχιζαν με τα ονόματα των αντρών της οικογένειας, μετά με τους συγγενείς της γυναίκας και τέλος πάντα αναφέρονταν και τα ονόματα του δεξάμενου και της δεξαμέντζας (του νονού και της νονάς). Αν γνώριζαν πεθαμένους κρυπτοχριστιανούς της περιοχής τους έκαναν και για αυτούς το λημόνεμαν αναφέροντας τα χριστιανικά τους ονόματα. Μετά από κάθε όνομα έλεγαν όλοι μαζί: Ο Θεόν να σχωρνά τον.

Τα αποκέρια τα πήγαιναν στην εκκλησία, ενώ το σιτάρι ή το ψωμί με τα οποία είχαν στηρίξει τα κεριά, δεν τα έτρωγαν ποτέ, τα έδιναν στις κότες ή σε ζητιάνους. Μετά το τέλος του δρώμενου αποχωρούσαν, χωρίς να ξεστρώσουν όμως το τραπέζι. Το άφηναν «αρματωμένο», στρωμένο δηλαδή για να το ευλογήσει ο Χριστός. Μάλιστα έλεγαν και το εξής: « …Το τραπέζ΄ γουρεμένον, θα έρται η Φωτεινή σκών΄ατό».

Το Λημόνεμαν το θεωρούσαν κάτι πολύ σπουδαίο, ένα χρέος στους πεθαμένους που περνούσε από γενιά σε γενιά. Οι γιαγιάδες έλεγαν στα εγγόνια «πουλίμ απ΄εσέν τιδέν κι θέλω,τα Φώτα μαναχόν να μη ανασπάλτς με, να αφ΄ς με κερίν»(παιδί μου δεν θέλω τίποτα από σένα, να μην με ξεχάσεις μόνον τα Φώτα, να με ανάψεις κεριά).

Το ίδιο βράδυ έκαναν και το έθιμο με το «αλικόν την πίταν». Ήταν ένα είδος αλμυρής πίτας, την οποία έτρωγαν οι άγαμοι πριν κοιμηθούν, έτσι όποιον ή όποια έβλεπαν στον ύπνο τους να τους δίνει νερό, αυτόν θα παντρευτούν. Η πίτα ζυμωνόταν με καλαμποκίσιο αλεύρι και την ζύμωνε «πρωτικάρ» κορίτσι (πρωτότοκη). Πίστευαν ότι τα Φώτα θα «φωτίσουν» το μέλλον και θα δουν την τύχη τους.

Το ίδιο βράδυ ξημερώματα γινόταν ο Μεγάλος αγιασμός. Τον αγιασμό αυτό τον διατηρούσαν σε μπουκάλια όλο τον χρόνο και τον χρησιμοποιούσαν όπως και την θεία μετάληψη σε αρρώστους, επίτοκες και ετοιμοθάνατες. Με τον αγιασμό των υδάτων πίστευαν ότι επανέρχεται η τάξη πραγμάτων, εξαφανίζονται οι κοντολόζ, οι μαισάδες, οι τζαζούδες και όλα εκείνα τα ξωτικά πλάσματα που δυσκόλεψαν την ζωή τους για δώδεκα μέρες.

Γιώτα Ιωακειμίδου*
Φιλόλογος

© schooltime.gr