Νέα Ελληνικά Λυκείου/Νεοελληνική Γλώσσα και Λογοτεχνία: Ελεύθερος πλάγιος λόγος

Του Άρη Ιωαννίδη

Ελεύθερος πλάγιος λόγος

Στoν χώρο της  αφηγηματικής λογοτεχνίας, προκειμένου να παρουσιαστεί ο λόγος ενός προσώπου απ’ τον αφηγητή, υπάρχουν δύο βασικές δυνατότητες: ο ευθύς και ο πλάγιος λόγος. Στον πρώτο, τον ευθύ λόγο,  ο αφηγητής μεταφέρει κατά λέξη, αυτούσια  τα λόγια του ήρωα, τα οποία στην έντυπη μορφή τους συνήθως ξεχωρίζουν και από τυπογραφικής πλευράς, καθώς τοποθετούνται είτε μέσα σε εισαγωγικά είτε μετά από παύλα. Με αυτό τον τρόπο, ο αναγνώστης έχει τη δυνατότητα να αξιολογήσει, να χαρακτηρίσει και να κρίνει τον (λογοτεχνικό) χαρακτήρα του ήρωα, ενώ παράλληλα η αφήγηση διακρίνεται από ζωντάνια και αμεσότητα. Αντίθετα, στη δεύτερη περίπτωση, τον πλάγιο λόγο,  ο λόγος του ήρωα ενσωματώνεται σ’ εκείνον του αφηγητή και ο αποδέκτης της αφήγησης (ή ο αναγνώστης) δεν μαθαίνει τις ακριβείς λέξεις που «πρόφερε» ο ήρωας, αλλά μόνο το περιεχόμενο τους — και μάλιστα το μαθαίνει όπως ακριβώς του το «προσφέρει» ο αφηγητής, ο οποίος έχει τη δυνατότητα να υπερτονίσει, να προσπεράσει, να υποβαθμίσει ή και να αποσιωπήσει τα σημεία που εκείνος επιθυμεί. Μπορούμε να θεωρήσουμε τις δυο αυτές βασικές δυνατότητες ως τα δυο άκρα ενός άξονα, ο οποίος περιλαμβάνει και αρκετές ενδιάμεσες επιλογές. Μία απ’ αυτές είναι και ο ελεύθερος πλάγιος λόγος, όπου «εμπλέκονται» και «διαπλέκονται» δύο φωνές, αυτή του αφηγητή και αυτή του ήρωα-προσώπου του έργου. Ο ελεύθερος πλάγιος λόγος βρίσκεται στην προέκταση του μετατιθέμενου λόγου. [1]

Ουσιαστικά, πρόκειται για αφηγηματική τεχνική σύμφωνα με την οποία ο αφηγητής αποδίδει/μεταφέρει τις απόψεις, τις σκέψεις, τις διαθέσεις,  τα συναισθήματα, τις φράσεις ενός προσώπου-ήρωα-μυθοπλαστικού χαρακτήρα του έργου, αποδίδοντάς τα (σχεδόν) αυτούσια, χωρίς όμως τη χρήση κάποιου (λεκτικού) ρήματος εξάρτησης (π.χ. είπε). Είναι λόγος «διφωνικός». Ως αποτέλεσμα τούτου είναι μερικές φορές να μην είμαστε ως αναγνώστες σίγουροι αν τελικά οι σκέψεις ή τα λόγια του ήρωα αποτελούν πραγματικές δικές του σκέψεις ή αρθρωμένο λόγο. Αποτελεί στην ουσία το συνδυασμό δύο φωνών: του αφηγητή και του συγκεκριμένου προσώπου του οποίου τα λόγια μεταφέρει ο αφηγητής. Ακόμη, όσοι αποδέχονται αυτό το σκεπτικό υποστηρίζουν ότι ο μεικτός χαρακτήρας του ελεύθερου πλάγιου λόγου αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι δανείζεται γραμματικά χαρακτηριστικά και από τις δυο άλλες τεχνικές, τον ευθύ και τον πλάγιο λόγο, τα οποία και αναμιγνύει.

Ο ελεύθερος πλάγιος λόγος είναι μια τεχνική με πολλές λεπτές παραλλαγές και αποχρώσεις, που είναι δύσκολο να αναγνωριστούν και να ταξινομηθούν με απόλυτη ακρίβεια και πολύ συχνά φέρνουν σε δύσκολη θέση τους μελετητές. Μερικές φορές, μάλιστα, η αναγνώριση και ο εντοπισμός του είναι ιδιαιτέρως δύσκολη υπόθεση.  Όμως, διαθέτει ορισμένα σταθερά γλωσσικά και γραμματικά χαρακτηριστικά. Οι λέξεις ή οι φράσεις ενός ήρωα μεταφέρονται από τον αφηγητή χωρίς την ύπαρξη κάποιου λεκτικού ρήματος που να τις εισάγει ή και να τις χαρακτηρίζει· το γεγονός αυτό μας απαλλάσσει από την ενοχλητική παρουσία του αφηγητή: ο λόγος ή οι σκέψεις του ήρωα της αφήγησης αποδίδονται στο δικό του προσωπικό «ιδίωμα», πράγμα που εξασφαλίζει τη διατήρηση όλων των αποχρώσεων της δικής του «πρωτότυπης» διατύπωσης. Με τον τρόπο αυτό, ο αποδέκτης της αφήγησης αποκτά τη δυνατότητα άμεσης πρόσβασης στις σκέψεις ή τον λόγο ενός ήρωα της αφήγησης, όπως συμβαίνει και με τον ευθύ λόγο· με τη διαφορά ότι στην περίπτωση του ελεύθερου πλάγιου λόγου, δεν μπορεί ποτέ να είναι βέβαιος για το αν πρόκειται πραγματικά για σκέψεις ή για αρθρωμένο λόγο, για προβληματισμούς του αφηγητή ή του ήρωα κτλ. Θα λέγαμε ότι ο ελεύθερος πλάγιος λόγος, συνδυάζοντας κατά κάποιο τρόπο τα πλεονεκτήματα του άμεσου και του πλάγιου λόγου, επιτυγχάνει μια έντονη αμφισημία (αμφίσημος λόγος , με τρόπο που ο λόγος του αφηγητή άλλοτε να συγκλίνει προς τον λόγο του ήρωα και να εκφράζει την αποδοχή, τη συμπάθεια, την αλληλεγγύη του αφηγητή προς τον ήρωα, άλλοτε να αποκλίνει απ’ αυτόν, οπότε μέσα στον ελεύθερο πλάγιο λόγο ακούγονται δύο φωνές, δύο ύφη, δύο σημασιακές προοπτικές). Σ’ αυτή την περίπτωση, ο λόγος του αφηγητή λειτουργεί υπονομευτικά˙ δηλώνει αποστασιοποίηση, άρνηση, ειρωνεία, σάτιρα, ακόμη και παρωδία του λόγου του ήρωα). Προσφέρει σημαντική αφηγηματική ευελιξία — κι αυτό είναι που τον κάνει τόσο απαραίτητο για τη σύγχρονη πεζογραφία αλλά και τόσο προσφιλές αντικείμενο μελέτης. Κύρια χαρακτηριστικά του είναι επίσης μεταξύ άλλων και η τριτοπρόσωπη αφήγηση και μάλιστα ο παρελθοντικός/παρωχημένος χρόνος του ρήματος (χωρίς βέβαια να αποκλείεται και η χρήση παροντικού χρόνου σε ορισμένες περιπτώσεις, η οποία ενδέχεται να ακολουθεί τον χρόνο ομιλίας του ήρωα, με τη χρήση δεικτών χρόνου, οι οποίοι μεταβάλλονται, όπως: τώρα διαδραματίζεται… εκείνη τη στιγμή…). Επίσης, ένα άλλο σταθερό συνήθως στοιχείο που συνοδεύει την παρουσία του ελεύθερου πλάγιου λόγου και το οποίο μας βοηθάει στον εντοπισμό του είναι και η χρήση της τριτοπρόσωπης αντωνυμίας, η οποία ουσιαστικά αντικαθιστά το α΄ ή β΄ πρόσωπο. Άλλοι σημαντικοί δείκτες είναι οι διάφοροι ιδιωματισμοί, ο επιτονισμός (δηλαδή, ο αξιολογικός προσανατολισμός του λόγου), οι συντμήσεις, οι περικοπές, καθώς και άλλα στοιχεία που ανήκουν στον προφορικό λόγο και δε θα τα συναντούσαμε εύκολα στον λόγο του αφηγητή. Ακόμη, ενδεικτική του ελεύθερου πλάγιου λόγου είναι και η παρουσία κάποιων δεικτών, που συνήθως αναφέρονται στον ιδιαίτερο χώρο ή χρόνο του συγκεκριμένου χαρακτήρα, του οποίου ο λόγος ή οι σκέψεις μεταφέρονται εκείνη τη στιγμή. Πάντως, υπάρχουν και αρκετές περιπτώσεις στις οποίες ο ελεύθερος πλάγιος λόγος εμφανίζεται χωρίς κανένα από αυτά τα χαρακτηριστικά και τότε μπορούμε να τον αναγνωρίσουμε μόνο με τη βοήθεια του περιεχομένου του συγκεκριμένου
αποσπάσματος.

Όλα αυτά φαίνονται αρκετά καθαρά στα παρακάτω παραδείγματα:

  • …μας πλησίασε. «Την αγαπώ», είπε. (Ε.Λ.)  …μας πλησίασε και ομολόγησε ότι την αγαπούσε.  (Π. Λ.)  …μας πλησίασε. Την αγαπούσε.  (Ε.Π.Λ)
  • του είπε ότι θα μιλούσαν με την πρώτη ευκαιρία. (Π.Λ.) …θα μιλούσανμε την πρώτη ευκαιρία. (Ε.Π.Λ.)
  • «Τότε έκαμεν αυστηράς παρατηρήσεις εις τον Βαγγέλην. Αυτής δεν της χρειάζονται τα τοιαύτα. Δεν ανέχεται να κακοσυστηθεί στη γειτονιά το σπίτι της. Και θα της κάμει τη χάρη να της αδειάσει την γωνιά» (Αλ. Παπαδιαμάντης, «Ο γείτονας με το λαγούτο», Άπαντα, Αθήνα, Δόμος, 1989, τ. 3, 295).

Ας δούμε κι ένα εκτενές παράδειγμα από το διήγημα του Αντώνη Σαμαράκη, «Το ποτάμι»:

«Και να, τώρα, που είχε βρεθεί στο δρόμο τους αυτό το ποτάμι. Αλλά η διαταγή της Μεραρχίας… Γύριζε και ξαναγύριζε και ησυχία δεν είχε. Το ποτάμι ακουγότανε πέρα και δεν τον άφηνε να ησυχάσει. Θα πήγαινε την άλλη μέρα, θα πήγαινε οπωσδήποτε.  Στο διάολο η διαταγή της Μεραρχίας…»:  εδώ ουσιαστικά οι φράσεις αυτές ανήκουν στο στόμα των (ενδοκειμενικών) υποκειμένων-ηρώων του έργου και όχι του αφηγητή. Έχουν τη δομή του προφορικού λόγου, αναπαράγουν τον ενδιάθετο λόγο των προσώπων, χωρίς ωστόσο να έχουμε σημαντική ένδειξη ότι ο λόγος έχει περάσει από τον αφηγητή στα υποκείμενα.  Αντίθετα, είναι σαφές ότι ο λόγος του αφηγητή χρωματίζεται από το προφορικό ύφος που θα είχε ο λόγος των ενδοκειμενικών προσώπων… Οι δοκιμασίες του ήρωα, ψυχικές κατά κύριο λόγο, περιγράφονται από μέσα. Ο αφηγητής, σάν να έχει θρονιαστεί μέσα στη συνείδηση του υποκειμένου, αναμεταδίδει τις σκέ­ψεις, τις αντιδράσεις, τις αμφιταλαντεύσεις του, την ίδια στιγμή που γεννιού­νται («pensee avec” ονομάζει ο G. Genette το φαινόμενο, που συνδυάζεται πάντοτε με «αναληπτική αφήγηση” ). Από δω και μπρος, ο λόγος του αφηγητή είναι χρωματισμένος από το προφορικό ύφος του ήρωα και καταφέρνει να αναπαραγάγει, μέσω του ΕΠΛ, όλη την ψυχική ένταση της δοκιμασίας του ‘ήρώα, με τη συνεχή εναλλαγή των παρορμήσεων και των αναστολών…

Εκφράσεις  επιφωνηματικές: «Το ποτάμι! Ώστε υπήρχε λοιπόν αυτό το ποτάμι; Ώρες ώρες συλλογιζότανε μήπως δεν υπήρχε στ΄ αλήθεια. Μήπως ήτανε μιά φαντασίας τους, μιά ομαδική ψευδαίσθηση […] το πρωινό ήτανε Θαύμα! Αν ήτανε τυχερός και δεν τον παίρνανε μυρωδιά… Να πρόφταινε μονάχα να βουτήξει στο ποτάμι, να μπει στα νερά του, τα παρακάτω δεν τον νοιάζανε«. Όπω ς βλέπομε, η τεχνική αυτή επιτρέπει την αναπαραγωγή και των πιο ενδόμυχων σκέψεων, των πιο ελαφρών συναισθηματικών ταλαντεύσεων, όπως και του βιώματος της ενότητας με τη φύση, της ευδαιμονίας και της πληρό­τητας που μεταμορφώνει το φαντάρο σε παιδί (ανάκτηση παιδικότητας):»Ήταν ένα παιδί τώρα αυτός ο φαντάρος, που δεν ήτανε παρά εικοσι- τριώ χρονώ…» .Η ευφορία αυτή κορυφώνεται με μια επιφωνηματική πρόταση: «Ένιωσε μια χαρά !» Κι αμέσως μετά αρχίζει η ραγδαία μεταβολή της κατάστασης (:»Αλλά την ίδια στιγμή είδε ένα κεφάλι μπροστά του«), η οποία εκτίθεται με την ίδια παραστατική τεχνική, του ΕΠΛ.

Μέσω του ελεύθερου πλαγίου λόγου, θα λέγαμε πως το κείμενο αποκτά ζωντάνια και αμεσότητα, καθώς έχουμε τη δυνατότητα να γνωρίσουμε ως αναγνώστες καλύτερα τον χαρακτήρα του ήρωα, μέσα από την επαφή μας με τις σκέψεις, τις απόψεις αλλά και τον ίδιο του τον χαρακτήρα, χωρίς ουσιαστικά να μεσολαβεί η «ενοχλητική» για κάποιους παρουσία του αφηγητή. Προσδίδεται, εξάλλου, φυσικότητα στην αφήγηση, καθώς αξιοποιούνται ιδιωματισμοί, επιφωνηματικές φράσεις και πολλά άλλα στοιχεία προφορικότητας.

Βιβλιογραφία:

  1. Λεξικό Λογοτεχνικών Όρων, Διαδραστικά σχολικά βιβλία.
  2. Η Θεωρία του αφηγηματικού  λόγου, του  Gerard Genette
  3. Ερατοσθένης Καψωμένος, «Από την αφηγηματική στην ιδεολογική διάσταση, του κειμένου. Ένα μεθοδολογικό πρόβλημα».

[1] Μετατιθέμενος λόγος ή στιλ έμμεσο˙ τείνει προς τη μίμηση διατηρώντας ταυτόχρονα  τα στοιχεία της διήγησης. Ο λόγος του ήρωα ενσωματώνεται στον λόγο του αφηγητή χωρίς άμεση εξάρτηση από λεκτικό ή γνωστικό ρήμα. Είναι η περίπτωση όπου εμποτίζεται (άμεσα ή έμμεσα) η διήγηση από το ιδίωμα του ήρωα.

Άρης Ιωαννίδης*
Φιλόλογος

Διαβάστε επίσης:

Πλήρες εκπαιδευτικό υλικό για τα Νέα Ελληνικά/Νεοελληνική Γλώσσα – Έκθεση, Λογοτεχνία Λυκείου

1. Έκφραση-Έκθεση Α’ Λυκείου, 2. Έκφραση-Έκθεση Β’ Λυκείου, 3. Έκφραση-Έκθεση Γ’ Λυκείου, 4. Υποστηρικτικό υλικό, 5. Σχεδιαγράμματα, 6. Γραμματική-Συντακτικό 7. Λογοτεχνία

Ακολουθήστε την επίσημη σελίδα μας στο facebook schooltime για να βλέπετε τις σημαντικότερες ειδήσεις στη ροή του schooltime.gr

Ακολουθήστε μας στο facebook