Θανάσης Πάνου

Του Θανάση Πάνου

Οι Έλληνες του ελληνικού δαιμονίου και κλασικού προτύπου σκέψης είναι πάντοτε επίκαιροι και πάντοτε αναπόφευκτοι. Τούτο συμβαίνει εντονότερα σε περιόδους χάους, αταξίας αδιεξόδου και σύγχυσης. Η συνειδητοποίηση των προβλημάτων και η άρση του αδιεξόδου απαιτεί την εσωτερική ανεξαρτησία και την ουσιαστική ευψυχία, που αποτελούν την πηγή εγρήγορσης και αυτοκυριαρχίας μέσω της κλασικής παιδείας. Η παιδεία ήταν το πάθος και η μανία, ένα κομμάτι γλυπτικής, θεωρία μαζί και πράξη, πόθος και ενθουσιασμός, θέαση και τέχνη, στην οποία οι άριστοι από τους Έλληνες καλλιτέχνες του πεζού και ποιητικού λόγου αφιέρωσαν την ζωή τους.

Πιστεύω, αναφέρει ο Έγελος, “ότι δεν είναι υπερβολή αν πω ότι εκείνος που δεν γνώρισε τα συγγράμματα των αρχαίων έζησε χωρίς να γνωρίσει τελειότητα και ωραιότητα. Ό,τι θεμελιώνει ή εκθεμελιώνει την ύπαρξη τελειότητας και ωραιότητας στην Ελληνική παιδεία είναι ο φιλοσοφικός στοχασμός”.

Ο στοχασμός μπορεί να χαρίζει την μελαγχολική επίγνωση της σκληρότητας του

κόσμου και να καταδείξει τα περιορισμένα όρια που η ανθρώπινη φύση μπορεί να κινηθεί, αλλά ταυτόχρονα να αποκαλύψει ότι τα όρια αυτά δεν σημαίνουν ηττοπάθεια, απαισιοδοξία ή δέσμευση σε αποκρουστικές ηθικολογίες.

Αυτός ακριβώς ήταν ο στόχος της επιστήμης των Ελλήνων: Η συνύπαρξη της επιστημονικής γνώσης που έχει ως αντικείμενο τη φυσική τάξη και του Ανθρωπισμού που έχει ως αντικείμενο τις ανθρώπινες αξίες. Οι αλληλεξαρτώμενες αξίες έτσι είναι δυνατόν να συνυπάρξουν αρμονικά με τον κόσμο του γίγνεσθαι. Ο κόσμος, όπως τον αντιλήφθηκαν οι Έλληνες, συνίσταται από δύο κόσμους: ο ένας παριστάνει το “εν” ως πολλαπλούν και ο άλλος το πολλαπλούν ως “εν”. Ο κόσμος των αξιών τονίζει την ουσιαστική ενότητα των πολλών, ενώ ο κόσμος του γίγνεσθαι τονίζει την ουσιαστική πολλαπλότητα κατά την πραγμάτωση της ενότητας.

Με τον δυναμισμό αυτό οι Έλληνες απέφυγαν την διάσπαση των πραγμάτων η οποία συστηματοποιήθηκε κυρίως κατά τον δέκατο έβδομο αιώνα με τους δυισμούς μεταξύ του ανθρώπου και της φύσης, του πνεύματος και του σώματος, του υποκειμένου και του αντικειμένου, του συγκεκριμένου και του αφηρημένου, του γεγονότος και της αξίας, του ωραίου και του δύσμορφου. Του καλού και του κακού. Απέφυγαν την πλάνη του συγκεκριμένου που μετατοπίζεται και την σύγχυση του συγκεκριμένου παράγοντα ενός γεγονότος με την νοητική του πρόσληψη ως γενίκευση.

Αν ο χαρακτήρας κάθε εποχής, όπως αναφέρει ο Whitehead, προσδιορίζεται από τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι αντιδρούν προς τα υλικά συμβάντα της ζωής τους και από τις πεποιθήσεις και την ικανότητα να αξιολογήσουν τα πράγματα, τότε η προσφορά της κλασικής Ελληνικής διανόησης μπορεί να καταδείξει τον ασθενικό τόνο και παλμό της εποχής μας.

Για να αποκτήσει κάποιος την ικανότητα να συλλάβει την τάξη του όντος και των αξιών και να μπορεί να ρυθμίσει ελεύθερα την συμπεριφορά του πρέπει να έχει σαφή γνώση του κόσμου στον οποίο ζει και κινείται. Όταν αυτός ο άνθρωπος αποκτήσει την γνώση του όντος, κατά τον Αριστοτέλη, ή την γνώση των ιδεών, κατά τον Πλάτωνα και όταν ρυθμίσει την συμπεριφορά του κατά τρόπο που η ψυχή του να αποτελεί μια ενοποιημένη ολότητα και να επέλθει η κατάλληλη ιεράρχηση των αναγκών και των επιθυμιών, τότε αυτός έχει εξ ολοκλήρου πραγματώσει την εντελέχειά του και έχει φτάσει στο αποκορύφωμα της ανθρώπινης αριστείας και επιτυχίας.

Το μεγάλο πρόβλημα του σύγχρονου ανθρώπου πηγάζει από αυτήν την έλλειψη αυτοστοχασμού, τη μονομερή επιδίωξη της επιτυχίας χωρίς την σαφή γνώση που θα έπρεπε να έχει για ένα τελικό αποτέλεσμα, τι είναι επιθυμητό να επιδιωχτεί και τι επιθυμητέο και αν υπάρχει νόημα άνευ της αξιακής αναμόρφωσής του.

Στην σύγχρονη κριτική θεώρηση, υπάρχει μεγάλη διαφορά μεταξύ του ισχυρισμού ότι κάτι επιδιώκεται από κάποιον και του ισχυρισμού ότι κάτι είναι επιδιωκτέο, ότι δηλαδή πρέπει να επιδιώκεται. Στην πρώτη περίπτωση γίνεται απλώς μια διαπίστωση ή περιγράφεται μια κατάσταση ενώ στη δεύτερη περίπτωση, ισχυριζόμενοι ότι κάτι ΑΞΊΖΕΙ να επιδιώκεται, εννοούμε κάτι το εντελώς διαφορετικό. Είναι δυνατόν να υπάρχουν πράγματα που ποτέ κανείς δεν τα επεδίωξε, αλλά που αξίζει ακόμη να επιδιωχθούν, όπως ακριβώς είναι δυνατόν να υπάρχουν ή να υπήρξαν πράγματα τα οποία, αν και δεν αξίζουν να επιδιωχθούν, επιδιώκονται από όλους. Δύο αντιμαχόμενες χώρες ίσως να επιθυμούν πόλεμο, αλλά το γεγονός αυτό δεν διασφαλίζει την αλήθεια του ισχυρισμού ότι ο πόλεμος είναι επιθυμητέος, επειδή οι άνθρωποι συχνά γνωρίζουν το επιθυμητέο, αλλά αυτό δεν αποτελεί τελική απόδειξη, ούτε υπάρχει λογική σύνδεση μεταξύ των δύο εννοιών. Δύο αντιμαχόμενοι πλέον σύντροφοι ίσως να επιθυμούν χωρισμό, αλλά το γεγονός αυτό δεν διασφαλίζει την αλήθεια του ισχυρισμού ότι ο χωρισμός είναι επιθυμητέος, επειδή οι σύντροφοι συχνά γνωρίζουν το επιθυμητέο, αλλά αυτό δεν αποτελεί τελική απόδειξη, ούτε υπάρχει λογική σύνδεση μεταξύ των δύο εννοιών.

Για τον Αριστοτέλη ο κόσμος του φυσικού γεγονότος δεν διαχωρίζεται ούτε διακρίνεται από τον κόσμο των αξιών και των σκοπών. Προκειμένου ο άνθρωπος να αποκτήσει το ύψιστο αγαθό, το άριστο και το τέλειο, θα πρέπει να είναι σε θέση να χρησιμοποιεί τον ορθό λόγο για την κατανόηση των πρώτων αρχών του κόσμου, όχι των πρακτικών ωφελημάτων, αλλά επειδή αυτή είναι η φύση του λόγου, να καταστεί δηλαδή τέλειος, ολοκληρωμένος και αυτάρκης.

Η αγχωτική συμπεριφορά του σύγχρονου ανθρώπου απορρέει από το εγώ, το οποίο νοιώθει όχι μόνο ότι δεν του ανήκει αλλά και που δεν υπάρχει, είναι ΜΗΔΕΝ γιατί είναι ανελεύθερο. Ο άνθρωπος με αυτή την λογική, τρέπεται σε φυγή έναντι του στοχασμού και έτσι προσπαθεί να αποφύγει όχι μόνο την ελευθερία του, δηλαδή το μέλλον, αλλά και το μάθημα από το παρελθόν του. Η άρνησή του για την ενατένιση του μέλλοντος, η δημιουργική προβολή του προς το μέλλον, τον αγκυλώνει από τις στιγμές τις καθημερινότητας που οι αξίες και οι σκοποί είναι τόσο συγκεχυμένοι.

Υπάρχει ένας αναρίθμητος βομβαρδισμός πραγματικοτήτων που, μέσα από την ψηφιακή εποχή της υπέρ πληροφόρησης καθιστά το ανθρώπινο όν, όχι μόνο στο κέντρο μιας κρίσης αλλά πολλών, βιωματικών, ηθικών, αξιακά αντιθετικών και φορέα και συντελεστή του μηδενός. Το μηδέν θα πρέπει να το θεωρήσουμε, όπως αναφέρει ο Sartre, ότι ευρίσκεται στην καρδιά του είναι, για να είμαστε σε θέση να συλλάβουμε τον αρνητικό τύπο των πολλαπλών πραγματικοτήτων. Αλλά αυτό το ενδο-κοσμικό μηδέν δεν μπορεί να παραχθεί από το ΕΙΝΑΙ του όντος, γιατί ως θετικό ύπαρξης, δεν περιλαμβάνει το μηδέν ως μια από τις δομές της, ούτε όμως μπορεί να λεχθεί ότι το αποκλείει.

Από εδώ προέρχεται το οντολογικό πρόβλημα: Αν το μηδέν δεν μπορεί να νοηθεί ούτε έξω από το είναι, ούτε σε σχέση προς το είναι. Αν, εξ άλλου, ως μη είναι, δεν μπορεί να αντλήσει από τον εαυτό του την απαραίτητη δύναμη για να “αυτομηδενισθεί”, τότε από που προέρχεται. Η απάντηση είναι ότι το ον μέσω του οποίου το μηδέν φτάνει στον κόσμο θα πρέπει να είναι το ίδιο το μηδέν του. Μια προσεχτική εξέταση της στάσεως του ανθρώπου και των αρνήσεών του θα δείξει, ότι ο άνθρωπος είναι ο φορέας και ο συντελεστής του μηδενός. Μ΄αυτή την διαδικασία ο άνθρωπος παρουσιάζεται σαν ένα ον που αιτιακά προκαλεί την προέλευση του μηδενός μέσα στον κόσμο, καθόσον ο ίδιος προσδιορίζεται, για αυτό το σκοπό, από το μη-είναι. Υπάρχει μια διαδοχή, ένας καταρράκτης από μηδενοποιήσεις. Έτσι με το μηδέν ο άνθρωπος είναι σε θέση να τοποθετεί τον εαυτό του εκτός του είναι των πραγμάτων. Αυτό δεν γίνεται με τον μηδενισμό των πραγμάτων, αλλά με τον παραμερισμό τους και τον παραμερισμό του ίδιου του ανθρώπου από το κύκλωμα των πραγμάτων.

Το ερώτημα είναι αν ο άνθρωπος με την συνεχή αναφορά του στο μηδέν, “0” βρίσκει διέξοδο προς την ελευθερία, αν αποκτά δηλαδή μια δυνατότητα ελευθερίας. Αν ο άνθρωπος, αντίθετα, δίνει έμφαση στο μηδέν, αναπαυόμενος στην νοσταλγία του στατικού, της μη δράσης, της πλησμονής μέσα στην ανάπαυση της ανελευθερίας.

Θανάσης Πάνου*

Ακολουθήστε την επίσημη σελίδα μας στο facebook schooltime για να βλέπετε τις σημαντικότερες ειδήσεις στη ροή του schooltime.gr

Ακολουθήστε μας στο facebook