Ελευθερία Μπέλμπα

Της Ελευθερίας Μπέλμπα

(Δοκίμιο)

Κεντρικό θέμα του «Ερωτόκριτου» (1590-1610) είναι ο έρωτας της Αρετούσας και του Ερωτόκριτου, γιου του πιστού συμβούλου του πατέρα της. Ο βασιλιάς Ηράκλης επιδιώκει για την κόρη του έναν γάμο υποταγμένο στα «ταξικά» συμφέροντα[1]. Εμπόδια στην ένωση του ζευγαριού προκύπτουν από την εσωτερική διαπάλη (ο έρωτας και η θέληση του βασιλιά). Στους πρώτους στίχους με τον επικό τρόπο διαπιστώνουμε ότι οι δοκιμασίες διαμορφώνουν τον «πολυποίκιλο καμβά» του έργου, χωρισμένου σε πέντε μέρη[2]. Ο ποιητής, Βιτσέντζος Κορνάρος, όπως αυτοσυστήνεται στο τέλος του έργου, δημιουργικά ανέπλασε τα πρότυπά του («Paris et Vienne» του Pierre de la Cypède και «Innamoramento di due fidelissimi amanti» του Angelo Albani)[3].

Στη μυθιστορία πολιτικά ζητούμενα συνυφαίνονται με το ερωτικό στοιχείο. Στην «πολιτική του έρωτα» συμφύρονται ο επιθυμητός ερωτικός στόχος και η αβέβαιη επίτευξή του με το εκάστοτε τίμημα, σύμφωνα με τον Νούτσο. Οι κοινωνικές διαφορές χαρακτηρίζουν αυτόν το σύνθετο κόσμο, πέραν οποιασδήποτε ιστορικής πραγματικότητας. Εντοπίζονται δεδομένα αναφορικά με την ελληνική αρχαιότητα και το δυτικό πολιτισμό. Ανιχνεύονται συνθήκες της εποχής του ποιητή, της εξωτερικής πολιτικής, των συμμαχικών σχηματισμών των ελληνικών πόλεων, της αλληλεπίδρασης μεταξύ τους. Η αγάπη παρακινεί τον Ερωτόκριτο να συμμετέχει στη γκιόστρα, ώστε να ξεπεράσει την κοινωνική μειονεξία του, να παντρευτεί την πριγκίπισσα[4]. Στο πολιτικό, ιστορικό, πολιτιστικό κλίμα η ερωτική συνύπαρξη των δύο νέων συνδέεται με την υπερτέρηση της αγωνιστικής δράσης έναντι των λόγων[5].

Μέσω της ειρωνικής προσέγγισης του Βυζαντίου προβάλλεται το αίτημα του νέου ελληνισμού για διαμόρφωση νέας φυσιογνωμίας μετά την απώλεια της Βυζαντινής κυριαρχίας. Αξίες αντιπροσωπευτικές της νεοελληνικής ταυτότητας αναδύονται από τα κειμενικά στοιχεία: ο Ερωτόκριτος υπερβαίνει τα τοπικά όρια, επιλέγεται η Αθήνα για το κλασικό μεγαλείο και μια κρητική εθνική γλώσσα λογοτεχνικά διαμορφωμένη με λαϊκότροπα και λόγια χαρακτηριστικά[6].

Ο έρωτας ξεπροβάλλει μέσα από ανδραγαθίες, την πίστη στον ελληνικό πολιτισμό κυρίως, παρά τον ιπποτικό κόσμο[7]. Την εποχή σύνθεσης της μυθιστορίας (17ος αιώνας) χάνεται η λαμπρότητα του Βυζαντίου, περιορίζεται ο λατινοκρατούμενος ελληνισμός[8]. Ο Στ.Αλεξίου ισχυρίζεται ότι το έργο είναι «ιστορικώς ανακριβούς», ιστορικοφανές, εργαλείο για τον λανθάνοντα ηθικοδιδακτισμό του παντογνώστη αφηγητή. «Ο Κορνάρος δεν μπορεί να συμμερίζεται τα εθνικά συναισθήματα των Ορθοδόξων Ελλήνων[…],(ως) Βενετός ευγενής[…]». Στα πλαίσια των λογοτεχνικών συμβάσεων, της διαπλοκής των χωροχρονικών σημείων, της οντολογικής πραγμάτευσης της φύσης, με θεματικό πυρήνα τον έρωτα, οι ιστορικές προσεγγίσεις του συγγραφέα δείχνουν την «ανατρεπτική ιδεολογία του σε θέματα πολιτικοκοινωνικής χειραφέτησης του νέου ελληνισμού»[9].

Η αβεβαιότητα των ανθρώπινων πραγμάτων, η αντιζηλία στον κοινωνικό χάρτη προκαλούν συμπλοκές, πολέμους («και των αρμάτω…τα βάρη»)[10]. Η πεισματική άρνηση του Ηράκλη να αποδεχτεί τη σχέση του Ερωτόκριτου με την θυγατέρα του γίνεται αφορμή επίδειξης πολιτικής και κοινωνικής ισχύος προς τον αδύναμο («όποιος…έχει»)[11]. Όταν γεφυρώνεται το «ταξικό» χάσμα που χωρίζει τους δύο νέους, εν τέλει εδραιώνεται η κοινωνική ομόνοια («κ’ οι μάνητες…ετελειώθη»)[12].

Ο βασιλιάς οργανώνει κονταροχτύπημα, για να διασκεδάσει η κόρη του. Διεξάγεται στις 25 Απριλίου ημέρα εθνικής γιορτής της Βενετίας. Η γκιόστρα είναι ευκαιρία ανάδειξης της γενναιότητας του Ερωτόκριτου, προκειμένου «να φανεί αντάξιος της πριγκίπισσάς του»[13]. Η ανδραγαθία συνδέεται με την ερωτική διεκδίκηση[14]. Δεκατρείς ιππότες, οι έντεκα με ελληνική εθνικότητα, στην περικεφαλαία φέρουν σύμβολα για τον έρωτα[15]. Πολλοί άρχοντες, πρίγκιπες παρελαύνουν από μέρη που σχετίζονται με την αποικιοκρατία της Βενετίας. Πολιτικά και εμπορικά εγχειρήματα ενδυνάμωσαν τις βενετικές κτήσεις στην Α. Μεσόγειο, στις αξιόλογες οχυρές περιοχές. Δεδομένης της αβέβαιης χρονολόγησης και των εθνοκεντρικών ιδεών, δεν καταδεικνύεται με βεβαιότητα ότι η γκιόστρα είναι «εθνική αλληγορία»[16].

Ο Καραμανίτης Σπιθόλιοντας (με έμβλημα το χάρο με δρεπάνι) αντιπροσωπεύει τον κατακτητή, τον αγώνα κατά των Τούρκων[17]. Η μονομαχία του με τον Κρητικό Χαρίδημο γίνεται σύμβολο αντιπαλότητας των συμπατριωτών του ποιητή και των Οθωμανών.[18] Ο Χαρίδημος με έμβλημα ένα σβησμένο κερί από τον άνεμο, εμφανίζεται ως αγωνιζόμενος «περιπλανώμενος ιππότης», όπως ο Ερωτόκριτος που σπεύδει να πολεμήσει για τον έρωτά του στο πλευρό του βασιλιά της Αθήνας, ενώ είναι εξόριστος[19].

Η Κύπρος για ογδόντα χρόνια βενετική κτήση, κατά τον τριετή πόλεμο με τους Τούρκους, έπεσε (1571). Ο Κυπρίδημος με έμβλημα ένα άρμα που σέρνει τον έρωτα, τονίζει το θηλυκό στοιχείο[20]. Αντίκειται στη δύναμη του έρωτα («βρίσκεστε…μεγάλη»), το κοινό τον αποδοκιμάζει[21]. Νικιέται από τον Ερωτόκριτο που είναι υποτελής στον έρωτα[22]. Συγκρούεται με το Δημοφάνη τον, συμπαθή στο κοινό, Αντρόμαχο, ώστε στις συμπλοκές του αναδεικνύεται ως θέμα η υποδούλωση στον έρωτα[23].

Η Μεθώνη και η Κορώνη στη νοτιοδυτική Πελοπόννησο ήταν σπουδαίοι βενετικοί εμπορικοί σταθμοί για τρεις αιώνες σχεδόν. Ο βενετοτουρκικός πόλεμος (1499-1503) ήταν καταστροφικός. Ο Φιλάρετος από τη Μεθώνη παρουσιάζεται τίμιος, ανδρείος («είχεν…κάλλη») με έμβλημα τον σιδηρουργό έρωτα που σφυρηλατεί μια καρδιά στο αμόνι[24]. Ο Δρακόμαχος από την Κορώνη, με έμβλημα το πουλί φοίνικας που γεννιέται από τις φλόγες του, απειλεί αλαζονικός τον Χαρίδημο (Β,18359-1842), αξιόμαχος («σπίδες…με την παλικαριά του»)[25]. Στην τεχνική περιγραφή τους φαίνεται ότι ενδεχομένως ο ποιητής γνώριζε ότι ο κόσμος διαφορετικά αξιολογούσε τις δύο αποικίες. Η Μεθώνη επέδειξε μαχητικότητα απόλυτη, η Κορώνη, μία εβδομάδα μετά την πτώση της, παραδόθηκε αμαχητί στους Τούρκους[26].

Εμπορικός σταθμός, τέως βενετική αποικία, το Ανάπλι, στόχος του τουρκικού ιμπεριαλισμού, τελικά παραδόθηκε (1540) και μειώθηκε η βενετική ισχύς στην Α. Μεσόγειο. Ο Αντρόμαχος από το Ανάπλι, με έμβλημα τον ήλιο θαμπωμένο από την ομορφιά ενός κοριτσιού, εχθρεύεται τον έρωτα. Υπερήφανος, επικίνδυνος απέναντι στον Κύπριο, αποκλείεται από τον αγώνα, όταν πέφτει από το άλογο, αλλά οι Αθηναίοι θεατές τον επευφημούν. Ίσως αντιπροσωπεύει τον αδύναμο κόσμο που υποφέρει από τον τουρκικό ζυγό[27]∙

Η Έγριπος, πόλη της αρχαίας Εύβοιας (Negroponte), είναι απολεσθείσα βενετική κτήση. Ο Ηράκλης από την Έγριπο έχει έμβλημα το ξεραμένο δέντρο χωρίς νερό πλάι στην πηγή, ενδεικτικό της απομάκρυνσης από το αντικείμενο της ερωτικής επιθυμίας. Αγωνίζεται δυο φορές με τον Ερωτόκριτο και αποκλείεται, όταν ταλαντεύεται στη σέλα[28]. Το όνομά του δεν είναι τυχαίο, προοιωνίζει την ήττα του βασιλιά Ηράκλη από τον Ερωτόκριτο.

Ο Νικοστράτης ή Νικόστρατος έχει έμβλημα ένα γεράκι πιασμένο στο δίχτυ και γύρω του νεκρά πουλιά. Είναι αφέντης της Μακεδονίας, με έδρα την κατακτημένη για λίγο Θεσσαλονίκη από τους Βενετούς (1423-1430). Συμβολίζει εθνικά διαχρονικά ιδεώδη, τη δυναμική του Μεγάλου Αλεξάνδρου, αξιοποιήσιμου ήρωα στις διασκευασμένες εκδοχές μυθιστοριών για τη ζωή του[29]. Εκδηλώνει σεβασμό προς τον Χαρίδημο («αντρειωμένε…δεν έναι»), υπενθυμίζει την εκτίμηση του πατέρα του προς το γονιό του Κρητικού που τον επαινεί («εσ’ είσαι…κλωνάρι»)[30]. Ο συσχετισμός Κρήτης και Μακεδονίας υποδηλώνει την ένωση του μεγαλειώδους αρχαίου  παρελθόντος με τη μελλοντική αναμενόμενη ακμή[31].

Η Νάξος, αυτονομημένο δουκάτο, συνδεόταν με την Κρήτη με βάση το μύθο Θησέα και Αριάδνης[32]. Αντίπαλο δέος για το βενετικό εμπόριο, στη διοίκηση ο Εβραίος Nasi πιθανόν συνέβαλε στην τουρκική εισβολή (1571).Ο συμπαθής Γλυκάρετος της Αξιάς, με έμβλημα τον έρωτα να κοιμάται στο φεγγαρόφωτο στις φυλλωσιές δυο δέντρων, ενός θαλερού και ενός ξερού, μονομαχεί με τον Κυπρίδημο σε συγκαταβατικό κλίμα. Μοιραία το άλογό του χάνει την ισορροπία. Ο Κορνάρος τον παρουσιάζει ευγενή, αποσυνδέοντάς τον από «τα προσωπικά συμφέροντα και τις αντιβενετικές δραστηριότητες του Nasi»[33].

O Δημοφάνης από τη Μυτιλήνη, με έμβλημα το πληγωμένο ελάφι από το βέλος (ρομαντική συνυποδήλωση του νεανικού έρωτα), πρώτος εμφανίζεται στην παρέλαση μαχητών, «όμορφος, αξαζόμενος, κ’ ερωτοδιωματάρης» («στο λάφιν…να παραδώσω»)[34]. Η Μυτιλήνη δεν ανήκε ποτέ στη Βενετία, κυβερνιόταν από τους γενουάτες Gattilusi[35]. Είχε εμπορικά οφέλη στην Κωνσταντινούπολη (1082 και μετά την Άλωση).

Οι νικητές του πρώτου γύρου, Χαρίδημος, Ερωτόκριτος, Κυπρίδημος, ονοματίζονται από τα σύμβολά τους («κερί, ψυχάρι, αμάξι»). Οι αναγνώστες αδημονούν για την εξέλιξη του αγώνα, της «ερωτικής διαμάχης» («στέκει…αντρειωμένον»)[36].

Ηττάται από τον Κρητικό, προς ευδοκίμηση του κοινού, ο απολίτιστος Τριπόλεμος από τη Σκλαβουνιά (ήταν στον έλεγχο της Βενετίας με κατοίκους Σλάβους πιθανόν στις Δαλματικές ακτές). Έφερε ως έμβλημα ένα νησί στο μέσο του πελάγους[37]. Δεν ευσταθεί απόλυτα η θέση του Danielsen ότι αυτός προέρχεται από τη σλαβόφωνη νοτιοανατολική Πελοπόννησο και αποτελεί προσωποποίηση της Μονεμβασιάς, βενετικής κτήσης (1464-1540)[38].

Το «τουρκικό πασαλίκι της Πελοποννήσου» έχει βάση την Πάτρα (1771 κ.έ.)[39]. Ο Δρακόκαρδος, Τούρκος από την Πάτρα, με έμβλημα έναν ψαρά που δυσκολεύεται να ρίξει το δίχτυ στην φουρτουνιασμένη θάλασσα, φιλοπόλεμος, εχθρός του Ερωτόκριτου, κατατροπώνεται με περισσή τόλμη («τσ’ άνθρωπους…ν’ αγαπήσει»)[40].

Ο γιος του βασιλιά του Βυζαντίου, Πιστόφορος, με έμβλημα ένα κλήμα με άγουρα σταφύλια, απεικονίζεται με συνοδεία ιππέων[41]. Τον υποδέχονται περίλαμπρο, ο βασιλιάς της Αθήνας ορθώνεται, γέρνει το κεφάλι χαιρετώντας, ενώ τον υπολογίζει ως ιδανικό ταίρι για την Αρετούσα («πολλή…εδόθη»)[42]. Παρουσιάζεται ως αντίζηλος του Ερωτόκριτου («σύζηλον»)[43]. Ο ποιητής επιστρατεύει την ειρωνεία («τον ανθό…νιότα»)[44]. Με πρωτοβουλία της ρήγισσας, με τη τζόγια επιβραβεύεται, με υπερβολική αίγλη, η πολεμική ικανότητά του, πράγμα που εντούτοις είναι ανεδαφικό, από τη στιγμή που ηττήθηκε. Έτσι αποτυπώνεται το παρηκμασμένο Βυζάντιο (ανύπαρκτο από το 1453). Όταν νικιέται από τον Κυπρίδημο, ο βασιλιάς Ηράκλης διατάζει να αποδώσουν οι αυλικοί τη δράση του ψευδώς ως ανδραγαθία («από την πρίκα…παλικάρι»)[45]. Ο Πιστόφορος διαφοροποιείται από τον Καραμανίτη, αντιτίθεται ο «πολιτισμός» στη «βαρβαρότητα»[46].

Ο Ερωτόκριτος, με έμβλημα μια πεταλούδα («ψυχάρι»), που καίγεται στη φλόγα κεριού, πολεμά με αντιπάλους που αντικατοπτρίζουν τα εμπόδια στην ερωτική ένωσή του με την Αρετούσα.

Το κονταροχτύπημα, στα συμφραζόμενα της ρομαντικής αφήγησης, αποτελεί μικρογραφία των συνθηκών της συνολικής ιστορίας σε ενιαίο καμβά. Με την τεχνική των περιγραφόμενων σκηνών της ιππασίας των μονομάχων (χρησιμοποιούνται φόρμουλες και συνώνυμα) αναδεικνύεται η αρρενωπή αντρειοσύνη, η ερωτική κατάκτηση[47]. Η γκιόστρα μπορεί να ειδωθεί ως επιδοκιμασία της προγενέστερης βενετικής κυριαρχίας. Γενικά δεν πρέπει να εμμένουμε σε μια ερμηνεία με βάση εθνική για την αποφυγή εφαρμογής σύγχρονων, της εποχής του ποιητή, απόψεων περί εθνικής ταυτότητας στον αναγεννησιακό κόσμο.

Από τη μοίρα εξαρτώνται οι μεταβολές στη σχέση του ζευγαριού και η έκβαση των μαχών[48]. Η μεταστροφή των συνθηκών για τους κοινωνικά ισχυρούς και αδύναμους οφείλεται στην επίδραση της τύχης στα ανθρώπινα, κοινό τόπο στη μεσαιωνική γραμματεία  («και κάθε εις….ας έχει»)[49].  Στις εικόνες η διαδικασία μεταβολής των ανθέων, του καπνού, του ραγισμένου γυαλιού προλέγουν την αλλαγή των κοινωνικών αξιών, με την πάροδο του χρόνου («τούτά’ναι…πηαίνουν»). Όσοι έχουν εφήμερη εξουσία φοβούνται τις εναλλαγές της τύχης, γι’ αυτό και δεν ριψοκινδυνεύουν, σε αντίθεση με τους φτωχούς που δεν έχουν να χάσουν τίποτα («κι όσον…δεν τη φοβάται»)[50].

Ο Ερωτόκριτος πραγματώνει ανδραγαθίες, υποκινημένος από τον έρωτα, ώστε να επιτύχει το γάμο με την Αρετούσα, την πρόσβαση στο βασιλικό αξίωμα[51]. Ήδη οι αρετές του, μη αναγνωρισμένες, είναι προϋποθέσεις κοινωνικής ανέλιξης, π.χ. σέβεται τους γονείς («λυπάται τους γονέους του»), είναι ευγενής προς τον Δρακόκαρδο («δεν έχω…να σ’ αφήσω»)[52].  Ατρόμητος αντιμετωπίζει αντιπάλους και στη γκιόστρα και τους δέκα στρατιώτες που, με εντολή του Ηράκλη, αποπειράθηκαν να τον συλλάβουν («κινούν…αρματωμένοι», «γρικήσετε…τσι βάνει», «ήρθε…εσφάγη»)[53]. Κατά το πρότυπο του αναγεννησιακού ανθρώπου («μα’ χε γερόντου γνώση», «η αρμηνειά του βρώση», «ήτονε τς αρετής πηγή και τς αρχοντιάς η φλέγα») ακαταπόνητος αποσκοπεί στην ευόδωση του στόχου του απρόσκοπτα, μολονότι αμφιβάλλει περιστασιακά («ταίρι…κατέχω»)[54]. Ως δουλευτής συγκρούεται με τον άρχοντα, εφόσον είναι αδιανόητο κοινωνικά-ιδεολογικά να γίνει ταίρι της Αρετούσας, όπως διατρανώνει και ο Πεζόστρατος με ερωτήσεις που δηλώνουν το απροσδόκητο («το τέκνον του…ταίρι;»)[55]. Σε αντίθεση με τα πλασματικά πλεονεκτήματα του Πιστόφορου (που έχει χάσει τη βασιλική επικράτεια), ο ήρωας προβάλλει την ηθική δυναμική του και προνόμια, όπως το τραγούδι, ο ερωτικός έμμετρος λόγος, τα βαθιά αληθινά συναισθήματά του για τη βασιλοπούλα («και πιάνε…σου αρέσα»)[56].

Ο Πεζόστρατος συντηρεί τις κοινωνικές συμβάσεις, μολονότι πείθεται από το γιο του και επισκέπτεται τον Ηράκλη ζητώντας το χέρι της Αρετούσας. Επιστρατεύει ως επιχείρημα την αλλοτινή αντίληψη (του χρυσού αιώνα) ότι η πρόσκαιρη ισχύς του πλούτου επιφέρει δυστυχίες, ώστε επιδιώκεται η κατάκτηση της αρετής. Έτσι αρμόζει να γίνονται γάμοι με νέους κατώτερων τάξεων που διαθέτουν γενναιότητα («ουδ’ ο τροχός…να καταλύσει»)[57]. Επικρίνει την παρωχημένη ηθική της άρχουσας «τάξης», αποκαθιστώντας την αξία του καθολικά ενάρετου αναγεννησιακού ανθρώπου («θωρείς…η γλώσσα»)[58].

Ο Ηράκλης εκπροσωπεί την ευταξία, την ισορροπία στην κοινωνική δομή, βάσει των πατροπαράδοτων εθών. Παριστάνεται σώφρων μονάρχης («και φρόνιμους…τρόπον»), συνάμα συντηρητικός και απάνθρωπος. Ο βασιλιάς Ηράκλης και η ρήγισσα Αρτέμη, προασπιζόμενοι τα συμφέροντα της «τάξης» τους, προβαίνουν στην κακομεταχείριση και φυλάκιση της κόρης τους, επειδή αρνήθηκε το συνοικέσιο. Ο αδιάλλακτος άρχων δεν ενστρερνίζεται διαχρονικές αλήθειες και συμβουλές από τον υποδεέστερο Πεζόστρατο («στο ρήγα…να πολυμιλεί»)[59]. Επιβάλλει την εξορία ως ποινική αντιμετώπιση της αυθάδειας του Ερωτόκριτου να ερωτευτεί την βασιλοπούλα («ο κύρης σου…τη στράτα»)[60]. Η βία του εκδηλώνεται προς τη Νένα που προσπαθεί να αντιληφθεί τα όρια της οργής του προς τον έρωτα («κ’ εδά…η μάνητά σου;»)[61].

Μετά τον πόλεμο των Βλάχων, υποδέχεται το νικητή στη μάχη Ερωτόκριτο, αγνοώντας την ταυτότητά του[62]. Όταν τον αναγνωρίζει, συναινεί στο γάμο γεφυρώνοντας την κοινωνική απόσταση με τον Ερωτόκριτο, φορέα δημοκρατικών αρχών («γιέ μου…ας είν’ συμπαθημένα»)[63]. Συνετός κρίνει ότι ο νέος έχει αρετές, μολονότι ταπεινής καταγωγής («δεν είναι ρήγας…γνώση»)[64].

Η Φροσύνη με το σκεπτικό ότι πρέπει να υπάρχει απόσταση ανάμεσα στους δύο νέους εξαιτίας της κοινωνικής διαφοράς, πρεσβεύει, ορθολογικά, ότι ο χρόνος θα επιφέρει την λησμοσύνη («κι άνοστος…σα γεράσει») και ίσως καινούριο έρωτα για τον Ερωτόκριτο (« κι όλα…μεταλλάσσει»)[65]. Είναι φορέας παρωχημένων κοινωνικών συμβάσεων («επά δε βρίσκουνται…δούλοι», «εγώ γνωρίζω…οι μεγάλοι»)[66]. Διαβεβαιώνει ότι είναι ανέφικτη η κοινωνική ανέλιξη του δουλευτή στην αυτοκρατορική θέση, δε χαρακτηρίζει προικισμένα τα κατώτερα στρώματα («εγώ βουλή…ν’ απλώσει», «και πόσοι…τη χάρη;»)[67]. Θεωρεί ότι ο Πιστόφορος είναι κατάλληλος γαμπρός όσον αφορά το κοινωνικό κύρος και ότι πρέπει να ευνοήσει η τύχη το συνοικέσιο. Οι δύο άντρες απεικονίζονται συνυποδηλωτικά, «ρόδον» ο Πιστόφορος, «ανθός» ο Ερωτόκριτος («ν’ αφήσεις…μοσκομυρισμένο»)[68].

Κυρίως συμπάσχει με την Αρετούσα που υποφέρει από τον έρωτα, στα ξεσπάσματά της  όμως δείχνει συντηρητική στάση («από μακρά…να σε βλέπει», «κ’ εμίλειε…μανίζει», «την φιλιάν…ν’ απαρνήθης»)[69]. Συνδέεται στενά μαζί της, ανατρέποντας την μεταξύ τους κοινωνική απόσταση, με παραμυθίες, κατά την απουσία του Ερωτόκριτου, περί αποκατάστασης των δυσχερειών εν καιρώ (Γ,στ.1623-1642)[70]. Με αυταπάρνηση εξάλλου εύχεται να μπορούσε να υποφέρει τις δοκιμασίες της μοίρας η ίδια, παρά η κυρία της («μα εγώ…τά μό’χεις μιλημένα»)[71]. Συμβάλλει εξάλλου στο συναπάντημα των ερωτευμένων, εκλιπαρεί το βασιλιά για τη σωτηρία της Αρετούσας.

Οι κοινωνικές διαφορές είναι εθιμικά επιβεβλημένες, σύμφωνα με τον Πολύδωρο («οπού’ναι…μεγάλον»)[72]. Πιστεύει ότι ο τρόπος ζωής αναλογεί στην κοινωνική θέση του καθενός και οι συνθήκες επιβίωσης των κοινωνικών ομάδων εξαρτώνται από την βασιλική βούληση («ο ρήγας…θάνατό μας»)[73]. Προβλέπει, ατυχώς, τη ζημιογόνα έκβαση της ερωτικής ιστορίας. Παραπλανάται, νομίζοντας ότι η Αρετούσα συναίνεσε στο γάμο με κάποιον άλλο. Ωστόσο δεν στέκεται εμπόδιο στον έρωτα του Ερωτόκριτου (συμπλέκεται με τους στρατιώτες του βασιλιά, τον συνοδεύει στο τραγούδι, επιμελείται τη φορεσιά του στο κονταροχτύπημα, του μεταφέρει πληροφορίες από το παλάτι κατά την εξορία του)[74]. Ενώ δυσκολεύεται να πιστέψει στην επίτευξη του στόχου του φίλου του, συναινετικά ελπίζει  στην κατάρριψη των «ταξικών» διακρίσεων[75].

Η Αρετούσα προικισμένη με ομορφιά, ηθικές αρετές, πνευματικότητα αποτελεί δείγμα της αριστοκρατικής ηθικής που συνδέει την ευγενική καταγωγή με τα χαρίσματα («στη γνώση και στη χάρη», «χάρες κι αρετές», «ευγενική και τακτική»)[76]. Σύμφωνα με το ηθικό decorum, η σεμνότητα, η αγνότητα, η ευγένεια αναδεικνύουν το ερωτικό ιδεώδες. Η Αρετούσα θεωρεί ότι τα ανώτερα έργα έχουν τις ρίζες τους στην αριστοκρατική καταγωγή («γιατί σ’ ανθρώπους…να μπούσι»)[77]. Ωστόσο η δεξιοσύνη του τραγουδιστή διαψεύδει την αρχική της θέση («πέ’ μου…την έχει;»)[78]. Χωρίς να αντιτίθεται στον κοινωνικό της ρόλο, ελπίζει να σμίξει με τον Ερωτόκριτο με την επέμβαση της τύχης και την πατρική έγκριση («να το θελήσει…να τ’ ορίσει»)[79]. Μετά την ακρόαση της ψεύτικης ιστορίας για το θάνατο του Ερωτόκριτου, κατηγορεί το ριζικό της για τις δοκιμασίες («το ριζικό..δε μ’ ορίζει.»)[80].

Η απόφαση του βασιλικού οίκου για το γάμο της με τον Πιστόφορο, την καταπτόησε («τό’κουσεν…στην κάμερά τση»), ενώ ευρηματικός είναι ο οίκτος προς τον πάτερα της[81]. Πιστεύει μοιρολατρικά ότι θα εκπλήρωνε την ερωτική επιθυμία της, αν είχε γεννηθεί φτωχή («φτωχή…εχαρήκα»)[82]. Η οργή της, αποτέλεσμα της βάναυσης αντίδρασης των γονιών της, γίνεται προϋπόθεση μεταβολών στο κοινωνικό σκηνικό («και δε λογιάζω…στεφάνι»)[83]. Στα πλαίσια της ειρωνείας, σόφισμα αποτελεί η ψεύτικη δωρεά του Βυζαντίου, που είναι μέρος μόνο του ένδοξου παρελθόντος («ποιός λογισμός…θυμίζει;»)[84]. Δεν είναι καλότυχη η Αρετούσα, διότι ο πλούτος, η αίγλη, τα μελλοντικά οφέλη του γάμου της με τον Πιστόφορο, ανύπαρκτα, ακυρώνονται («να πάρεις…να κερδέσεις»)[85]. Καταργείται το συνοικέσιο Αθήνας Κωνσταντινούπολης, επειδή υπονόμευσε τον αληθινό έρωτα. Υπό το πρίσμα της πολιτικής αλληγορίας, απελευθερώνεται ο νέος ελληνισμός από την άτοπη προσδοκία αναβίωσης της δυναμικής του Βυζαντίου. Εξαίρεται η σύνδεση με τον αρχαιοελληνικό πολιτισμό (στο επίκεντρο είναι η Αθήνα) που επιδιώκεται από τους διανοούμενους της Δύσης, όπως είναι ο Κορνάρος[86].

Υπάρχει εσωτερική εξέλιξη του χαρακτήρα της Αρετούσας στη μυθιστορία. Ξεφεύγει από τη βασιλική επιβολή, αλλά ο Ερωτόκριτος εξορίζεται. Συνεπώς δεν εξασφαλίζει το μέλλον της, βρίσκεται σχεδόν στο απόλυτο κενό, πράγμα που γίνεται η αρχή της επινόησης εκ νέου του εαυτού της, πέρα από τον προκαθορισμό της οικογένειας. Η Αρετούσα διαφαίνεται πιστή στον έρωτα, επαναστατική, όχι παθητική. Ανακαλύπτει την ταυτότητα του τραγουδιστή, απορρίπτει μνηστήρες, αντιτάσσεται στον πατέρα[87]. Ακόμα και με την ενσωμάτωση του Ερωτόκριτου στον βασιλικό οίκο, δεν εκδηλώνει συντηρητική υπαναχώρηση. Αναμορφώνονται οι επαναστατικές κατευθύνσεις της μέσα από τη γονική συναίνεση στο γάμο της. Υπερτερεί το συναίσθημα, χωρίς εκλογικευμένη επιστροφή στην οικογένεια («εκείνος…δε λογιάζουν»).

Η βενετοκρητική αριστοκρατία απολαμβάνει μεγαλύτερο μερίδιο στην εξουσία. Η ποινή της φυλάκισης, μετά την επίμονη άρνηση της Αρετούσας να παντρευτεί το ρηγόπουλο του Βυζαντίου, αποδεικνύει την εξουσιαστική ισχύ του Ηράκλη. Εκείνη σθεναρά αρνείται να υποκύψει, ακόμα και ψευδόμενη, πράγμα που ο ποιητής χαρακτηρίζει «αποκοτιά», ενώ επικοινωνιακά συνδιαλέγεται προτρέποντας το κοινό («μην την καταδικάσετε»)[88]. Έτσι προεξοφλείται η διείσδυση του Ερωτόκριτου στον κύκλο της, που θα αναιρέσει το «ταξικό» χάσμα, τις κοινωνικές αντιξοότητες («ουδέ φλακή…στο παλάτι»)[89]. Όταν δεν υπερβαίνεται το φυσικό, προκαλούνται ζωώδεις αντιδράσεις. Η πρωτόγονη κοινωνική κατάσταση βασίζεται στο άλογο δίκαιο του ισχυρού, μέχρι που εξανθρωπίζεται η κοινωνία με την κοινωνική κινητικότητα[90]. Ο Ηράκλης, που μετουσιώνεται σε θηρίο, αντιπροσωπεύει το φυσικό αντίκτυπο της απολυταρχίας[91].

Η κοινωνικά αταίριαστη συνύπαρξη του Ερωτόκριτου με τη βασιλοπούλα επιβάλλει αντισταθμιστικά την εξορία του («να σας ξορίσουν…εκάμου’»)[92]. Επιστρέφοντας ο ήρωας πιστεύει ότι, αν πληροφορηθεί ο βασιλιάς Ηράκλης ότι επισκέπτεται το παλάτι, τότε αναγκαστικά θα επανέλθει στην εξορία («να ξοριστώ…τη στράτα»)[93]. Ως αναγεννησιακός τύπος, ο Ερωτόκριτος ουσιαστικά πρέπει να εξοριστεί, προτού επανενταχτεί στην κοινωνία του επιδεικνύοντας την αξιοσύνη του. Εξόριστος «επιδιώκει την επιστροφή στην πνευματική του πατρίδα, την  επανένωση με την κλασική ιδιοφυία»[94].

Ο βασιλιάς των Βλάχων πολιορκεί την Αθήνα. Η έκβαση της μάχης εξαρτάται από τη μονομαχία Ερωτόκριτου και Αρίστου. Ο Ερωτόκριτος, με μαύρη όψη, υπερισχύει, προσφέρει στους Αθηναίους αποτελεσματική βοήθεια, κερδίζει την Αρετούσα. Μέσα από λεκτικές επαναφορές και μεταφορικότητα, αποδίδεται δραματοποιημένη η ανδραγαθία του[95]. Επιτελείται ο γάμος της Αρετούσας με τον ξένο ιππότη Κριτίδη (ενδεικτική είναι η συνάφεια με την Κρήτη). Προβάλλεται η δυναμική της αναγεννησιακής εποχής με την υιοθέτηση του ξένου στοιχείου, όχι την προσάρτηση στο ένδοξο παρελθόν[96].

Τρόποι θεραπείας από τα συμπτώματα της αρρώστιας του έρωτα (θλίψη, αϋπνία, ανορεξία) για τους δύο ήρωες επιχειρούνται (μάταια) μέσω του παραμυθητικού διαλόγου με έμπιστα πρόσωπα (Φροσύνη, Πολύδωρος), τη δραστηριοποίηση, διακριτή των κοινωνικών ρόλων (κυνήγι για τον Ερωτόκριτο, κέντημα και ανάγνωση για την Αρετούσα), την ξενιτιά. Η Φροσύνη εκφοβίζει την Αρετούσα, αναφερόμενη στις επώδυνες θεραπείες (φλεβοτομία), για να καταρρίψει την προσήλωσή της στον ποθητό άντρα με τη συνετή γυναικεία αυτοκυριαρχία («τούτο ‘ναι…την αφούσα»)[97].

Ενώ οι γονείς σχεδιάζουν το γάμο της Αρετούσας, το όνειρό της με «ψυχολογικές συνδηλώσεις» (κινδυνεύει να πνιγεί στη θάλασσα, αλλά τη διασώζει ένας άγνωστος), ουσιαστικά τον προαναγγέλλει («μιά νύκτα…η Aρετούσα»)[98]. Μετά από εμβριθή διερεύνηση του ονείρου, η Νένα επιβεβαιώνει το αδιάσειστο κοινωνικό χάσμα που χωρίζει την κυρά της από τον Ερωτόκριτο, ώστε να θεραπευτεί παραψυχολογικά, μάταια, το πάθος της («αγάπησες…μικρότερό σου;», «ο Pωτόκριτος…για σένα»)[99].

Τελικά διαπιστώνεται στο κείμενο ότι οι καιροί  αλλάζουν, οι ήρωες υπόκεινται στους νόμους της φύσης, όχι της συμβατικής λογικής, βρίσκοντας θεραπεία στη συνένωσή τους[100].Παραμερίζεται η μυθιστορηματική μελαγχολία με έμφαση σε νεοσύστατα πολιτικά ιδεώδη υπό το πρίσμα της κοινωνικής εξυγίανσης[101]. H υπέρβαση του ψυχολογικού αδιεξόδου και της κοινωνικής αντιπαλότητας των στρωμάτων επιτυγχάνεται με τη συμβολική λύση που δίνει η λογοτεχνία[102].

Για τις βενετικές αρχές απειλητική ήταν μια επερχόμενη επίθεση των Τούρκων στην Κρήτη εξαιτίας του κυπριακού πολέμου (1570-1573), της τουρκικής απόβασης στη βόρεια ακτή (1571). Απειλητική ήταν και η συμπόρευση των Ελλήνων με τους Τούρκους. Γι’ αυτό η βενετοκρητική εξουσία χαλαρώνει τους αυστηρούς πολιτικοκοινωνικούς θεσμούς. Το νησί δεν θεωρούνταν απλώς βενετική κτήση, αλλά αυτόνομη περιοχή  με δικά της έθη και ιδεολογικά κοινωνικά χαρακτηριστικά (16ος-17ος αιώνας)[103]. Η απόλυτη αντιστροφή των δεδομένων, η ένταξη του Ερωτόκριτου στην ανώτατη κοινωνική βαθμίδα, με το γάμο του με την Αρετούσα, μπορεί να ειδωθεί ως προσδοκία του Βενετοκρητικού της όψιμης Βενετοκρατίας στην Κρήτη[104].Ο Ερωτόκριτος αντιπροσωπεύει τις δυνάμεις της νεοσύστατης αστικής τάξης που θα αξιοποιηθούν στη διοίκηση, ενώ ο βασιλιάς Ηράκλης τη Βενετοκρητική ελίτ[105].

Στο έργο σηματοδοτείται μέσα από την αντιπαράθεση ενός δουλευτή με το βασιλιά η κοινωνική ανισότητα. Ωστόσο ο Ερωτόκριτος αντιδιαστέλλει τη δουλεία στον άρχοντα με τη δουλεία στον έρωτα. Τελικά θα πειθαρχήσει στον έρωτα («ο έρωτα…είμαι»)[106]. Ο ποιητής αποποιείται οποιοδήποτε ενδεχόμενο αναβίωσης του Βυζαντίου και του ήθους του αυλικού έρωτα. Αναδεικνύει τη νεοελληνική υπόσταση προσεγγίζοντας τις νέες κοινωνικοηθικές ιδέες της Αναγέννησης. Ο Κορνάρος απευθύνεται στην «βενετική αριστοκρατία που αρνούνταν να μάθουν τη γλώσσα των Κρητών υπηκόων τους» και προωθεί τη γλωσσική υπεροχή της Κρήτης. Δεν αξιοποιεί τον «κοινό λογοτεχνικό τόπο» που απεικονίζει απλουστευμένα μια τελειοποιημένη κοινωνία[107]. Η πεποίθηση στον αληθινό έρωτα και η αγωνιστικότητα αντίκεινται στις παραδεδομένες συμβάσεις που προωθεί η συντήρηση της ακμής της βυζαντινής αυτοκρατορίας και των διαφοροποιημένων κοινωνικών ομάδων[108].

Βιβλιογραφία

▪ Κορνάρος, Β. Ερωτόκριτος. Ευπυρίδης, Γ. (επιμ.) Αθήνα: Ars Brevis. 2014

***

▪ Δημητρίου, Σ. 1978. Λεξικό όρων Σημειολογικής και Δομικής Ανάλυσης της Τέχνης 1. Αθήνα: Καστανιώτη

▪ Καλλίνης, Γ. 2006. «Το “πορτρέτο” της Αρετής. Από τις “προσωπογραφίες” ωραίων γυναικών της μεσαιωνικής και αναγεννησιακής μυθιστορίας στην απουσία του γυναικείου σώματος στον Ερωτόκριτο του Β.Κορνάρου». Στο: Κακλαμάνης, Σ. (επιμ.), Ζητήματα Ποιητικής στον Ερωτόκριτο. Ηράκλειο: Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη. 119-129

▪ Καπλάνης, Τ.Κ. 2006. «Όπου κατέχει να μιλή με γνώση και με τρόπο…»: η ποιητική θεωρία του Β.Κορνάρου με αφορμή τα σχόλια ποιητικής του Ερωτόκριτου. (ανάτυπο εκ των πρακτικών του συνεδρίου με θέμα: ζητήματα ποιητικής στον Ερωτόκριτο). Ηράκλειο: Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη

▪ Κατσιγιάννης, Α. 2015. “«Ξένος ή δικός μας;» Η κριτική πρόσληψη του Ερωτόκριτου τον 19ο αιώνα” Στο: Κακλαμάνης, Σ. (επιμ.), Ζητήματα Ποιητικής στον Ερωτόκριτο. Σητεία: Κέντρο Ερευνών και Μελετών Κρητικού Πολιτισμού του Δήμου Σητείας

▪ Λεντάρη, Τ. 2006. «Ο Ερωτόκριτος και η ελληνική δημώδης μυθιστορία του μεσαίωνα: ο λόγος της επιθυμίας και η απουσία του». Στο: Κακλαμάνης, Σ. (επιμ.), Ζητήματα Ποιητικής στον Ερωτόκριτο. Ηράκλειο: Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη. 51-68

▪ Μαρκαντωνάτος, Γ. Σακελλαριάδης, Γ. 1980. Λεξικό Λογοτεχνικών όρων. Θεσσαλονίκη: Μαλλιάρης Παιδεία

▪ Πιερής, Μ. 2006. Ερωτόκριτος vs Πιστόφορος. Ιδεολογικές δομές στο έργο του Κορνάρου. (ανάτυπο από το περ. «Κονδυλοφόρος», τ.5, σσ.7-38) Θεσσαλονίκη: University Studio Press

▪ Πολίτης, Λ. 1985. Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Αθήνα: Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης.

***

▪ Μπαχτίν, Μ. 2003. «O Μιχαήλ Μπαχτίν ως φιλόσοφος και θεωρητικός του μυθιστορήματος». Στο: Μπαχτίν, Μ. Προβλήματα λογοτεχνίας και αισθητικής (μετάφρ. Σπανός Γ.) Αθήνα: Πλέθρον.9-24

▪ Μπαχτίν, Μ. 2003. «Το πρόβλημα του περιεχομένου». Στο: Μπαχτίν, Μ. Προβλήματα λογοτεχνίας και αισθητικής (μετάφρ. Σπανός Γ.) Αθήνα: Πλέθρον.49-70

▪ Beaton, R. 2006. «Ο Ερωτόκριτος μέσα στην ιστορική εξέλιξη της μυθιστορίας». Στο: Κακλαμάνης, Σ. (επιμ.), Ζητήματα Ποιητικής στον Ερωτόκριτο. Ηράκλειο: Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη. 39-49

▪ Borghart, P., DeTemmerman K. 2010. “From Novelistic Romance to Romantic Novel”. Journal of Mediterranean Studies. Vol. 19. No. 1: 43–68

▪ Φουκώ, Μ. 1993. «3 Η μέριμνα για τον εαυτό μας», στο:  Φουκώ, Μ. Ιστορία της σεξουαλικότητας. (μετάφρ. Κρητικός, Γ.) 253-259. Αθήνα: Κέδρος-Ράππα

▪ Φουκώ, Μ. 2008. Το μάτι της εξουσίας. μετάφρ. Μπέτζελος, Τ. Θεσσαλονίκη: Βάνιας-Περάσματα

▪ Frye,  N. 1996. Ανατομία της κριτικής. Τέσσερα δοκίμια. (μετάφρ. Μ.Γεωργουλέα) Αθήνα: Gutenberg – Γιώργος & Κώστας Δαρδανός.184- 320

▪ Hagg, T. 2010. Το αρχαίο μυθιστόρημα. μετάφρ. Μαστοράκη, Τ. Γιατρομανωλάκης, Γ. Αθήνα: Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης

▪ Hale, D. J. 2006. «Marxist Approaches» Στο: D. J. Hale (επιμ.), An Anthology of Criticism and Theory 1900-2000. Oxford: Blackwell Publishing Professional. 343-360.

▪ Halperin, D. M.1989. “Is There a History of Sexuality?”. History and Theory, Vol. 28, No. 3. 257-274

▪ Hawkes, T. 1978. Μεταφορά. Η γλώσσα της κριτικής. (μετάφρ. Πεντζίκης, Ν.Γ.) Αθήνα: Ερμής

▪ Holdon, D. 1999. «Μυθιστορία», στο: Holdon, D. (επιμ.), Λογοτεχνία και Κοινωνία στην Κρήτη της Αναγέννησης. 2η έκδοση. Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης. 253-291

▪ Jameson, F. 1982. The Political Unconscious. New York: Cornell University Press

▪ Konstan, D. 1993. “The Greek Novel: Sexual Symmetry”, στο:  Konstan, D., Sexual Symmetry.Love in the Ancient Novel and Related Genres. 14-59. New Jersey: Princeton Legacy Library

▪ Kristeva, J. 2011. «Οι Τροβαδούροι: από το “μεγάλο αυλικό άσμα” στο αλληγορικό αφήγημα», στο: Kristeva, J., Ιστορίες αγάπης. (μετάφρ. Μπέτζελος, Τ.) 370-390. Αθήνα: Κέδρος

▪ Moennig, U. 2006. «Τα ειδολογικά συμφραζόμενα του Ερωτόκριτου». Στο: Κακλαμάνης, Σ. (επιμ.), Ζητήματα Ποιητικής στον Ερωτόκριτο. Ηράκλειο: Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη. 75-82

▪ Norton, G. P. Cottino-Jones, M.1999. « Theories of prose fiction and poetics in Italy: novella and romanzo (1525–1596)». Στο: Norton, G. P. (edit.) The Cambridge History of Literary Criticism. Volum 3. The Renaissance. Cambridge: Cambridge University Press.322-336

▪ Peri, M.1999. Του πόθου αρρωστημένος. (μετάφρ. Αθανασοπούλου, Α.) Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης

▪ Sifakis,G. M. 2001.“Looking for the tracks of oral tradition in medieval and early modern Greek poetic works”. Journal of the Hellenic Diaspora 27.  61-86.

▪ Xie, S.1996. «History and Utopian Desire: Fredric Jameson’s Dialectical Tribute to Northrop Frye» Στο: Cultural Critique No. 34. 115-142.

***

▪ Κορνάρος, Β. «Ερωτόκριτος» http://erotokritos.users.uth.gr/erotokritos.htm. Ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης: 26-4-2016.

<http://erotokritos.users.uth.gr>

▪ Lacan, J. Anxiety: The Seminar of Jacques Lacan, Book X. (transl.Gallagher, C.) Ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης: 2-4-2017

<http://www.lacaninireland.com/web/wp-content/uploads/2010/06/Seminar-X-Revised-by-Mary-Cherou-Lagreze.pdf>

▪ Σαραντάκος, Ν. (29-6-2016). «Η λιόστρα και η γιόστρα»

https://sarantakos.wordpress.com/tag/%CE%B3%CE%BA%CE%B9%CF%8C%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B1/ Ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης: 19-4-2016.

< https://sarantakos.wordpress.com >

[1] Κορνάρος (2014),σσ.5-8 και Moennig (2006),σσ.80-82 και Hale (2006),σσ.356,358 και Καπλάνης (2006),σσ.393-394 (ο όρος «τάξη» είναι αναχρονισμός)
[2] Holdon (1999),σσ.264-265
[3] Πολίτης (1985),σσ.77-81
[4] Holdon ό.π.,σ.267 και Norton, Cottino-Jones (1999),σ.331 και Κατσιγιάννης ό.π.,σσ.387-388
[5] Sifakis (2001),σ. 79 και Peri (1999),σσ.177-178 και Μαρκαντωνάτος, Σακελλαριάδης (1980),σσ.256-259 και Κατσιγιάννης (2015),σ.386 και Holdon ό.π.,σ.276 («το κονταροχτύπημα καταλαμβάνει, δηλαδή 2.454 στίχους, σχεδόν το ¼ των 9.982 στίχων του ποιήματος»)
[6] Πιερής (2006),σσ.32-34
[7] Πολίτης (2000),όπ.αναφ.στο Κατσιγιάννης (2015),σ.383
[8] Πιερής ό.π.,σσ.10,37
[9] Danielsen (1985) και Αλεξίου (1999) και Δημαράς (1975)όπ.αναφ. στο Πιερής ό.π.,σσ.12, 11, 14-15 και Peri ό.π.,σ. 174 και Μπαχτίν (2003), σ.22
[10] http://erotokritos.users.uth.gr Α,στ.5
[11] Γ,στ.162
[12] Ε,στ.1475
[13]https://sarantakos.wordpress.com/tag/%CE%B3%CE%BA%CE%B9%CF%8C%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B1/ (η γκιόστρα είναι μονομαχία έφιππων αρχόντων με προτεταμένα κοντάρια) και Holdon ό.π.,σσ.267-268
[14] Sifakis ό.π.,σσ.81, 177-178
[15] Peri ό.π.,σ. 178 και Hawkes (1978),σσ.116-118 και Μαρκαντωνάτος, Σακελλαριάδης ό.π.,σ.329
[16] Holdon ό.π., σσ.276-277,285-286 και Hawkes ό.π.,σσ.101-102 και Κατσιγιάννης ό.π.,σ.388
[17] Ξανθουδίδης (1915), Κριαράς (1988), όπ.αναφ. στο Πιερής ό.π.,σ.19 και Μαρκαντωνάτος, Σακελλαριάδης ό.π.,σσ.447-448
[18] Holdon ό.π.,σ.276 (η Καραμανία της Μικράς Ασίας)
[19] Holdon ό.π.,σ.284
[20] Αλέξιου (1980), όπ.αναφ. στο Πιερής ό.π.,σ.20 (με τις μορφές του Κυπρίδημου και Χαρίδημου εξωραΐζονται τα νησιά Κύπρος και Κρήτη που, ως «δυτικό τόξο», συνδέονται με τη Βενετία· ο πρώτος επικρατεί έναντι της ανατολικής προγενέστερης αυτοκρατορίας, ο δεύτερος έναντι της οθωμανικής)
[21] Β,στ.1542
[22] Κουρμούλης (1961-1962) και Bekker (2002), όπ.αναφ. στο Πιερής ό.π.,σ.22 και Peri ό.π.,σ.178
[23] Holdon ό.π.,σ.282 (η Μυτιλήνη είναι τόπος ανάπτυξης του έρωτα στο μυθιστόρημα «Δάφνις και Χλόη» που ίσως γνωρίζει ο ποιητής)
[24] Holdon ό.π.,σσ.279, 287
[25] Β,στ.200,250
[26] Holdon ό.π.,σ.277
[27] Holdon ό.π.,σ.278 και Δημητρίου (1978),σσ.89-92
[28] ο Ερωτόκριτος εξορίζεται δύο φορές στην Έγριπο
[29] δεν ερμηνεύεται η έμφαση στη Θεσσαλονίκη, μολονότι εκεί ανιχνεύονται, μετά την κατάκτησή της, τα εμπορικά κίνητρα των Βενετών
[30] Β,στ.1940,1954
[31] Holdon ό.π.,σ.280
[32] Holdon ό.π.,σ.280 (μετά τη σφαγή του Μινώταυρου, ο Θησέας άφησε την Αριάδνη στη Νάξο)
[33] Holdon ό.π.,σ.281
[34] Β,στ.153-156 και Hawkes ό.π.,σσ.30-32
[35] Danielsen (1985), όπ.αναφ.στοHoldon ό.π.,σ.281 (με αφετηρία το ενδιαφέρον για τα βενετικά συμφέροντα, δεν εξηγείται η συμμετοχή του Δημοφάνη στο κονταροχτύπημα· κατά τον Danielsen, αυτός αντιπροσωπεύει τις βενετικές βλέψεις στην είσοδο των Δαρδανελλίων, θέση αβέβαιη)
[36] Moenning ό.π., σσ.81-82
[37] Holdon ό.π.,σσ. 282-283
[38] Danielsen (1985),όπ.αναφ.στο Holdon ό.π.,σ. 283
[39] Holdon ό.π.,σ. 283
[40] Β,στ.1470
[41]Holdon ό.π.,σ. 282 (το όνομα σημαίνει την ταύτιση της θρησκευτικής πίστης και του κράτους)
[42] Β,στ.426 και Holdon ό.π.,σ.285
[43] Β,στ.2199-2202
[44] Β,στ.2184
[45] Β,στ.1819-1824
[46] Holdon ό.π.,σ. 282 και Peri ό.π.,σσ. 175,178-179
[47] Sifakis ό.π.,σσ.73-76,78 και Norton, Cottino-Jones ό.π.,σσ.331-332,
[48] Holdon ό.π.,σσ.265-266
[49] Ε,στ.1515-1516 και Peri ό.π.,σσ. 194,221 και Beaton (2006),σσ.42-43 και Holdon ό.π.,σ.265
[50] Δ,στ.605-620
[51] Πολίτης ό.π.,σσ.77-81
[52] Holdon ό.π.,σ.273 και Frye (1996),σσ. 189-190
[53] Α, στ.503,529-530 και Β,στ.517-580
[54] Β,στ.75-76
[55] Β,στ.795-797
[56] Γ,στ.1383-1384 και Πιερής ό.π.,σ.30 και Μαρκαντωνάτος, Σακελλαριάδης ό.π.,σσ.330-332 και Frye ό.π., σσ. 184-186
[57] Γ,στ.899,907-908 και Holdon ό.π.,σ.269
[58] Ε,στ.1463-1464 και Holdon ό.π.,σσ.130-131
[59] Γ,στ.933-934
[60] Γ,στ.1354
[61]Δ,στ.557
[62] Δ,στ.1201-1206
[63] Ε,στ.1385-1386 και Πιερής ό.π.,σ.28
[64] Ε,στ.1417-1418
[65] Α,στ.1708 και Καπλάνης ό.π.,σσ.373-374
[66] Α,στ.666,668 και Γ,στ.109-110
[67] Α,στ.1457-1458 και Γ,στ.1156-1157
[68] Β,στ.447-448
[69] Β,στ.446 και Α,στ.884 και Γ,στ.156
[70] Holdon ό.π.,σ.267
[71] Γ,στ.119-120
[72] Α,στ.205-206
[73] Α,στ.211-214
[74] Α,στ.193-194,187-190
[75] Xie (1996), σσ.129-130
[76] Α,στ.56-68 και Καλλίνης (2006),σσ.127-129 και Καπλάνης ό.π.,σσ.372-373 και Holdon ό.π.,σ.268
[77] Α,στ.643-644 και Λεντάρη (2006),σσ. 15,67 και Beaton ό.π.,σ.41
[78] Α,στ.1513
[79] Γ,στ.685 και Πολίτης ό.π.,σσ.77-81
[80] Ε,στ.1018 (μεταμφιεσμένος ο Ερωτόκριτος την υποβάλλει σε δοκιμασία, αντιστρέφοντας τους κοινωνικούς ρόλους)
[81] Γ,στ.1045-1050
[82] Δ,στ.725-726
[83] Γ,στ.1137-1140
[84] Αλεξίου (1980), όπ.αναφ. στο Πιερής ό.π.,σ.35(«ψοματινό συλλογισμό» ονομάζει ο Αριστοτέλης τον ψευδή συλλογισμό)
[85] Δ,στ.281-298 και Hale,ό.π.,σ.358
[86] Πιερής ό.π.,σσ.24,37-38 και Hawkes ό.π.,σ.51 και Δημητρίου ό.π.,σ.58 και Norton, Cottino-Jones ό.π.,σσ.333-334
[87] Καλλίνης ό.π.,σσ.128-129
[88] Γ,στ.1575 (η επέμβαση της κοινής γνώμης επισφραγίζει την κοινωνική αλλαγή)
[89] Δ,στ.491-492 και Καπλάνης ό.π.,σσ.389-390 και Holdon ό.π.,σ.266 και Jameson (1982),σ.299 και Hale ό.π.,σ.353
[90] Πιερής ό.π.,σ.14
[91] Norton, Cottino-Jones ό.π.,σσ.334-335
[92] Α,στ.183
[93] Α,στ.1894
[94]Holdon ό.π.,σσ.270-271,262-263
[95] Sifakis ό.π.,σσ.73-76 και Μαρκαντωνάτος, Σακελλαριάδης ό.π.,σσ.258-259
[96] Πιερής ό.π.,σσ.37-38
[97] Α,στ.685-690 και Δ,στ.693-698 και http://www.lacaninireland.com/web/wp-content/uploads/2010/06/Seminar-X-Revised-by-Mary- και Φουκώ (1993), σσ.253-254 και Konstan (1993), σ.32 και Hagg (2010), σ. 75 και Halperin (1989),σσ. 271-272
[98] Δ,στ.49-50 και Peri ό.π.,σσ.194-198 και Kristeva (2011),σ.387 και Hawkes ό.π., σσ.80-83
[99] Δ,στ.154,176 και Borghart, DeTemmerman (2010), σσ.49,52 και Μπαχτίν (2003), σ.22
[100] Hagg ό.π., σσ. 69-70,75 και Halperin ό.π.,σσ. 265-266 και Φουκώ (2008) ό.π.,σσ.152-155
[101] κοινωνική ουτοπία
[102] Γ,στ.1277και Δημητρίου ό.π.,σσ.169-170
[103] Κακλαμάνης (2004), όπ.αναφ. στο Πιερής ό.π.,σ.34
[104] Jameson ό.π., σ. 19 και Καπλάνης ό.π.,σ.382 και Frye ό.π.,σ.190
[105] Holdon ό.π.,σσ.269-270 και Xie ό.π., σσ.126-127
[106] Α,στ.1185-1186
[107] Αλέξίου (1986), όπ.αναφ. στο Holdon ό.π.,σσ.290
[108] Πιερής ό.π.,σσ.33,38

Ελευθερία Μπέλμπα*
Φιλόλογος

Ακολουθήστε την επίσημη σελίδα μας στο facebook schooltime για να βλέπετε τις σημαντικότερες ειδήσεις στη ροή του schooltime.gr

Ακολουθήστε μας στο facebook