Της Μαριμπή Μαρίας

Πρόσφατα έχει αποκτήσει δημοσιότητα στο διαδίκτυο ένα blog το οποίο τιτλοφορείται με το ζοφερό “Αιωνίως Άνεργη”. Η αρθρογράφος, μία 26χρονη με μεταπτυχιακό, περιγράφει τις ιστορίες τρέλας που βιώνει στην προσπάθειά της για την εύρεση εργασίας σήμερα. Συνεντεύξεις για τη θέση εθελόντριας επί πληρωμή (!), τηλεφωνήτριας ή πωλήτριας εναλλάσσονται με τραγελαφικές συζητήσεις με μελλοντικούς εργοδότες που κατατάσσουν τη χρήση της μηχανής του καφέ ως υψηλή γνώση. Παρά το καυστικό χιούμορ, εύκολα κανείς διακρίνει την πικρία ενός ανθρώπου που, έχοντας αποκτήσει υψηλού επιπέδου εκπαίδευση, είναι αναγκασμένος να αναζητά εργασία που δεν συνάδει με τα προσόντα του.

Οι εμπειρίες της αρθρογράφου, δυστυχώς, δεν αποτελούν μεμονωμένο περιστατικό αλλά περιγράφουν μία κατάσταση που διαχρονικά αποτελεί ένα από τα βασικότερα προβλήματα της ελληνικής αγοράς εργασίας. Το φαινόμενο της αναντιστοιχίας των δεξιοτήτων (skills mismatch) αναφέρεται στη μη σύγκλιση των δεξιοτήτων που ζητούνται από την αγορά εργασίας με αυτές που προσφέρονται από τους εργαζόμενους σε μία χρονική περίοδο. Έτσι, είναι πλέον περισσότερο από σύνηθες άτομα εκπαιδευμένα σε επίπεδο πτυχίου, μεταπτυχιακού ή και διδακτορικού να αναζητούν απασχόληση σε πεδία που δεν αντιστοιχούν με τις δεξιότητες που έχουν αποκτήσει κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσής τους ή, για να το θέσω διαφορετικά, πεδία για τα οποία κατέχουν “υπερβολικά πολλά προσόντα” (overqualified).

Η εκπαίδευση και ο τρόπος με τον οποίο οργανώνεται προφανώς έχει διαδραματίσει πρωταρχικό ρόλο στη δημιουργία και διαιώνιση της εν λόγω αναντιστοιχίας. Πιο συγκεκριμένα, η ανωτάτη εκπαίδευση έχει συμβάλλει στην υπερπροσφορά επιστημόνων με αποτέλεσμα να δημιουργείται, πρώτον, γενική υποτίμηση της αξίας των ακαδημαϊκών πτυχίων και δεύτερον, συμπίεση των μισθών για την εξειδικευμένη γνώση προς τα κάτω. Η απόφαση για την απόκτηση εκπαίδευσης, ωστόσο, ευθύς εξαρχής εμπεριέχει μια κυρίως οικονομίστικη πλευρά, δηλαδή νοείται ως επένδυση στο ανθρώπινο κεφάλαιο που ως στόχο έχει την αύξηση της μελλοντικής ροής εσόδων που προέρχονται από την εργασία. Επομένως, όταν στην Ελλάδα βρισκόμαστε σε ένα σημείο όπου γίνεται μια επένδυση – τόσο οικονομική όσο και χρονική μέσω της προσωρινής απόσυρσης των νέων από την αγορά εργασίας και την παράταση του χρόνου εκπαίδευσης – η οποία αργότερα δεν αποσβένεται μέσω υψηλότερων αποδοχών αλλά οδηγεί σε χαμηλής εξειδίκευσης απασχόληση, τότε αυτό σημαίνει πως κάνουμε κάτι πάρα πολύ λάθος.

Πώς θα μπορούσε όμως να αντιστραφεί αυτή η κατάσταση; Η λύση δύναται να δοθεί μέσα από την ανάδειξη της επαγγελματικής εκπαίδευσης ως ισχυρής εναλλακτικής επιλογής για τους νέους. Προκειμένου να επιτευχθεί αυτό απαιτείται τόσο η συμβολή της πολιτείας μέσω θεσμικών αλλαγών στην εκπαίδευση όσο και η ενεργός συμμετοχή της αγοράς εργασίας, η οποία πρέπει να δίνει το σύνθημα σε σχέση με το είδος των δεξιοτήτων που είναι απαραίτητα σε κάθε χρονική στιγμή. Ένας τρόπος για να γίνει αυτό είναι μέσω της πρακτικής άσκησης. Λέγοντας πρακτική άσκηση δεν νοείται ούτε το ισχύον σύστημα όπου δεν προσφέρεται καμία ουσιαστική εξειδίκευση ούτε προφανώς η απλήρωτη μαθητεία. Αντιθέτως, αναφέρομαι σε ένα προσεγμένο σύστημα πρακτικής άσκησης και επαγγελματικής μαθητείας (internships, traineeships and apprenticeships), το οποίο θα ρυθμίζεται από κεντρικά όργανα πιστοποίησης και θα παρέχει διαπιστευμένες γνώσεις στους μαθητές, ένα σύστημα στο οποίο κύριοι παίκτες είναι το κράτος, οι εταιρείες, οι κοινωνικοί εταίροι και φυσικά τα σχολεία.

Επαγγελματική μαθητεία

Εξαιρετικά επιτυχημένα παραδείγματα επαγγελματικής μαθητείας έχουν να επιδείξουν η Ελβετία, η Αυστρία, η Δανία και η Γερμανία. Πιο συγκεκριμένα, το φημισμένο «διπλό σύστημα» (dual vocational education and training – VET) είναι ένα σύστημα στο οποίο οι μαθητές αφιερώνουν κατά τη διάρκεια της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης το ήμισυ του χρόνου τους στο σχολείο, όπου λαμβάνουν την θεωρητική γνώση, και τον υπόλοιπο χρόνο τους στην αγορά εργασίας, όπου αποκτούν την εξειδικευμένη γνώση του πεδίου τους. Στο σύστημα συμμετέχει η πλειοψηφία των εταιρειών προσφέροντας θέσεις μαθητείας σε πάνω από 300 τομείς επαγγελμάτων. Ωστόσο, αυτές απαιτείται να πληρούν συγκεκριμένες προϋποθέσεις σε σχέση με τις γνώσεις που παρέχουν στους εκπαιδευόμενους ενώ ταυτόχρονα ελέγχονται από το γενικό πλαίσιο διαπίστευσης.

Οι μαθητές είναι πολλαπλά ωφελούμενοι, καθώς πέραν των εξειδικευμένων γνώσεων, αποκτούν και άλλες δεξιότητες που σχετίζονται άμεσα αλλά και έμμεσα με την αγορά εργασίας, όπως π.χ. η σύνταξη βιογραφικού. Στο τέλος της μαθητείας οι εκπαιδευόμενοι αποκτούν υψηλού κύρους επαγγελματικά πτυχία έπειτα από εξετάσεις τα οποία επιπρόσθετα παρέχουν την δυνατότητα εισαγωγής στην ακαδημαϊκή εκπαίδευση. Από την άλλη, οι εταιρείες επενδύουν στην κατάρτιση του μελλοντικού τους ανθρώπινου δυναμικού παρέχοντας τον προβλεπόμενο από τη νομοθεσία μισθό στους μαθητές, ενώ μετά το πέρας της μαθητείας τα συμβόλαια δύναται να μετατραπούν σε κανονικά συμβόλαια εργασίας με τους εκπαιδευόμενους.

Η επιτυχία του συστήματος αντανακλάται τόσο στα χαμηλά ποσοστά ανεργίας των νέων αλλά και στο ότι οι καλύτεροι εκ των μαθητών επιλέγουν αυτή την διαδρομή για την επαγγελματική τους αποκατάσταση. Για παράδειγμα, στη περίπτωση της γερμανόφωνης Ελβετίας πάνω από τα δύο τρίτα των μαθητών επιλέγουν το dual VET, ενώ στη Γερμανία περίπου το 60% των μαθητευόμενων παραμένει στις εταιρείες όπου αρχικά πραγματοποιήθηκε η πρακτική άσκηση. Η οικονομία ωφελείται συνολικά μέσω της καλύτερης αντιστοιχίας θέσεων εργασίας και δεξιοτήτων (matching), της χαμηλότερης ανεργίας και της επίτευξης μακροοικονομικής αποτελεσματικότητας.

Φυσικά κανένα σύστημα δεν είναι τέλειο. Η σύγχρονη έρευνα έχει θέσει στο στόχαστρο το σύστημα ως διαδικασία που αναπαράγει τις κοινωνικοοικονομικές ανισότητες. Όμως, αυτή τη στιγμή οι νέοι στην Ελλάδα αντιμετωπίζουν πολλαπλές διακρίσεις και δυσκολίες στην αγορά εργασίας που απαξιώνουν την αποκτηθείσα γνώση και καλλιεργούν ένα αίσθημα ματαιότητας. Η πολιτεία, με τη σειρά της, οφείλει να μεταβάλλει ριζικά τον τρόπο που παρέχεται η εκπαίδευση σε όλα τα επίπεδα συνδέοντας πρωτίστως την κατάρτιση με την αγορά εργασίας ήδη από τα πρώτα στάδια της εκπαίδευσης και μετατρέποντας την επαγγελματική εκπαίδευση σε επιλογή κύρους για τους μαθητές. Τα εργαλεία είναι εκεί, μένει να υπάρξει κάποιος που θα τα αξιοποιήσει.

Η Μαριμπή Μαρία είναι οικονομολόγος, απόφοιτος του ΑΠΘ. Έχει εξειδικευτεί στα οικονομικά της εργασίας στο VU University Amsterdam της Ολλανδίας και στα οικονομικά της εκπαίδευσης στο Πανεπιστήμιο της Ζυρίχης. Έχει λάβει πλήθος υποτροφιών στο εξωτερικό, συμπεριλαμβανομένων του VU Fellowship Program για άριστους φοιτητές και της υποτροφίας NN Future Matters από την ολλανδική εταιρεία επενδύσεων NN Group. Είναι ερευνήτρια στη Γενεύη της Ελβετίας από το 2016.

Ακολουθήστε την επίσημη σελίδα μας στο facebook schooltime για να βλέπετε τις σημαντικότερες ειδήσεις στη ροή του schooltime.gr

Ακολουθήστε μας στο facebook