Άρης Ιωαννίδης

Του Άρη Ιωαννίδη

Η πώρωση του Έλληνα και δη του Νεοέλληνα, με οτιδήποτε (ομάδα, κόμμα, πρόσωπα, ιδέες…) ήταν και είναι παροιμιώδης. Πώς είναι όμως ο ορθός τρόπος γραφής των λέξεων. Για να δούμε.

Το Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (ΛΚΝ) αναφέρει:
πώρωση η [pórosi] O33: 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του πωρώνω: Συνειδησιακή / συναισθηματική ~. Hθική ~. ~ με τη μουσική. 2. (ιατρ.) δημιουργία πώρου σε κάταγμα. [λόγ.: 1: ελνστ. πώρω(σις) -ση· 2: αρχ. σημ.]
πωρώνω [poróno] -ομαι P1: 1. στερώ από κπ. τα ηθικά του κριτήρια, τον κάνω τελείως αναίσθητο από ηθική άποψη: Πωρωμένος άνθρωπος. Πωρωμένη συνείδηση. || (επέκτ., για συναισθήματα): Έχει πωρωθεί έτσι που να μην αισθάνεται ούτε χαρά ούτε λύπη. 2. (οικ.) φανατίζω κπ., του προκαλώ έντονο πάθος για κτ.: Tον πώρωσε με τον κινηματογράφο και άρχισε να πηγαίνει σχεδόν κάθε μέρα. Πωρώθηκα με την ιστιοπλοΐα.  [λόγ. < ελνστ. πωρ(ῶ) -ώνω, αρχ. σημ.: `δημιουργώ πώρο σε κάταγμα΄]

Ο Γ. Μπαμπινιώτης με τη σειρά του επιβεβαιώνει τη γραφή με – ω – τονίζοντας ότι προέρχεται από το αρχαίο ρήμα πωρῶ (-όω), το οποίο αρχικώς είχε τη σημασία «σκληρύνω, αναισθητοποιώ», καθώς προέρχεται από το ουσιαστικό πώρος, «είδος οικοδομικής πέτρας ή μαρμάρου – ασβεστίτης». Μεταφορικά το ουσιαστικό δήλωσε επίσης την ηθική αναισθησία και την τυφλή αφοσίωση.

Η πώρωση, λοιπόν, είναι η σκλήρυνση της καρδιάς μας, η αναισθησία, ο φανατισμός, η προσήλωση σε κάποια ιδέα. Όταν η καρδιά μας σκληραίνει, γινόμαστε αναίσθητοι, πωρωνόμαστε με κάτι.

Ο τύπος «πόρωση» μάλλον προήλθε εσφαλμένα από τη λέξη «πόρος» (πέρασμα, άνοιγμα, πόροι δέρματος, από όπου προέρχεται εξάλλου και η λέξη «οστεοπόρωση») που χρησιμοποιείται ευρέως στη σημερινή γλώσσα, σε αντίθεση με τη λέξη «πώρος», που δεν πολυχρησιμοποιείται.

Άρης Ιωαννίδης*
Φιλόλογος

Ακολουθήστε την επίσημη σελίδα μας στο facebook schooltime για να βλέπετε τις σημαντικότερες ειδήσεις στη ροή του schooltime.gr

Ακολουθήστε μας στο facebook