Άρης Ιωαννίδης

Του Άρη Ιωαννίδη

«Λαμόγιο». Λέξη ιδιαίτερα συνηθισμένη στη χώρα μας. Όλοι μας γνωρίζουμε πάνω κάτω την ιδιαίτερη σημασία της και μάλιστα την έχουμε ταυτίσει με συγκεκριμένες κατηγορίες συμπολιτών μας, που κάθε άλλο παρά αγαπητοί μας είναι.

Λέγοντας λαμόγιο κάποτε εννοούσαν τον αβανταδόρο, τον συνεργάτη του παπατζή, που έκανε χρυσές δουλειές στις πλάτες των ανύποπτων περαστικών, που πίστευαν ότι θα έβγαζαν άκοπα κάποια χρήματα. Συγκεκριμένα, το λαμόγιο προσποιούνταν ότι έπαιζε με τον παπατζή –άλλοτε χάνοντας, άλλοτε κερδίζοντας, για να μην κινήσει υποψίες– προκειμένου να τραβήξει το ενδιαφέρον των περαστικών.

Λαμόγιο όμως, ονομαζόταν κι αυτός που παρίστανε τον αγοραστή σε πλανόδιους πωλητές ή και αυτός που κρατούσε «τσίλιες». Σε κάθε περίπτωση, λοιπόν, η ονομασία ήταν συνδεδεμένη με κάποια όχι και τόσο καλή δραστηριότητα, που απέβλεπε στην εξαπάτηση κυρίως των ανύποπτων περαστικών.

Σήμερα, που αυτές οι δραστηριότητες ανήκουν μάλλον στο μακρινό παρελθόν, τι διαστάσεις έχει λάβει η συγκεκριμένη λέξη; Ακόμη και σήμερα έχει συνδεθεί με εκείνον τον τύπο ο οποίος με ύπουλα, ανήθικα και παράνομα μέσα προσπαθεί να εξαπατήσει τον διπλανό του. Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, που συνδέθηκε με κάθε απατεώνα και επιτήδειο, αλλά και ακόμη με τους… πολιτικούς.

Ας προσεγγίσουμε τη λέξη ετυμολογικά, προκειμένου να έχουμε μία καλύτερη εικόνα. Χρησιμοποιείται πολλά χρόνια στην Ελληνική και προέρχεται από την αργκό. Η ετυμολογία της, βέβαια, παραπέμπει μάλλον σε ιταλική ή ισπανική λέξη. Η προέλευση της διχάζει, καθώς κάποιοι τη συνέδεσαν με τη χαρτοπαιξία. Συγκεκριμένα, σημαίνει «τον στημένο παίκτη» που σκοπεύει να γδάρει τον αντίπαλό του. Σημαίνει, όμως, και τον χαρτοπαίκτη στη γειτονική μας Ιταλία που αφού είχε κερδίσει ένα μεγάλο χρηματικό πόσο ήθελε διακριτικά να αποχωρήσει, κάτι που όμως αντιβαίνει τους ανεπίσημους όρους της χαρτοπαιξίας, καθώς έπρεπε να παραμείνει στο τραπέζι, δίνοντας έτσι την ευκαιρία στους αντιπάλους του να ρεφάρουν. Τότε, λοιπόν, φώναζε, δήθεν τρομοκρατημένος, «la moglie, la moglie», που σημαίνει η σύζυγος μου, δίνοντας την εντύπωση ότι τον ψάχνει η γυναίκα του. Έπαιρνε βιαστικά τα χρήματα από το τραπέζι και μη τον είδατε… Με λίγα λόγια, την έκανε λαμόγιο, χωρίς να σεβαστεί και να τηρήσει τον άγραφο νόμο των χαρτοπαικτών. Από την Ιταλία, λοιπόν, η έκφραση πέρασε στη χώρα μας, όπου ακόμη και σήμερα βρίσκει πολλούς να ανταποκρίνονται στα χαρακτηριστικά της. Μάλιστα, βέβαια, με τον Μ. Τριανταφυλλίδη, σημαίνει ξεφεύγω, σκαπουλάρω, φεύγω, «την κάνω λαμογιά»…

Βέβαια, υπάρχει και η άλλη εκδοχή που θέλει τη λέξη να προέρχεται από τη Λατινική Αμερική και συγκεκριμένα από τη λέξη «μόγια» που σημαίνει απατεωνιά.

Σε κάθε περίπτωση, λοιπόν, η λαμογιά και τα λαμόγια ακόμη και σήμερα ζουν και βασιλεύουν.

Άρης Ιωαννίδης*
Φιλόλογος

Ακολουθήστε την επίσημη σελίδα μας στο facebook schooltime για να βλέπετε τις σημαντικότερες ειδήσεις στη ροή του schooltime.gr

Ακολουθήστε μας στο facebook