Θανάσης Πάνου

Του Θανάση Πάνου

“Ακόμη κι αν έχουμε να κάνουμε μ΄έναν παραλογισμό, πρέπει να είναι διατυπωμένος με τόση ακρίβεια που το αποτέλεσμα να φαίνεται απολύτως λογικό”

Παρατηρούμε ότι σε μεγάλο βαθμό οι μεγάλοι στοχαστές, οι νομάδες της ελεύθερης σκέψης, οι συγγραφείς που περιγράφουν, αφηγούνται ή περιδιαβαίνουν ελεύθερα στο χώρο των ιδεών, αγαπούν την ταραχώδη συνύπαρξη με την αβεβαιότητα, δεν μπορούν να καθηλωθούν σε μια θεωρία, δεν βρίσκουν ανάπαυση σε μια πίστη και δεν ψάχνουν για προστασία σε ένα σύστημα ή σε ένα δόγμα. Το πάθος της γνώσης, για παράδειγμα, στον Νίτσε, προέρχεται από μια εντελώς διαφορετική ιδιοσυγκρασία φιλοσόφου “χτίστε τα σπίτια σας στις πλαγιές του Βεζούβιου» φωνάζει στους νοικοκύρηδες φιλόσοφους και στον κόσμο.

Οι μεγάλοι στοχαστές που έχουν σφραγίσει τον πολιτισμό, δεν έλκονται από τη γαλήνη και την βεβαιότητα, αλλά από την ταραχή, την περιπέτεια και τον κίνδυνο της διαρκούς αναζήτησης. Οι πνευματικοί άνθρωποι, τα “ελεύθερα πνεύματα» δεν χρησιμοποιούν κολακευτικά σχόλια για το μέσο άνθρωπο, τον φοβισμένο ατομικιστή που κυριαρχεί στις σύγχρονες δημοκρατίες. Η αμφισβήτηση των παραδοσιακών συστημάτων αρχών και αξιών της γνώσης και των δογμάτων που κρύβονται πίσω ακόμη και από το λόγο των φιλοσόφων και των επιστημόνων, δεν σημαίνει όμως ότι προσχωρούν στον Ανορθολογισμό και στην συλλογιστική ελευθεριότητα των νοημάτων.

Θεωρίες για τη φύση της μεθόδου στη δημιουργική γραφή, συνδέουν τη γνωστική διαδικασία όχι μόνο με την έμπνευση, την ενόραση και τις δυνάμεις του υποσυνείδητου, αλλά και με τον συνεχή έλεγχο της λογικής, τη μεθοδολογία και την ακρίβεια. Ο Καρτέσιος, ο Μοντένιος, ο Πασκάλ που είναι για παράδειγμα παράλληλοι φιλόσοφοι, σοφοί και συγγραφείς, πρότειναν μεγάλες συνθέσεις για πολύ γενικά θέματα εφαρμόζοντας την τυπική λογική, τη διάταξη της θέσης και της απόδειξης ακόμη και για τα βασικά προβλήματα της ουμανιστικής κουλτούρας, όπως το καλό, το κακό, τη ζωή, τον Θάνατο, το υπερπέραν κ.ά.

Η γραφή όπως και η τέχνη, ως ιδιαίτερες μορφές της πολιτισμικής ιδεολογίας, έχουν τους δικούς τους νόμους, αλλά διέπονται από αυτούς τους ιδιαίτερους κανόνες μέσα στους οποίους πραγματώνονται και με την σειρά τους εμπλουτίζουν με νέους μεθοδικότερους κανόνες.

Παρόμοια η ποίηση η οποία βασίζεται κυρίως στο ρυθμό και στην ιδιαίτερη καλλιέργεια του λόγου και στην οποία υπάρχει ο ελεύθερος στίχος (ο οποίος δεν είναι καθόλου ελεύθερος) ο αγώνας και η μάχη για την πρωτοτυπία “βλέπουμε ότι πολλές φορές εγκλωβίζει σε μια εγκεφαλικότητα με μόνο αποτέλεσμα την κατασκευή νεκρογενών κομματιών που δεν τα διαπερνά η παραμικρή ποιητική πνοή”. Γεώργιος Δ. Καραντώνης-«Η κατάσταση των πραγμάτων”-εκδ. Αλεξίσφαιρο, 1994.

Η ΑΚΡΙΒΕΙΑ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ

(Ο ΜΑΥΡΟΣ ΠΑΝΘΗΡΑΣ)

Για την Ακρίβεια στην Ποίηση, παραθέτω ένα απόσπασμα του Αργύρη Χιόνη:

Η ακρίβεια είναι μία από τις απαραίτητες αρετές  της ποίησης. Δεν νοείται ποίηση δίχως ακρίβεια. Ακρίβεια στην έκφραση, στην εικόνα, στην παρομοίωση, στη μεταφορά, στην πληροφόρηση. Κάθε στοιχείο του ποιήματος πρέπει να ελέγχεται, με υποχονδριακή σχεδόν σχολαστικότητα, πριν αποτυπωθεί στο χαρτί. Ακόμη κι αν έχουμε να κάνουμε μ΄έναν παραλογισμό, πρέπει να είναι διατυπωμένος με τόση ακρίβεια που το αποτέλεσμα να φαίνεται απολύτως λογικό. Θα χρησιμοποιήσω, εν προκειμένω, ως παράδειγμα, ένα ελάχιστο ποίημα του αγαπημένου μου Αργεντινού ποιητή Esteban Argentina Nieve. Περιέχεται στη συλλογή του Άνθη της Αβύσσου (Μπουένος Άιρες, 1923) και έχει, σε ελεύθερη μετάφραση μου, ως εξής:

Κανείς φυσιοδίφης δεν έχει αποφανθεί ακόμη αν είναι η ζέβρα μαύρο ζώο με άσπρες ρίγες ή μαύρες ρίγες με άσπρο ζώο.

Πρόκειται, σαφώς, για έναν παραλογισμό, αλλά με τόση ακρίβεια διατυπωμένο που να είναι δύσκολο να αμφισβητήσει κανείς τη λογικότητά του. Κάποτε, ένας νεαρός φοιτητής της φιλοσοφικής μου έδωσε να διαβάσω μερικά χειρόγραφα ποιήματά του, για να του πω τη γνώμη μου. Σε ένα από αυτά, έγραφε ότι η γιαγιά του άναβε το καντήλι με οινόπνευμα. Προφανώς, ή δεν είχε γιαγιά ή, αν είχε, δεν την είδε ποτέ ν΄ ανάβει το καντήλι, και, οπωσδήποτε, δεν είχε ποτέ ο ίδιος ανάψει καντήλι. Αυτό δεν ήταν επιλήψιμο. Επιλήψιμο ήταν που, πριν γράψει το ποίημα, δεν φρόντισε να μάθει ότι το καντήλι δεν καίει οινόπνευμα, αλλά λάδι. Με άλλα λόγια, δεν ήταν ακριβής και η ανακρίβειά του αυτή κατέστρεφε το ποίημα και θα κατέστρεφε επίσης τα εικονίσματα ή και το σπίτι του ολόκληρο αν, παρασυρμένος από αυτό το εφεύρημά του, προσπαθούσε, κάποτε, να ανάψει το καντήλι του με οινόπνευμα. Ευτυχώς για την ποίηση και το σπίτι του, ο νέος αυτός έπαψε να γράφει ποιήματα. Τώρα, είναι ένας αρτιμελής μεσήλικος, καθηγητής πανεπιστημίου, ερευνητής και, βεβαίως, κριτικός της λογοτεχνίας.

Θανάσης Πάνου*

Ακολουθήστε την επίσημη σελίδα μας στο facebook schooltime για να βλέπετε τις σημαντικότερες ειδήσεις στη ροή του schooltime.gr

Ακολουθήστε μας στο facebook