Οι Αναφορικές προτάσεις στα Νέα Ελληνικά

Του Άρη Ιωαννίδη*

Εισάγονται με αναφορικές αντωνυμίες (που, ο οποίος, όσο, ό,τι, οτιδήποτε …) και αναφορικά επιρρήματα (όπως, όπου, οπωσδήποτε, όποτε, οποτεδήποτε …).

Με κριτήριο  τον συντακτικό τους ρόλο διακρίνονται σε:

Επιθετικές / εξαρτημένες (εισαγωγή: ο οποίος, η οποία, το οποίο, που):  αναφέρονται σε κάποιον όρο της κύριας πρότασης και λειτουργούν ως επιθετικοί προσδιορισμοί (π.χ. Είναι μολυσμένος ο αέρας που αναπνέουμε).

Ονοματικές – ελεύθερες (εισαγωγή: όποιος, όποια, όποιο, όσος, όση, όσο, ό,τι, οποιοσδήποτε, οποιαδήποτε, οποιοδήποτε, οσοσδήποτε, οσηδήποτε, οσοδήποτε, οτιδήποτε, οτιδήποτε, οτιδήποτε): έχουν τον ρόλο Υποκειμένου, Αντικειμένου ή κατηγορούμενου, όταν δηλαδή  είναι οι ίδιες όρος της κύριας πρότασης (π.χ. Όποιος βιάζεται σκοντάφτει / Πήραμε ό,τι βρήκαμε μπροστά μας / Στην Ελλάδα είσαι ό,τι δηλώσεις ).

Επιρρηματικές – ελεύθερες (εισαγωγή: όπου, οπουδήποτε, όποτε, οποτεδήποτε, όσο, οσοδήποτε, όπως [1]): έχουν τον ρόλο επιρρηματικού προσδιορισμού. Σε αυτή την περίπτωση διακρίνονται σε: Αιτιολογικές,  Τελικές,  Αποτελεσματικές, Υποθετικές, Εναντιωματικές,  Παρομοιαστικές,  Τοπικές, Χρονικές,  Τροπικές, Ποσοτικές.

Οι Επιθετικές / εξαρτημένες, με βάση τη θέση τους στο νοηματικό πλαίσιο του λόγου  διακρίνονται σε:

Προσδιοριστικές / περιοριστικές: αποτελούν απαραίτητο συμπλήρωμα στο νόημα του όρου τον οποίο προσδιορίζουν  (εξειδικεύουν περισσότερο τον όρο αναφοράς), καθώς περιέχουν μια πληροφορία απαραίτητη για τον ακριβή προσδιορισμό του και αν παραλειφθούν δημιουργείται ασάφεια ή το νόημα αλλάζει. Δε  χωρίζονται με κόμμα (π.χ. Το σχολικό βιβλίο της Γεωγραφίας που διαβάζω δεν το καταλαβαίνω / Ο μαθητής που έσπασε το παράθυρο να έρθει στο γραφείο μου).

Προσθετικές / παραθετικές / μη περιοριστικές / πλεοναστικές: δεν αποτελούν απαραίτητο συμπλήρωμα στο νόημα του όρου που προσδιορίζουν και αν παραλειφθούν δεν αλλάζει το νόημα, δίνουν δηλαδή μια πρόσθετη πληροφορία στον όρο αναφοράς, η οποία δεν είναι απαραίτητη για τον ακριβή προσδιορισμό του. Μια τέτοια πρόταση αποτελεί παράθεση και χωρίζεται πάντα με κόμμα [2] (π.χ. Το σχολικό βιβλίο της Γεωγραφίας, που έγραψε η Αρβανίτη, δεν το καταλαβαίνω / Ο καθηγητής Παπαθανασίου, που σπούδασε στο Α.Π.Θ., είναι πολύ καλός).

Το κόμμα, λοιπόν, είναι ικανό να αλλάξει ολόκληρο το νόημα της περιόδου:

 «Πέταξαν τα ροδάκινα που είχαν σαπίσει» (προσδιοριστική / περιοριστική: δηλαδή  πέταξαν όσα από τα ροδάκινα είχαν σαπίσει).

 «Πέταξαν τα ροδάκινα, που είχαν σαπίσει» (παραθετική / μη περιοριστική: δηλαδή όλα τα ροδάκινα είχαν σαπίσει και τα πέταξαν).

Βιβλιογραφία

 Γραμματική Νέας Ελληνικής Γλώσσας Α’, Β’ Γ’ Γυμνασίου, Σωφρόνης Χατζησαββίδης – Αθανασία Χατζησαββίδου, ΟΕΔΒ, Αθήνα, Έκδοση Α, 2011

 Γραμματική της Νέας Ελληνικής, Χρ. Κλαίρης – Γ. Μπαμπινιώτης, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα, 2005

Νεοελληνική Γραμματική, Μανόλης Τριανταφυλλίδης, ΟΕΣΒ, Αθήνα, 1941

Γραμματική Ε, Στ Δημοτικού, Ειρήνη Φιλιππάκη-Warburton – Μιχ. Γεωργιαφέντης – Γεώργιος Κοτζόγλου – Μαργαρίτα Λουκά, ΟΕΔΒ, Αθήνα

[1] Προσοχή: Το οπωσδήποτε που σημαίνει «με κάθε τρόπο», «σε κάθε περίπτωση» δεν εισάγει αναφορικές προτάσεις, π.χ. Θα σας περιμένω οπωσδήποτε.

[2] Η διαφορά ανάμεσα στην περιοριστική και την μη περιοριστική φαίνεται και στον προφορικό λόγο και ιδιαίτερα στον τρόπο που τις λέμε. Όταν δηλαδή  λέμε μια πληροφορία που δεν είναι απαραίτητη, χαμηλώνουμε λίγο τον τόνο της φωνής μας ή κάνουμε μια μικρή παύση. Γι’ αυτό και στο γραπτό λόγο χωρίζουμε την μη περιοριστική με κόμμα.

Άρης Ιωαννίδης*
Φιλόλογος

Ακολουθήστε την επίσημη σελίδα μας στο facebook schooltime για να βλέπετε τις σημαντικότερες ειδήσεις στη ροή του schooltime.gr

Ακολουθήστε μας στο facebook