Για να προσεγγίσουμε το πνεύμα που βρίσκεται πίσω από τη μαγεία που άνθησε τόσο απροσδόκητα τον 16ο αιώνα (και ασφαλώς τα χρόνια από το 1500 μέχρι το 1600, τον αιώνα της μαγείας) είναι απαραίτητο να καταλάβουμε κάτι από το μυστικισμό που την ενέπνεε. Γιατί δεν μπορούμε να δηλώσουμε αρκετά συχνά πως η ουσία της μαγείας και η ουσία του μυστικισμού είναι ένα και το αυτό.

Η κρίσιμη διαφορά είναι πως η μαγεία βρίσκεται στο κατώτερο άκρο του φάσματος και ο μυστικισμός στο ανώτερο. Και η μαγεία και ο μυστικισμός είναι μια προσπάθεια συντονισμού με μια “εσωτερική δύναμη”. Ο Πλωτίνος (205-270 μ. Χ) δεν ήταν Χριστιανός άλλα η επιρροή του στους Χριστιανούς μυστικιστές ήταν τεράστια. Συνέκρινε τους Ανθρώπους με τη χορωδία που στέκεται γύρω από τον διευθυντής της αλλά με την προσοχή της αποσπασμένη από πράγματα που συμβαίνουν γύρω της και δεν μπορούν να τραγουδήσουν συντονισμένα ή συγχρονισμένα. Υποστήριζε πως η δημιουργία ήταν μια σειρά σκαλοπατιών που οδηγούσαν μακριά από τον Ένα (ή Θεό) και ονόμαζε αυτά τα σκαλοπάτια εκπορεύσεις. (Οι Καβαλιστές δανείστηκαν αργότερα τις ιδέες του, όπως ο Γουίλιαμ Μπλαίηκ δανείστηκε αργότερα από τους Καβαλιστές). Αυτό ασφαλώς είναι μια μη Χριστιανική άποψη, γιατί το κακό του Πλωτίνου είναι αρνητικό που εξαρτάται από τα πόσα βήματα έχεις απομακρυνθεί από τον Ένα. Είναι σαν κάποιον που απομακρύνεται από ένα φωτισμένο σπίτι τη νύχτα, μπαίνοντας όλο και περισσότερο στο σκοτάδι του κήπου. Αλλά γιατί να απομακρυνθούν οι άνθρωποι αν δεν υποβληθούν σε πειρασμό από το διάβολο; Γιατί λέει ο Πλωτίνος είμαστε ‘κουφιοκέφαλοι” και παρασυρόμαστε εύκολα. Ο φιλόσοφος είναι ένας άνθρωπος που αγνοεί εσκεμμένα τους αντιπερισπασμούς και την πολλαπλότητα και προσπαθεί να κοιτάξει πίσω προς τον Ένα. “Αυτή είναι η ζωή των Θεών και των Θεανθρώπων” καταλήγει. “Μια απελευθέρωση από όλα τα γήινα, ένα πέταγμα του μόνου προς το μόνο”.

Αυτή είναι η μεθυστική ιδέα που βρίσκεται στην καρδιά του μυστικισμού και παρά την φαινομενική διαφορά του σκοπού, δεν απέχει πολύ από το Θεϊκό μεθύσι των Διονυσιακών. Όλοι είμαστε στη θέση ενός θαμπωμένου ανθρώπου που περιπλανιέται μετά από ένα δυστύχημα χωρίς να ξέρει που πάει-ημιαναίσθητος. Ένας μυστικιστής είναι ένας άνθρωπος που έχει εν μέρει “συνέλθει”. Έχει ρίξει μια ματιά στο τι είναι πραγματικά η ζωή κι ο θάνατος.

Η απόσταση από την παράδοση του “εσωτερικού Χριστιανισμού” μέχρι τον κόσμο του αλχημιστή και του αστρολόγου είναι μόνο ένα βήμα. Ο Αλβέρτος ο Μέγας (1206-1280) γράφει: “O αλχημιστής θα ζει μόνος του, μακριά από τους ανθρώπους. Πρέπει να είναι σιωπηλός και διακριτικός…πρέπει ακόμα να διαλέξει την κατάλληλη ώρα για τις εργασίες του”. Δηλαδή όταν τα ουράνια σώματα είναι ευνοϊκά.

Η μαγεία μοιράζεται άλλη μια θεμελιώδη αρχή με τον μυστικισμό, την ιδέα: “Όπως επάνω, έτσι και κάτω” (που αποδίδεται στον Ερμή Τρισμέγιστο). Στον μυστικισμό, αυτό σημαίνει πως η ψυχή και ο Θεός είναι ένα και το αυτό. Στη μαγεία η αρχή είναι γενικά πιο περίπλοκη. Ο άνθρωπος είναι ο “μικρόκοσμος” που το σύμβολό του είναι ένα πεντάχτινο αστέρι (ή πεντάλφα) το σύμπαν είναι ο μακρόκοσμος και το σύμβολό του είναι το άστρο με τις έξι γωνίες. (ή δύο τρίγωνα ενωμένα-το σύμβολο του Σολομώντα). Οι αποκρυφιστές του μεσαίωνα και της Αναγέννησης έβλεπαν τον άνθρωπο και το σύμπαν δεμένους μεταξύ τους με χιλιάδες αόρατα δεσμά. (ο Παράκελσος πχ πίστευε πως υπήρχε μια σχέση ανάμεσα στα επτά όργανα του σώματος και στους επτά πλανήτες).

Σε μια πιο σύγχρονη αναλογία θα μπορούσε να πει κανείς πως η σχέση του ατόμου προς το σύμπαν μοιάζει με τη σχέση των λευκών αιμοσφαιρίων προς το σύνολο του Ανθρώπου. Είναι χωριστοί οργανισμοί αλά όχι ανεξάρτητοι. Ο σκοπός τους συντονίζεται προς τον σκοπό ολόκληρου του σώματος. Ο άνθρωπος μπορεί να νοιώθει χωρισμένος από το υπόλοιπο σύμπαν αλλά δεν είναι, σύμφωνα με την απόκρυφη διδασκαλία. Υπάρχουν χιλιάδες ‘αντιστοιχίες’ ανάμεσα στον άνθρωπο και το μακρόκοσμο. Ο Νταιηβιντ Φόστερ αναφέρεται στο “ευφυές σύμπαν” στο οποίο οι κοσμικές ακτίνες μπορούν να μεταφέρουν κωδικοποιημένες πληροφορίες που μπορούν να επηρεάσουν τα γονίδια.

Αυτή γενικά ήταν και η ιδέα που βρισκόταν κάτω από όλη τη μαγεία του “ερμητικού αιώνα” από το 1500 μέχρι το 1600. Ό άνθρωπος είναι ένα όργανο του σύμπαντος. Πολύτιμοι λίθοι έτσι, (αμέθυστος, σμαράγδι, αχάτης κλπ) χρησιμοποιούνται για θεραπευτικούς και ηθικούς σκοπούς όπως και τα βότανα. Τί πρακτική σημασία θα μπορούσε να έχει για παράδειγμα, ότι το σπαθί θα πρέπει να είναι φτιαγμένο από “παρθένο σίδερο” και τυλιγμένο με άσπρο μετάξι; Φανερά καμία, αν σκεφτούμε από την άποψη των μηχανικών λειτουργιών της φύσης. Το σπαθί δεν θα προκαλέσει καμιά φυσική λειτουργία ή αλυσιδωτή αντίδραση. Ποιος τότε είναι ο σκοπός αυτών των περίπλοκων οδηγιών, αν όχι να εξαπατήσουν τους εύπιστους;

Η απάντηση βρίσκεται στην αρχή, να κινητοποιηθεί ο νους, να κάνει μια προσπάθεια να συγκεντρώσει τις κρυμμένες δυνάμεις του. Ο άνθρωπος πρέπει να βάζει ολόκληρη τη θέληση του στην τελετή, προσπαθώντας να την χρησιμοποιήσει σαν σφυρί, εμποδίζοντας τη συνηθισμένη διαρροή ενέργειας που τον διαχέει. Η μακρόχρονη προπαρασκευαστική νηστεία επίσης, έχει σκοπό να προκαλέσει το ίδιο αίσθημα σοβαρότητας με τη νηστεία και κάθαρση που προηγείται από τα Ορφικά και Ελευσίνια μυστήρια.

Ο άλλος θεμέλιος λίθος της μαγείας είναι η πίστη στην επίδραση των άστρων. Ο Ιωάννης Κέπλερ, ο θεμελιωτής της σύγχρονης αστρονομίας,των καθηκόντων αντιπαθούσε βαθειά την αστρολογία, ίσως και γιατί ήταν αναγκασμένος να εκδίδει κάθε χρόνο ένα “καζαμία” ως μέρος των καθηκόντων του. Ο Κέπλερ είχε γράψει: Οι ουρανοί δρουν πάνω στον άνθρωπο κατά την διάρκεια της ζωής του όπως οι θηλιές που δένει τυχαία ένας χωρικός γύρω στις κολοκύθες στο χωράφι του. Δεν κάνουν την κολοκύθα να μεγαλώσει, αλλά προσδιορίζουν το σχήμα της.

Τα κείμενα των μυστικιστών μπορεί επιστημονικά να είναι πρωτόγονα και ελαττωματικά, αλλά βασίζονταν σε αυτή την ενστικτώδη αναγνώριση των ψυχικών δεσμών στον άνθρωπο και τη φύση.

Η επιστήμη του Νεύτωνα, του Χούγκενς και του Πρίστλεϊ ήταν ασύγκριτα ακριβέστερη, αλλά είχε χάσει την πίστη στους αόρατους δεσμούς. Ο άνθρωπος ήταν απλώς μια συνειδητή διάνοια σε ένα ξένο σύμπαν. Ο Κίρκεγκααρντ εξέφρασε το αίσθημα δυο αιώνες αργότερα όταν έγραφε:

“Που βρίσκομαι; Πως έφτασα εδώ; Τι είναι αυτό που ονομάζεται κόσμος; Κι αν αναγκάζομαι να πάρω μέρος σε αυτόν, που είναι ο διευθυντής; Θέλω να δω τον διευθυντή”. Υπήρχε το αίσθημα πως είχε ριχτεί ψηλά, αβοήθητος και ξερός. Δεν είναι τυχαίο πως σήμερα η Φυσική “άνευ ορίων” έχει ως αίτημα λόγου μια νέα γλώσσα, ποιο ποιητική, για να μπορέσει να συλλάβει έννοιες που η ορθολογιστική και κοινή γλώσσα αδυνατεί να περιγράψει. (Colin Wilson)

(από το βιβλίο “ Ενόραση και δημιουργία” του Θανάση Πάνου)

Θανάσης Πάνου*

♦ Αν θέλετε να ενημερώνεστε μέσω facebook για όλες τις νέες δημοσιεύσεις, ακολουθήστε τη σελίδα μας επιλέγοντας τον σύνδεσμο  schooltime