Ως συγγραφέας, η απλός εραστής της γραφής, μπαίνει και ξαναμπαίνει κάποιος σε ένα ευάερο, ανοιχτό φαντασιακό πλαίσιο, συνδυάζει και αναδιατυπώνει έννοιες και γεγονότα σε μια προσπάθεια να εμφυσήσει κίνηση ζωής στο δημιούργημά του και μάλιστα με περίσσια ποσότητα αθάνατου οξυγόνου. Διαδικασία ευχάριστη αλλά συνάμα και επίπονη. Το ένα από αυτά τα δύο συστατικά αν απουσιάζει το δημιούργημα είναι ιδιαιτέρως θνησιγενές. Κάτι σαν το αλάτι ή την ζάχαρη δηλαδή που η χρήση τους στις σωστές ποσότητες είναι επιστήμη.

Σήμερα όλο και πιο συχνά, διαβάζεις νέους κυρίους συγγραφείς που χωρίς καμία μάχη, κανέναν έστω έλεγχο των πηγών, χωρίς όραμα, αφήνουν γενικά και απροσδιόριστα να καθοριστεί  το κείμενο, η συγγραφή μιας ιστορίας ή ενός ποιήματος από πλαδαρό συναισθηματισμό και με την σκέψη τους στην αποδοχή της αναγνωστικής μάζας της εθισμένης στα εύπεπτα υλικά και άυλα προϊόντα.

Έπειτα με μόνο αυτό το κριτήριο, εφαρμόζουν πιστά τις επαναλήψεις, σαν σχολική εργασία. Και αν αποδεχτείς αυτό τον ρόλο του σχολαρχείου, τότε πρέπει στις εξετάσεις πάντα να γράφεις αυτό που αναμένουν, για να είσαι καλό και αποδεκτό παιδί. Καλό βέβαια να παραμένεις αγνό παιδί αλλά όπως έλεγε και ο Καζαντζάκης, τη μαγκούρα και την γραφίδα άμα γεράσεις πιάσε ή αλλιώς αν την πιάσεις πρέπει να την σεβαστείς και να την τιμήσεις.

Τι θα έλεγε όμως, ένας τέτοιος συγγραφέας που γράφει ένα κουβάρι ζαχαρωτές λέξεις, δίχως να αγγίζει τίποτα ουσιαστικό;

«Κοιτάξτε τούτα τα γραπτά μου, αυτές οι λέξεις σε κάθε γωνία δεν είναι χαριτωμένες; Στα αλήθεια δεν είναι υπέροχο το κείμενό μου που δεν προκαλεί μελαγχολία; Στο κάτω κάτω η ζωή ας είναι γεμάτη από ευτυχία» 

Εγώ τον συμπαθώ βέβαια για το ζαχάρωμα ετούτο, όταν όμως πεισματικά αρνιέται να δει το μαχαίρι στην πληγή και τα πικρά και ταπεινά μπας και χαλάσουν την γοητεία του, αναρωτιέμαι τι του απομένει να παλέψει. Αυτός άκαπνος πολεμιστής και αυτό που απομένει στα γραπτά  είναι ένα κουβάρι ενδεδυμένης γοητείας, τίποτα άλλο, που να επιφέρει την απρόσμενη έκπληξη. Με την γοητεία της φτιαξιδωμένης πόρνης που όλα τα προκαλεί και όλα τα αρπάζει ο γραπτός λόγος έτσι, δεν συνεχίζει την παράδοση του Προμηθέα και του Οιδίποδα, κλέβοντας τα μυστικά των θεών και της Σφίγγας για να τα παραδώσει στους ανθρώπους.

Μας εξαπατούν, μα τόσο καλά, που δεν καταφέρνουμε να ανιχνεύσουμε ούτε ίχνος αλήθειας. Παίρνουν ό,τι μπορούν και όπως μπορούν.  Πιστεύω ότι στο τέλος θα μείνουν άδεια βιβλία με κενές λέξεις που θα περιγράφουν κενά νοήματα ή μόνο αδειανά χέρια που θα τρώνε από άδεια πιάτα και όλοι θα νοιώθουν τύψεις για βαρυστομαχιά.

Από την άλλη βρίσκω πως μερικοί είναι εκπληκτικοί σε επινόηση και ελευθερία άνευ της χρήσης των γλυκανάλατων συνταγών. Επινοούν το δικό τους μοναδικό τοπίο που σε αιχμαλωτίζει και ας δημιουργούν φόρμες σκληρές σαν λαμαρίνα. Ελέγχουν με πιο καθαρά και απλά μέσα το συναίσθημα ανεξάρτητα από το βάθος του. Αυτοί οι συγγραφείς ως γνήσιοι καταδύτες δεν φοβούνται το αλάτι.

Ως απλοί αναγνώστες απέναντι σε αυτή τη μαγειρική του λόγου, ήμαστε μόνοι σε αυτό, μιλούμε θαυμάσια μαζί τους, μέσα από το έργο τους και ας είναι φτιαγμένο από χοντρό υλικό. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε πως η πιο αληθινή ερωτική ποίηση γράφτηκε από τους λεγόμενους καταραμένους ποιητές. Μας θυμίζουν ότι την γλυκιά διακοσμητική των λέξεων την παίρνει εύκολα ο αγέρας γιατί απλά αποτελεί την εξωτερική διακόσμηση με άμμο.

Ένας συνεπής συγγραφέας επίσης, πολλές φορές τρέμει στην ιδέα πως θα αντιγράψει άθελά του, αυτά που χώνεψε ο εαυτός του, λόγια και γραφές που τον ταΐζανε μεγάλοι συγγραφείς με όρεξη τόσα χρόνια. Αλλά παρόλα αυτά δεν τολμά να καταστρέψει κανένα παλιό τετράδιο ανάμνησης, αραχνιασμένο δόλωμα για κλεφτές αλλήθωρες και στοργικές ματιές.  Ευτυχώς έτσι, χρησιμοποιεί τον γραπτό λόγο όπως τον χρειάζεται η κεντρική ιδέα. 

Στα γραπτά  του βάζει ότι επιθυμεί για να γδύσει έστω με πονηριά την έννοια. Όσο για τις ευτραφείς κομψευόμενες λέξεις που πουλάνε πιο εύκολα, τόσο το χειρότερο γι αυτές, θα πρέπει να ταχτοποιηθούν μόνες τους αλλού. Πρώτα ξεδιπλώνει την έννοια και μετά την καταστρέφει με αντίθετες έννοιες. Στο τέλος, τίποτε δεν πάει χαμένο, οι κομψές λέξεις που τους κόβει τον βήχα γίνονται ταπεινές προσθήκες δίπλα στο νόημα στο αρχικό του όραμα.

Από κοινωνιολογική οπτική αν το εξετάσουμε θα μπορούσαμε να πούμε ότι όταν επινοήσαμε την λογοτεχνία, δεν είχαμε καμιά πρόθεση να την επινοήσουμε, αλλά μόνο να εκφράσουμε κάτι διαφορετικό, λιγότερο σκληρό από αυτό που φώλιαζε μέσα μας και επέβαλε η λογική της πραγματικότητας. Στην πορεία, στις εκπαιδευτικές διαδικασίες δεν καταστρώσαμε πρόγραμμα δράσης, δεν σεβαστήκαμε την προσφορά των πρωτοπόρων και χωρίς να παρακολουθούμε  από κοντά τις διαδρομές και την εξέλιξή της αναπαράγουμε μόνο τις αστραπές και τα πυροτεχνήματα.

Και φυσικά δεν μας έκανε η ίδια υποδείξεις γι’ αυτό, γιατί ως γνωστόν σέβεται το καινούργιο και ελπίζει στη σωστή χρήση του αλατιού και της ζάχαρης, ακόμη μάλιστα και στην παρθενογένεση.

Θανάσης Πάνου*

Βρείτε επιλεγμένα άρθρα και εκπαιδευτικό υλικό στην ομάδα μας schooltime – Εκπαιδευτικό υλικό 

 Αν θέλετε να ενημερώνεστε μέσω facebook για όλες τις νέες δημοσιεύσεις, ακολουθήστε τη σελίδα μας επιλέγοντας τον σύνδεσμο: schooltime