Φράσεις της αρχαίας ελληνικής με δοτική πτώση που χρησιμοποιούνται στη νέα ελληνική – Μέρος 2ο (Ε)

Του Άρη Ιωαννίδη*

εν κατακλείδι: συνοψίζοντας…

εν στάσει: σταματημένος…

εν συγκρίσει με/προς: σε σύγκριση με…

εν συνδυασμώ: σε συνδυασμό με…

εν συνεχεία: στη συνέχεια…

εν συνόψει: συνοπτικά…

εν συντομία: σύντομα…

εν σχέσει: σε σχέση… συγκριτικά…

εν σώματι: σύσσωμα…

εντάξει (εν τάξει): σωστά… τακτοποιημένα…

εν τάχει: γρήγορα…

εντέλει  (εν τέλει): τελικά…

εν (τη) απουσία: κατά τη διάρκεια της απουσίας (του/της)…

 εν τη γενέσει: κατά τη γένεση / δημιουργία…

εν τη ενώσει η ισχύς: με τη συνεργασία (συμμαχία) παρουσιαζόμαστε πιο δυνατοί / ισχυροί…

εν τη πράξει (εν τοις πράγμασι): έμπρακτα… στην πράξη…

εν τη ρύμη του λόγου: στη ροή του λόγου… πάνω στην κουβέντα…

εν τιμή: με τιμή…

εν τοιαύτη περιπτώσει: σε τέτοια περίπτωση… εφόσον έχει έτσι η κατάσταση…

εν τούτοις: όμως…

εν τω άμα και το θάμα: στη στιγμή… άμεσα…

εν (τω) μέσω: μεταξύ… ανάμεσα…

εν τω μεταξύ: στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα…

εν υπηρεσία: σε ώρα υπηρεσίας…

εν υπνώσει: υπνωτισμένα…

εν εγρηγόρσει: σε εγρήγορση…

εν χορδαίς και οργάνοις (οργάνω): θριαμβευτικά…

εν χορώ: όλοι μαζί…

εν χρήσει,  εν αχρηστία: σε χρήση… σε αχρηστία…

εν ψυχρώ: ψύχραιμα… χωρίς κανένα δισταγμό…

εν θερμώ: σε έξαψη…

εν ώρα ανάγκης: σε ώρα ανάγκης…

εντέλει, εν τέλει: τελικά…

ενώπιος ενωπίω: σε αντιπαράσταση…

εξαιρέσει: με εξαίρεση…

επ’ αγαθώ: προς όφελος… για το καλό…

επ’ αμοιβή: με αμοιβή…

επ’ ανδραγαθία: για ηρωισμό…

επί τη απειλή: με  την απειλή…

επ’ αυτοφώρω: τη στιγμή του αδικήματος…

επ’ ενεχύρω: με ενέχυρο…

επ’ εσχάτοις: τελευταίως…

επ’ ευκαιρία / επί τη ευκαιρία: με αφορμή…

επ’ ονόματι: στο όνομα (κάποιου)…

επ’ ουδενί (λόγω): για κανένα λόγο…

επ’ ωφελεία: προς όφελος…

επί ζημία: προς ζημιά…

επί αντικαταβολή / επ’ αντικαταβολή: με αντικαταβολή…

επί αποδείξει: με απόδειξη…

επί εξυβρίσει: για εξύβριση…

επί θύραις: πολύ κοντά…

επί ίσοις όροις: ισότιμα…

επί λέξει: κατά λέξη, αυτολεξεί…

λόγω τιμής: στο λόγο της τιμής μου…

επί ματαίω: για ασήμαντο πράγμα…

επί πιστώσει: με πίστωση…

επί πληρωμή: με πληρωμή…

επί πτυχίω: στο πτυχίο…

επί τη αναλήψει: με την ανάληψη…

βάσει:σύμφωνα με…

επί τη εμφανίσει /  άμα τη εμφανίσει: με την εμφάνιση…

επί τη ευκαιρία / επ’ ευκαιρία: με την ευκαιρία…

επί τούτω / επί τούτοις (ad hoc): με (για)  αυτό το σκοπό…

επί χρήμασι: έναντι χρημάτων…

επί ψευδορκία: για ψευδορκία…

Άρης Ιωαννίδης*
Φιλόλογος

 Αν θέλετε να ενημερώνεστε μέσω facebook για όλες τις νέες δημοσιεύσεις, ακολουθήστε τη σελίδα μας επιλέγοντας τον σύνδεσμο: schooltime