Ο Θουκυδίδης υποστηρίζει ότι οι Μεσογειακοί λαοί άφησαν τη βαρβαρότητα πίσω τους, όταν έμαθαν να καλλιεργούν το αμπέλι και την ελιά. Οι πιο φημισμένοι αμπελώνες βρίσκονταν στη Θράκη, Θάσο, Θεσσαλία, Μένδη, Σκόπελο, Χίο, Σάμο, Κρήτη, Ρόδο, Νάξο.Το κρασί το διατηρούσαν μέσα σε πήλινους αμφορείς και το αρωμάτιζαν με μέντα, θυμάρι, σύκα, άνηθο, μέλι, χουρμάδες, δάφνη, κανέλα, θυμάρι.

Οι αρχαίοι Έλληνες συνήθιζαν να πίνουν κρασί στα συμπόσια. Πριν από το συμπόσιο προηγούνταν τα Δείπνα. Πολλές φορές γινόταν μόνον το συμπόσιο στο οποίο κατέφθαναν οι καλεσμένοι που είχαν δειπνήσει αλλού. Το Συμπόσιο λεγόταν και επίδειπνον ή επιδειπνίς ή έπαικλον για τους Δωριείς.

Δεν έπιναν ποτέ νερό στα Δείπνα πριν να φάνε, «Ουδέ γαρ ύδωρ οι παλαιοί, πριν εντραγείν, έπιον (Πλούταρχος, Συμποσιακά προβλήματα). Συνήθιζαν να πίνουν το «πρόπομα», ένα είδος γλυκού ποτού. «Πρόπομά τι προ του Δείπνου περιεφέρετο καθώς ειώθει το πρώτον»(Αθήναιος ⴧ51).

Μετά το Δείπνο ακολουθούσε το Συμπόσιο. Αρχικά γινόταν η στεφανηφορία, δηλαδή φορούσαν στεφάνια όλοι οι συμμετέχοντες στο συμπόσιο, ακόμα και οι δούλοι και οι οινοχόοι. Τα στεφάνια καμιά φορά ήταν και τρία για τον καθένα, με κυριότερο το στεφάνι «υποθυμιάς», αυτό που έπεφτε από τον τράχηλο για να απολαμβάνει ο συνδαιτυμόνας μαζί με το κρασί και το άρωμα των λουλουδιών. Σύμφωνα με τον Αθήναιο,  τα άνθη (ρόδα, ανεμώνες, κρόκος, ελλίχρυσος, ία) απέτρεπαν τις κεφαλαλγίες τις προερχόμενες από το κρασί.

Στα Συμπόσια ίσχυαν ειδικοί νόμοι και εθιμοτυπία. Πολλές πληροφορίες για τα ισχύοντα στα συμπόσια έχουμε από τους αρχαίους συγγραφείς, Πλάτωνα, Πολύβιο, Πλούταρχο, Λουκιανό. Στα συμπόσια επιβαλλόταν η μέγιστη πειθαρχία για να αποφευχθούν τα αποτελέσματα της οινοποσίας.

Πριν την έναρξη του συμποσίου οριζόταν ο συμποσίαρχος ή βασιλεύς ή επιμελητής ή επίσταθμος. Στις διαταγές του όφειλαν να υπακούνε όλοι οι συνδαιτυμόνες. Σύμφωνα με τις πληροφορίες του Πλούταρχου έπρεπε αυτός να έχει συγκεκριμένη συμπεριφορά: «να μην είναι ευάλωτος στο μεθύσι, αλλά ούτε και απρόθυμος στο να πίνει, ούτε μέθυσος και υβριστής, αλλά ούτε και εντελώς νηφάλιος, ούτε αυστηρός υπέρ το δέον» (Πλουτάρχου Συμποσιακά).

Ο Συμποσίαρχος προσδιόριζε την αναλογία του κράματος, δηλαδή πόσο κρασί πόσο νερό, τον τρόπο προπόσεων, τον αριθμό και την τάξη των ποτηριών που θα έπιναν και κάθε άλλο ζήτημα που ανέκυπτε.

Η κράση του οίνου με το νερό ήταν γνωστή ήδη από την ομηρική εποχή λόγω υγείας, ευταξίας και κοινωνικής ευπρέπειας. Στην Αθήνα είχαν ψηφιστεί νόμοι από τον Σόλωνα για να μην υπάρχουν τα παρελκόμενα από τη μέθη κακά. Η ακρατοποσία δεν εθεωρείτο μόνον παραβίαση του νόμου, αλλά και βαρβαρισμός. Οι Σκύθες συνήθιζαν να πίνουν άκρατο οίνο, γι αυτό υπήρχε και το απαξιωτικό ρήμα «επισκυθίζω», φέρομαι σαν Σκύθης, βαρβαρικά.

Κρασί και Αρχαίοι Έλληνες
Η αναλογία του κράματος ήταν τρία μέρη νερό προς ένα οίνο ή 2:1 ή 3:2.Ο Ησίοδος λέει «Τρις δι΄ύδατος προχέειν, το δε τέταρτον ιεμεν οίνου (Έργα και ημέραι στ.594). Ο Αριστοφάνης στους Ιππής (στίχος 1187) δίνει την ίδια αναλογία: «Έχε και πιείν κεκραμένον τρία και δύο».Ο Αθήναιος «…η γαρ δύο προς πέντε πίνειν φασί δείν ή ένα προς τρεις». Το καλύτερο κράμα εθεωρείτο τρία μέρη νερού και δύο μέρη οίνου. Οι οινόφλυγες (μέθυσοι), οι οινοβαρείς (οι βεβαρυμμένοι με οίνο, vino gravis στα λατινικά) και οι οινοβρεχείς (μέθυσοι) ήταν αξιοκατάκριτοι και τιμωρητέοι, γιατί μιμούνταν τους βαρβάρους. Αυτή η αντίληψη επεκράτησε από την ομηρική εποχή κατά την οποία η μέθη προκαλούσε την κοινή περιφρόνηση. Χαλεπόν τοις ανθρώποις η μέθη», δηλ. «Φοβερό ελάττωμα για τους ανθρώπους η μέθη» (Πλατ. “Συμπόσιον” c, 176 ). O Αθήναιος στους «Δειπνοσοφιστές» αποκαλεί το κρασί «Οίνος, ο αγαθός δαίμονας». Στο ίδιο έργο, σ’ ένα απόσπασμα, ο Εύβουλος (κωμικός ποιητής του 4ου π.Χ. αιώνα) παριστάνει τον Διόνυσο να λέει ότι το κρασί είναι απαραίτητο στον άνθρωπο, αλλά με μέτρο, γιατί αν πιει περισσότερο τότε παραφέρεται. Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη στο έργο του «περί μέθης» το αποκαλούμενο «ροδιακό», το οποίο προσφέρεται στα συμπόσια, προκαλεί τέρψη, απόλαυση και με­θάει λιγότερο, επειδή είναι αναμεμιγμένο με διάφορα μυρω­δικά που το καθιστούν πιο ελαφρύ, με αποτέλεσμα να διατηρείται νηφάλιο το πνεύμα, αλλά συγχρόνως να καταλύονται οι ερωτικές ορμές.

Η κράση του οίνου γινόταν μέσα σε αγγεία, τους κρατήρες, από τους υπηρέτες. Ο Αθήναιος μας πληροφορεί ότι αυτό γινόταν καμια φορά και μέσα σε «ψυκτήρες», τα αγγεία αυτά είχαν στενό κυλινδρικό σώμα που φάρδαινε καθώς ανέβαινε και έπαιρνε σχήμα βολβού ή μανιταριού και στη συνέχεια στένευε πάλι και κατέληγε σε ένα στενό χείλος. Το γέμιζαν με κρύο νερό ή χιόνι και τον βύθιζαν μέσα στον κρατήρα, για να κρατάει το κρασί δροσερό. Μερικές φορές ενέχεαν και αρώματα και τότε το κράμα ονομαζόταν «τρίμμα». Το κράμα από τους κρατήρες μεταγγιζόταν στις οινοχόους και από εκεί στα ποτήρια με ένα ειδικό αγγείο, τον κύαθο. Ο κύαθος σαν μέτρο υγρών αντιστοιχούσε με 0,0456 του λίτρου. Είχε σχήμα κουτάλας με ψηλό πόδι μήκους 13 εκατοστών και καμπύλη λαβή.

Η λέξη κρασί<κρασίον προήλθε από το κεράννυμι=αναμειγνύω, όπως και η λέξη κρατήρας= σκεύος της ανάμειξης. Στα Βυζαντινά χρόνια η λέξη κρασί αντικατέστησε την λέξη οίνος, επειδή ο οίνος, όπως και ο άρτος, αποτελούσαν πια μέρος του τελετουργικού της θείας λατρείας.

Το κρασί δεν ήταν ο αυτοσκοπός στα συμπόσια, αλλά οι φιλοσοφικές συζητήσεις ή όπως λεει ο Πλούταρχος: «Πρώτον δε πάντων τέτακται το περί του φιλοσοφείν παρά πότον».

Γιώτα Ιωακειμίδου*
Φιλόλογος

 Δείτε επιλεγμένα άρθρα και εκπαιδευτικό υλικό στην ομάδα μας: Φιλολογικές Σελίδες

♦ Αν θέλετε να ενημερώνεστε μέσω facebook για όλες τις νέες δημοσιεύσεις, ακολουθήστε τη σελίδα μας επιλέγοντας τον σύνδεσμο: schooltime