Τα ομηρικά γεύματα ήταν το ακράτισμα (πρόγευμα), το οποίο λέγεται και άριστον. Το ακράτισμα των μετέπειτα χρόνων είναι βρεγμένο ψωμί σε άκρατο οίνο. Μόνον δυο φορές το αναφέρει o Όμηρος, μια στην Οδύσσεια (ο Οδυσσέας και ο λαμπρός χοιροβοσκός, αφού ανάψανε φωτιά, ετοίμαζαν το άριστο) και μια φορά στην Ιλιάδα (και γρήγορα ριχτήκανε το άριστο να φτιάξουν). Ακολουθούν το δείπνο και το δόρπον. Το κυρίως γεύμα είναι το δείπνο, το οποίο το έπαιρναν μετά το πέρας των εργασιών πριν το μεσημέρι, ήταν το κύριο γεύμα και καμιά φορά αντικαθιστούσε και το άριστον. Το δόρπον ήταν το νυχτερινό γεύμα. Ο Όμηρος αναφέρει και τέταρτο γεύμα το «δειλινόν», γεύμα ανάμεσα στο άριστον και το δείπνο. Η λέξη αυτή με την έννοια του γεύματος έχει διατηρηθεί στην ποντιακή διάλεκτο. Δειλίζω στα ποντιακά σημαίνει τρώγω βραδινό και δειλινάρ είναι το γεύμα μετά την δύση του ηλίου.

Τα ομηρικά έπη αναφέρονται σε μια προγενέστερη εποχή από αυτήν της εποχής του ποιητή. Η κοινωνία των ομηρικών επών είναι η Μυκηναϊκή κοινωνία, συνεπώς οι πληροφορίες αφορούν την εποχή εκείνη.

Οι ήρωες του Ομήρου πριν το γεύμα πλένουν τα χέρια τους στην Οδύσσεια, αλλά ποτέ στην Ιλιάδα. Τα γεύματα αποτελούνται κυρίως από κρέατα. Πάνω στο σκαλιστό τραπέζι η σεβαστή δέσποινα του σπιτιού φέρνει το ψωμί και ο υπηρέτης ακολουθεί με τις πιατέλες γεμάτες με τα κρέατα. Ήταν ψητά από βοδινό κρέας συνήθως και προσφέρονταν σε κάθε εκδήλωση, γιορτές, γάμους, συμπόσια.Το ψήσιμο γινόταν στην αυλή πάνω σε φωτιά που άναβαν. Μαγείρευαν οι γυναίκες του σπιτιού με την βοήθεια των δούλων. Στα επίσημα γεύματα η σφαγή των ζώων έπαιρνε την μορφή θυσίας σε κάποιο θεό. Πουθενά δεν κάνει λόγο ο Όμηρος για μαγειρεμένα φαγητά, ακόμα και τα μυαλά και τα εντόσθια των ζώων τα έψηναν. Τα δείπνα τα έλεγαν και «δαίτας» από το δατείσθαι=μοιράζομαι, επειδή τα κρέατα τα μοίραζαν σε ίσες μερίδες σε όλους.

Πίστευαν ότι το κρέας προσφέρει σωματική και ψυχική ευεξία. Έτσι ο Αγαμέμνονας προσφέρει βοδινό φιλέτο στον Αίαντα μετά την μονομαχία με τον Έκτορα: δ΄Αίαντα διηνέκεσσι γέραιρεν ήρως Ατρεΐδης ευρύ κρείων Αγαμέμνων, Η 320 (κι ο πρωταφέντης Αγαμέμνονας, ο γιος του Ατρέα, τιμώντας τον Αίαντα πλήθος μπρος του σώριαζε μερίδες απ΄ την πλάτη). Οι ομηρικοί ήρωες αυτοεξυπηρετούνται, ακόμα και οι βασιλιάδες. Ο Οδυσσέας καυχιέται ότι ξέρει να τεμαχίζει το κρέας και να ανάβει την φωτιά. Ο Μενέλαος κερνά ο ίδιος το κρασί, ενώ ο Αχιλλέας και ο Πάτροκλος τακτοποιούν τα πάντα.

Ο Αλκίνοος που είχε διαλέξει την τρυφηλή ζωή, προσφέρει και αυτός στον φιλοξενούμενο του Οδυσσέα ψητά κρέατα. Όταν ο καλεσμένος είναι υψηλό πρόσωπο το κρέας το σερβίρει ο ίδιος ο οικοδεσπότης. Οι Φαίακες κατεξοχήν θαλασσοπόροι και ενώ η θάλασσα είναι γεμάτη ψάρια, προτιμούν τα κρέατα. Ο δε Μενέλαος παραθέτει στο γεύμα προς τιμήν του Τηλέμαχου «νώτα βοός». Οι μνηστήρες τρώνε κρέατα, όχι ψάρια ούτε πουλιά ούτε μελίπηκτα.

Μετά τα γεύματα οι ομηρικοί ήρωες ασχολούνται με αθλητικές ασκήσεις με δίσκους και ακόντια ή άκουγαν τους κιθαρωδούς και τους χορευτές που τους συνόδευαν. Τα τραγούδια και ο χορός θεωρούνται από τον Όμηρο» αναθήματα δαιτός» (οδύσσεια α,152). Οι τραγουδιστές κατείχαν την θέση φιλοσόφων, γι αυτό ο Αγαμέμνονας αφήνει τον τραγουδιστή του σαν φύλακα και συμβουλάτορα στην Κλυταιμήστρα. Ο συγκεκριμένος τραγουδιστής με τις διηγήσεις του προέτρεπε την βασίλισσα σε πράξεις καλές και αγαθές και με την συντροφιά του απομάκρυνε τις σκέψεις της από ακόλαστες πράξεις. Ο Αίγισθος για να καταφέρει να διαφθείρει την βασίλισσα, σκότωσε πρώτα τον τραγουδιστή. Τον ίδιο ρόλο είχε και ο τραγουδιστής στο παλάτι της Πηνελόπης. Τραγουδούσε μεν για να διασκεδάσει τους μνηστήρες, αλλά τους μισούσε. Γενικά οι αοιδοί (τραγουδιστές) έχαιραν μεγάλου σεβασμού, γιατι η Μούσα τους δίδαξε το τραγούδι και αγάπησε το γένος τους. Στην Ιθάκη ο αοιδός είναι ο Φήμιος, στο νησί των Φαιάκων ο Δημόδοκος, ο τυφλός τραγουδιστής. Ο Αλκίνοος τον βάζει να καθίσει πάνω σε έναν θρόνο και ο Οδυσσέας του προσφέρει ένα εκλεκτό κομμάτι κρέας.

Οι ομηρικοί ήρωες παρουσιάζονται να πίνουν κρασί σε πολλές περιστάσεις. Ο σοφός Νέστορας προσφέρει στον Μαχάονα που είχε τραυματιστεί στον ώμο, κρασί για να τονωθεί και τον προτρέπει να κάτσει και να πίνει συνέχεια. Μάλιστα για να μπορέσει να πιεί του δίνει γιδίσιο τυρί και κρεμμύδι για προσφάγι του κρασιού.

Η Εκάβη προτρέπει τον Έκτορα να πιει και να ευθυμήσει επαινώντας το κρασί, εκείνος όμως το θεωρεί ασεβές, μια και γύρισε καταματωμένος.

Ο Όμηρος τονίζει σε πολλά σημεία ότι πρέπει να πίνουμε με μέτρο, γιατί κάνει κακό σε αυτούς που το ρουφάνε με απληστία. Εχθρός της μέθης ο ποιητής παρουσιάζει τον τεράστιο Κύκλωπα να ηττάται από το ποτό. Ο Ελπήνορας επειδή είναι φιλήδονος και μέθυσος, τον παρουσιάζει να κατακρημνίζεται. Ο δε Αντίνοος, ο οποίος λέει στον Οδυσσέα «σε χτύπησε το γλυκό κρασί», ο ίδιος έπινε συνεχώς και ενώ είχε πληγωθεί και πέθαινε, κρατούσε ακόμα το ποτήρι. Ο Αγαμέμνονας λέει σε κάποιο σημείο για τον εαυτό του «ή μέθυσα απ΄ το πολύ κρασί ή το μυαλό μου πήραν οι θεοί», ενώ ο Αχιλλέας τον βρίζει λέγοντας «βαρεμένος είσαι απ΄ το κρασί με μάτια σκύλου».

Σε κάθε συνδαιτυμόνα έδιναν ένα ποτήρι, το οποίο το γέμιζαν μέχρι να ξεχειλίσει και αυτό εθεωρείτο καλός οιωνός. Στα γεύματα κάνουν προπόσεις, ακόμα και οι θεοί, με γεμάτα τα χρυσά τους ποτήρια πρόπιναν στην υγειά τους υψώνοντας το δεξί τους χέρι. Στα ομηρικά χρόνια οι σύνδειπνοι έτρωγαν καθήμενοι, αργότερα στα ιστορικά χρόνια ακολουθώντας συνήθειες της Ανατολής έτρωγαν ξαπλωμένοι στηριζόμενοι πάνω στον αγκώνα.

Τα μεγαλύτερα δείπνα ήταν τα δείπνα προς τιμήν των θεών, τα «θεϊκά δείπνα». Ένα τέτοιο θεϊκό δείπνο μας περιγράφει ο Όμηρος στην οδύσσεια (γ,στίχοι 5-9,43-50,339-341). Στο δημόσιο αυτό σύνδειπνο στρώθηκαν στην παραλία της Πύλου εννέα τεράστια τραπέζια με 500 καθήμενους σε κάθε τραπέζι. Για κάθε τραπέζι θυσιάστηκαν εννέα ταύροι προς τιμήν του Ποσειδώνα.

Γιώτα Ιωακειμίδου*
Φιλόλογος

 Αν θέλετε να ενημερώνεστε μέσω fb για όλες τις νέες αναρτήσεις, ακολουθήστε τη σελίδα μας επιλέγοντας τον σύνδεσμο: schooltime

© schooltime.gr – Αρθρογραφία Facebook •Twitter •Google+