Εκείνη η άνοιξη του 1921 μπήκε για τα καλά στο ορεινό Επές, με τα 20 ελληνικά χωριά του. Τα χιόνια άρχισαν να λιώνουν στα ψηλά βουνά του Αντίταυρου και τα «δάκρε τη Παναΐας» ξεφύτρωσαν κάτω από τα λιωμένα χιόνια. Στα λιβάδια τα σπαρτά είχαν πρασινίσει, τα λελέκια και τα χελιδόνια ήρθαν ξανά και έχτιζαν φωλιές. Όλα έδειχναν ότι τίποτα δεν έχει αλλάξει, και όμως ένας αδιόρατος φόβος κυριαρχούσε παντού.

Ήταν πια κοινό μυστικό ότι σύντομα θα φύγουν από τον τόπο τους, αλλά δεν ήξεραν για πού. Τα μαντάτα των εκτοπισμών, που είχαν αρχίσει ήδη σε πολλά μέρη του Πόντου, τους είχαν κάνει να χάσουν τον ύπνο τους. Άρχισαν λες από ένστικτο να κάνουν προετοιμασίες που δεν συνήθιζαν να κάνουν εκείνη την εποχή: έφτιαχναν ιβριστόν, ετοίμαζαν προμήθειες με βούτυρα, πλιγούρια, αλεύρια και τα είχαν όχι στα κελάρια, αλλά πρόχειρα, να τα αρπάξουν και να φύγουν.

Μια ανοιξιάτικη μέρα Μαγιού ήρθε το μαύρο μαντάτο, εξορία. Οι τσεντερμέδες εμφανίστηκαν στα χωριά του Επές και η εντολή ήταν τα καραβάνια να ξεκινήσουν μέχρι το μεσημέρι εκείνης της μέρας.

Θρήνος και οδυρμός έσκιζε τον αέρα των ηρωικών χωριών, όπου μάτι τούρκικο δεν έφτανε εύκολα εκεί πάνω στις αετοφωλιές τους. Ο αρχηγός κάθε οικογένειας έζεψε τα κομέσια (βουβάλια) στους αραμπάδες και οι γυναίκες κουβαλούσαν τις προμηθεις: τρόφιμα, γιοργάνια, μικρά πουλούλε με προμήθειες. Πόσα μπορεί να χωρέσει ένα κάρο; Χωράνε οι ζωές των ανθρώπων πάνω στα κάρα;

Τα μοιρολόγια των γυναικών ανακατεύτηκαν με τα μουγκανητά των ζώων και τα ουρλιαχτά των σκύλων, τα οποία καταλάβαιναν ότι θα μείνουν πίσω, οι γάτες ούρλιαζαν και αυτές, το σκηνικό ήταν παράξενο, άγριο, οι πόρτες έκλεισαν πίσω τους και τα καραβάνια ξεκίνησαν.

Πίσω από κάθε κάρο έδεσαν και μια αγελάδα για να έχουν γάλα στον δρόμο. Λίγο πριν ξεκινήσουν τα παιδιά αμόλησαν αυτές τις αγελάδες μέσα στα σπαρτά να βοσκήσουν. Τότε εμφανίστηκαν τα κρυμμένα όρνεα, οι Τούρκοι που επείγονταν να καταλάβουν το βιος τους και κυνήγησαν τα παιδιά με τις αγελάδες.

Εκατοντάδες κάρα και περίπου 12 χιλιάδες ψυχές από τα χωριά του Επές ξεκίνησαν το ταξίδι για το πουθενά. Από αυτούς επέζησαν τελικά μόνον οι 2,5 χιλιάδες περίπου. Οι υπόλοιποι χάθηκαν στις πορείες προς τη Συρία και τον Λίβανο.

Το απόγευμα εκείνης της μέρας φτάσανε στη Ζάρα από όλα τα χωριά του Επές. Έγινε καταγραφή και το επόμενο πρωί με την συνοδεία των τσεντερμέδων ξεκίνησε η πορεία. Το τεράστιο καραβάνι με τους αραμπάδες κινιόταν όλο ανατολικά, αυτό το καταλάβαιναν από την ανατολή του ήλιου, γιατί δεν ήξεραν κατά που πάνε. Χωριό με χωριό, συγγενείς με συγγενείς πορεύονταν στους δρόμους του χαμού τους. Κάρα με δεμένα ζώα από πίσω και πεζοί όσοι άντεχαν, πάνω στα κάρα κάθονταν μόνον οι γριές, οι ανήμποροι, οι άρρωστοι και τα μωρά.

Το καλοκαίρι τους βρήκε στον δρόμο προς τη Συρία. Πολλοί δεν άντεξαν τη ζέστη, την πείνα και την ταλαιπωρία. Οι μολυσματικές ασθένειες αποτελειώσαν όλους τους αδύναμους.

Εκείνο το θερμό καλοκαίρι του 1921 τους βρήκε Ιούλιο μήνα πάνω στη γέφυρα του Ευφράτη ποταμού (φιράτ τον έλεγε η γιαγιά μου). Πάνω στην τεράστια γέφυρα του θολού ποταμού σταμάτησαν ξαφνικά τα εκατοντάδες κάρα. Οι Κούρδοι έκλεισαν τις σταυρωτές αλυσίδες της γέφυρας με σκοπό να τους ληστέψουν. Κλάματα, φωνές, πανικός ακουγόταν απ’ άκρη σ’ άκρη της γέφυρας. Δεν ήταν λίγες οι φορές που είχαν πέσει θύματα ληστείας από Κούρδους. Οι συνοδοί τσεντερμέδες άνοιξαν τη γέφυρα και έδιωξαν τους Κούρδους.

Βρίσκονται στη Μεσοποταμία, μετά από λίγες μέρες αντικρίζουν τον Τίγρη ποταμό. Τα δυο ποτάμια ενώνονται σε αυτό το σημείο και περικλείουν τη Μεσοποταμία. Στα χώματα αυτά υπήρχε κάποτε το ελληνιστικό βασίλειο των Σελευκιδών. Στο σημείο που βρίσκονται είναι πολύ δύσκολο να περάσουν το ποτάμι. Τα ορμητικά νερά του Τίγρη τους φράζουν τον δρόμο, καθώς η γέφυρα που υπήρχε έχει γκρεμιστεί.

Στέκονται απελπισμένοι να κοιτάνε το ποτάμι, πίσω δεν μπορούν πια να γυρίσουν, οι εντολές ήταν σαφείς: να εγκαταλείψουν το τουρκικό έδαφος. Στις δύσκολες όμως στιγμές πάντα βρίσκονται οι «εμπρολάτες». Ένας νεαρός, ο Αλέξης Κελεσίδης από την Γούρπαγα, ορμά με το άλογο του στα άγνωστα νερά του ορμητικού ποταμού. Εκατοντάδες μάτια τον παρακολουθούν με κομμένη την ανάσα. Ξαφνικά εμφανίστηκε σε άλλο σημείο του ποταμού και έδωσε σύνθημα να περάσουν οι βοϊδάμαξες από το σημείο εκείνο, όπου τα νερά ήταν ρηχά και ακίνδυνα. Στο σημείο εκείνο υπήρχαν τρία ρηχά παρακλάδια και έτσι πέρασαν με ευκολία κάρα και πεζοί.

Οι ντόπιοι είχαν κρυφτεί και παρακολουθούσαν το θέαμα. Το νερό έφτανε μέχρι το σανίδωμα του κάρου. Τα νερά ήταν πολύ ορμητικά και υπήρχε κίνδυνος να αναποδογυρίσουν τα κάρα. Γυναίκες και άντρες σήκωσαν τα ρούχα τους μέχρι τη μέση και κρατούσαν με όση δύναμη τους είχε απομείνει τα κάρα. Ντάλα καλοκαίρι ήταν και τα παγωμένα νερά τους δρόσιζαν.

Αφού πέρασαν το ποτάμι, τους περίμενε μια ευχάριστη έκπληξη, κατάφορτες μουριές, μποστάνια με καρπούζια και πεπόνια, έτοιμα να κορέσουν την πείνα τους. Τα βάσανα τους όμως δεν θα τελειώσουν ακόμα, έχουν πολλά να τραβήξουν μέχρι να φτάσουν στη μάνα Ελλάδα.

Γιώτα Ιωακειμίδου*
Φιλόλογος

© schooltime.gr – Ροή ειδήσεων, Facebook, Twitter, Google+