Πλάτων, Φαίδων (112e–114c)

Στον διάλογο του Πλάτωνα, «Φαίδων», κεντρικό θέμα είναι η αθανασία της ψυχής. Μάλιστα η οπτική προσέγγισης του ζητουμένου αφορά την παιδαγωγική διάσταση, με έμφαση στη δικαίωση των πνευμάτων που στην επίγεια ζωή ανέπτυξαν την οσιότητα και τη δικαιοσύνη σε αντιδιαστολή με την τιμωρία των ασεβών και των αδίκων.

Ο Σωκράτης, αναιρώντας τις αμφισβητήσεις του Κέβητα και του Σιμμία, οικοδομεί έναν συλλογισμό περί αθανασίας της ψυχής. Με αλληγορικά σχήματα διηγείται την πορεία των ψυχών στον Άδη[1]. Έτσι γίνεται μνεια στη γη, στα φαινόμενα που εκτυλίσσονται στα έγκατά της και στην μεταθανάτια τοποθέτηση των ψυχών στις περιοχές αυτές.

 

Τὰ μὲν οὖν δὴ ἄλλα πολλά τε καὶ μεγάλα καὶ παντοδαπὰ
ῥεύματά ἐστι· τυγχάνει δ’ ἄρα ὄντα ἐν τούτοις τοῖς πολλοῖς
τέτταρ’ ἄττα ῥεύματα, ὧν τὸ μὲν μέγιστον καὶ ἐξωτάτω ῥέον
περὶ κύκλῳ ὁ καλούμενος Ὠκεανός ἐστιν, τούτου δὲ καταν-
τικρὺ καὶ ἐναντίως ῥέων Ἀχέρων, ὃς δι’ ἐρήμων τε τόπων
[113a] ῥεῖ ἄλλων καὶ δὴ καὶ ὑπὸ γῆν ῥέων εἰς τὴν λίμνην ἀφικνεῖται
τὴν Ἀχερουσιάδα, οὗ αἱ τῶν τετελευτηκότων ψυχαὶ τῶν
πολλῶν ἀφικνοῦνται καί τινας εἱμαρμένους χρόνους μείνασαι,
αἱ μὲν μακροτέρους, αἱ δὲ βραχυτέρους, πάλιν ἐκπέμπονται
εἰς τὰς τῶν ζῴων γενέσεις. τρίτος δὲ ποταμὸς τούτων κατὰ
μέσον ἐκβάλλει, καὶ ἐγγὺς τῆς ἐκβολῆς ἐκπίπτει εἰς τόπον
μέγαν πυρὶ πολλῷ καόμενον, καὶ λίμνην ποιεῖ μείζω τῆς
παρ’ ἡμῖν θαλάττης, ζέουσαν ὕδατος καὶ πηλοῦ· ἐντεῦθεν δὲ
[113b] χωρεῖ κύκλῳ θολερὸς καὶ πηλώδης, περιελιττόμενος δὲ τῇ
γῇ ἄλλοσέ τε ἀφικνεῖται καὶ παρ’ ἔσχατα τῆς Ἀχερουσιάδος
λίμνης, οὐ συμμειγνύμενος τῷ ὕδατι· περιελιχθεὶς δὲ πολλάκις
ὑπὸ γῆς ἐμβάλλει κατωτέρω τοῦ Ταρτάρου· οὗτος δ’ ἐστὶν
ὃν ἐπονομάζουσιν Πυριφλεγέθοντα, οὗ καὶ οἱ ῥύακες ἀπο-
σπάσματα ἀναφυσῶσιν ὅπῃ ἂν τύχωσι τῆς γῆς. τούτου δὲ
αὖ καταντικρὺ ὁ τέταρτος ἐκπίπτει εἰς τόπον πρῶτον δεινόν
τε καὶ ἄγριον, ὡς λέγεται, χρῶμα δ’ ἔχοντα ὅλον οἷον ὁ
[113c] κυανός, ὃν δὴ ἐπονομάζουσι Στύγιον, καὶ τὴν λίμνην ἣν
ποιεῖ ὁ ποταμὸς ἐμβάλλων, Στύγα· ὁ δ’ ἐμπεσὼν ἐνταῦθα
καὶ δεινὰς δυνάμεις λαβὼν ἐν τῷ ὕδατι, δὺς κατὰ τῆς γῆς,
περιελιττόμενος χωρεῖ ἐναντίος τῷ Πυριφλεγέθοντι καὶ
ἀπαντᾷ ἐν τῇ Ἀχερουσιάδι λίμνῃ ἐξ ἐναντίας· καὶ οὐδὲ τὸ
τούτου ὕδωρ οὐδενὶ μείγνυται, ἀλλὰ καὶ οὗτος κύκλῳ περιελ-
θὼν ἐμβάλλει εἰς τὸν Τάρταρον ἐναντίος τῷ Πυριφλεγέθοντι·
ὄνομα δὲ τούτῳ ἐστίν, ὡς οἱ ποιηταὶ λέγουσιν, Κωκυτός.[113d] Τούτων δὲ οὕτως πεφυκότων, ἐπειδὰν ἀφίκωνται οἱ τετε-
λευτηκότες εἰς τὸν τόπον οἷ ὁ δαίμων ἕκαστον κομίζει,
πρῶτον μὲν διεδικάσαντο οἵ τε καλῶς καὶ ὁσίως βιώσαντες
καὶ οἱ μή. καὶ οἳ μὲν ἂν δόξωσι μέσως βεβιωκέναι, πορευ-
θέντες ἐπὶ τὸν Ἀχέροντα, ἀναβάντες ἃ δὴ αὐτοῖς ὀχήματά
ἐστιν, ἐπὶ τούτων ἀφικνοῦνται εἰς τὴν λίμνην, καὶ ἐκεῖ
οἰκοῦσί τε καὶ καθαιρόμενοι τῶν τε ἀδικημάτων διδόντες
δίκας ἀπολύονται, εἴ τίς τι ἠδίκηκεν, τῶν τε εὐεργεσιῶν
[113e] τιμὰς φέρονται κατὰ τὴν ἀξίαν ἕκαστος· οἳ δ’ ἂν δόξωσιν
ἀνιάτως ἔχειν διὰ τὰ μεγέθη τῶν ἁμαρτημάτων, ἢ ἱερο-
συλίας πολλὰς καὶ μεγάλας ἢ φόνους ἀδίκους καὶ παρανόμους
πολλοὺς ἐξειργασμένοι ἢ ἄλλα ὅσα τοιαῦτα τυγχάνει ὄντα,
τούτους δὲ ἡ προσήκουσα μοῖρα ῥίπτει εἰς τὸν Τάρταρον,
ὅθεν οὔποτε ἐκβαίνουσιν. οἳ δ’ ἂν ἰάσιμα μὲν μεγάλα δὲ
δόξωσιν ἡμαρτηκέναι ἁμαρτήματα, οἷον πρὸς πατέρα ἢ μη-
[114a] τέρα ὑπ’ ὀργῆς βίαιόν τι πράξαντες, καὶ μεταμέλον αὐτοῖς
τὸν ἄλλον βίον βιῶσιν, ἢ ἀνδροφόνοι τοιούτῳ τινὶ ἄλλῳ
τρόπῳ γένωνται, τούτους δὲ ἐμπεσεῖν μὲν εἰς τὸν Τάρταρον
ἀνάγκη, ἐμπεσόντας δὲ αὐτοὺς καὶ ἐνιαυτὸν ἐκεῖ γενομένους
ἐκβάλλει τὸ κῦμα, τοὺς μὲν ἀνδροφόνους κατὰ τὸν Κωκυτόν,
τοὺς δὲ πατραλοίας καὶ μητραλοίας κατὰ τὸν Πυριφλε-
γέθοντα· ἐπειδὰν δὲ φερόμενοι γένωνται κατὰ τὴν λίμνην τὴν
Ἀχερουσιάδα, ἐνταῦθα βοῶσί τε καὶ καλοῦσιν, οἱ μὲν οὓς
ἀπέκτειναν, οἱ δὲ οὓς ὕβρισαν, καλέσαντες δ’ ἱκετεύουσι
[114b] καὶ δέονται ἐᾶσαι σφᾶς ἐκβῆναι εἰς τὴν λίμνην καὶ δέξασθαι,
καὶ ἐὰν μὲν πείσωσιν, ἐκβαίνουσί τε καὶ λήγουσι τῶν
κακῶν, εἰ δὲ μή, φέρονται αὖθις εἰς τὸν Τάρταρον καὶ
ἐκεῖθεν πάλιν εἰς τοὺς ποταμούς, καὶ ταῦτα πάσχοντες οὐ
πρότερον παύονται πρὶν ἂν πείσωσιν οὓς ἠδίκησαν· αὕτη γὰρ
ἡ δίκη ὑπὸ τῶν δικαστῶν αὐτοῖς ἐτάχθη. οἳ δὲ δὴ ἂν δόξωσι
διαφερόντως πρὸς τὸ ὁσίως βιῶναι, οὗτοί εἰσιν οἱ τῶνδε μὲν
τῶν τόπων τῶν ἐν τῇ γῇ ἐλευθερούμενοί τε καὶ ἀπαλλαττό-
[114c] μενοι ὥσπερ δεσμωτηρίων, ἄνω δὲ εἰς τὴν καθαρὰν οἴκησιν
ἀφικνούμενοι καὶ ἐπὶ γῆς οἰκιζόμενοι. τούτων δὲ αὐτῶν οἱ
φιλοσοφίᾳ ἱκανῶς καθηράμενοι ἄνευ τε σωμάτων ζῶσι τὸ
παράπαν εἰς τὸν ἔπειτα χρόνον, καὶ εἰς οἰκήσεις ἔτι τούτων
καλλίους ἀφικνοῦνται, ἃς οὔτε ῥᾴδιον δηλῶσαι οὔτε ὁ χρόνος
ἱκανὸς ἐν τῷ παρόντι. 
Λοιπόν τα άλλα ποτάμια βέβαια είναι
και πολλά και μεγάλα και κάθε είδους
ρεύματα[2]∙ και συνεπώς τυχαίνει να υπάρχουν
σε αυτά περίπου τέσσερα άλλα ποτάμια
από τα οποία το πιο μεγάλο και αυτό που
κυλά γύρω από κύκλο[3] στο πιο εξωτερικό
σημείο που αποκαλείται Ωκεανός[4].
Και αντίκρυ από αυτό και με αντίθετη ροή
κυλά ο Αχέρων[5], που διαρρέει μέσω ερημικών περιοχών και άλλων και κάτω από τη γη,
[113 a] φτάνει στη λίμνη Αχερουσιάδα όπου
καταλήγουν πολλές ψυχές αυτών που
έχουν πεθάνει. Και αφού διαμείνουν εκεί
για κάποιο προκαθορισμένο
χρονικό διάστημα, άλλες μεγαλύτερο,
άλλες μικρότερο, πάλι στέλνονται πίσω,
για να ενσωματωθούν στις γεννήσεις
των ζωντανών οργανισμών[6].
Και στο μέσον αυτών τρίτος ποταμός
εκβάλλει και κοντά στις εκβολές του
πέφτει σε ευρύ τόπο όπου καίει μεγάλη
φωτιά. Και δημιουργεί λίμνη πιο ευρεία
από τη δική μας θάλασσα που
βράζει με νερό και πηλό∙
[113b] και από εκεί προχωρά σε κύκλο
θολωμένο και λασπώδη και ενώ
περιτυλίγεται στο έδαφος και
σε άλλα σημεία φτάνει και
στα ακραία μέρη της λίμνης
Αχερουσιάδας δίχως να αναμειγνύεται
με τα ύδατά της∙ και πολλές φορές αφού περιτυλίγεται, κάτω από τη γη εισδύει
πιο κάτω από τον Τάρταρο∙
κι αυτός είναι που τον ονομάζουν
Πυριφλεγέθοντα του οποίου ποσότητες
από τα ρυάκια αναδιπλώνονται σαν λάβα
σε όποιο μέρος του εδάφους τύχει.
Και πάλι απέναντι σε αυτόν ο τέταρτος ποταμός χύνεται σε τοποθεσία που στην αφετηρία
είναι τραχιά και άγρια, όπως φημολογείται,
και του οποίου το χρώμα σε όλη
την περιφέρειά του παρόμοιο [113c] με το κυανό
που βέβαια τον ονομάζουν Στύγιο και
τη λίμνη Στύγα την οποία σχηματίζει
το ποτάμι εισρέοντας[7]∙ και ρίχνοντας τα νερά του
ο ποταμός εκεί και παίρνοντας ισχυρή δύναμη
μέσα στο νερό εισέρχεται στο χώμα,
ελισσόμενος κατευθύνεται αντίθετα προς τον Πυριφλεγέθοντα και
τον συναντά στη λίμνη Αχερουσιάδα από την αντίθετη πλευρά∙
και ούτε ατά τα νερά αναμειγνύονται
με κανένα άλλο ρεύμα
αλλά και αυτός, αφού ελίσσεται κυκλικά,
εκβάλλει στον Τάρταρο που έρχεται
αντίθετα από τον Πυριφλεγέθοντα∙
και το όνομα αυτού είναι, όπως λένε οι ποιητές, Κωκυτός.
Και έτσι είχαν διαμορφωθεί από τη φύση
αυτοί οι ποταμοί, όταν
όμως οι νεκροί φτάνουν στον τόπο όπου
ο δαίμων[8] μεταφέρει τον καθένα,
πρώτα πρώτα βέβαια δικάζονται και αυτοί
που έζησαν καλά και ενάρετα
και αυτοί που έζησαν αντίθετα.
Και για όσους τυχόν θεωρηθεί ότι έχουν ζήσει
στο μέσο (ανάμεσα στο καλό και στο κακό)
όταν πορευτούν προς τον Αχέροντα,
αφού ανεβούν στο μεταφορέα που τους αναλογεί[9] πάνω σ’ αυτό το μέσο φτάνουν στη λίμνη
και εκεί κατοικούν και αφού καθαρθούν
από τα αδικήματά τους, μόλις τιμωρηθούν ελευθερώνονται, και εν κάποιος έκανε
κάποιες αδικίες και για τις ευεργεσίες τους
αποκομίζουν τιμές σύμφωνα με την αξία τους
ο καθένας[10]∙ και για όσους τυχόν θεωρηθεί ότι
είναι αγιάτρευτη η κατάστασή τους εξαιτίας
της έκτασης των σφαλμάτων τους,
δηλαδή ή πολλές και μεγάλες ιεροσυλίες
έχουν διαπράξει ή άδικους φόνους και πολλές παρανομίες ή όσα άλλα εγκλήματα τυχαίνει
να έχουν κάνει, αυτούς η πρέπουσα μοίρα
τους ρίχνει στον Τάρταρο από τον οποίο
ποτέ πια δε βγαίνουν. Όσοι βέβαια τυχόν
φανεί ότι έχουν πραγματοποιήσει μεγάλα,
αλλά θεραπεύσιμα εγκλήματα, όπως
εν βρασμώ ψυχής εκδήλωσαν κάποιο βίαιο επεισόδιο προς τον πατέρα ή τη μητέρα τους
και την υπόλοιπη ζωή τους έζησαν
με μετάνοια αυτοί ή με κάποιον
άλλο τρόπο έγιναν αυτοί δολοφόνοι,
αναγκαστικά βέβαια αυτοί θα πέσουν
στον Τάρταρο[11]∙ αφού πέσουν στο ποτάμι
αυτοί και βιώσουν εκεί ένα χρόνο,
αφενός εκβάλλει το κύμα
τους δολοφόνους
προς τον Κωκυτό, αφετέρου
τους πατροκτόνους και τους μητροκτόνους
προς τον Πυριφλεγέθοντα∙ και όταν
με το ρεύμα φτάσουν στη λίμνη
Αχερουσιάδα, εκεί βγάζουν κραυγές
και άλλοι καλούν αυτούς που σκότωσαν,
άλλοι αυτούς ενάντια στους οποίους
αυθαδίασαν και αφού τους καλούν,
τους ικετεύουν και τους παρακαλούν
να τους αφήσουν να βγουν στη λίμνη
και να τους υποδεχτούν και αν βέβαια
τους πείσουν και βγαίνουν και τερματίζουν
τις συμφορές, διαφορετικά
μεταφέρονται από τα ρεύματα
αμέσως στον Τάρταρο και από εκεί πάλι
στα ποτάμια και αυτά αφού τα υποφέρουν,
δεν σταματούν, παρά μόνο πριν πείσουν
(να τους συγχωρήσουν) αυτοί
τους οποίους αδίκησαν∙ γιατί αυτή
η ποινή τους επιβλήθηκε από τους δικαστές.
Για όσους κριθεί βέβαια αφενός ότι
έχουν ζήσει υπερβολικά ενάρετα
αυτοί είναι που ελευθερώνονται και
απομακρύνονται από αυτούς εδώ
τους τόπους που βρίσκονται μέσα στη γη,
σαν να ζούσαν μέσα σε φυλακή,
και αφού φτάσουν πάνω στο έδαφος,
κατοικούν εκεί στον καθαρό
τόπο[12]. Και από αυτούς όσοι
έχουν καθαρθεί ικανοποιητικά
από τη φιλοσοφία[13], ζουν χωρίς σώμα
ως επί το πλείστον στα επόμενα χρόνια
και φτάνουν σε οικίσματα
ακόμη πιο ωραία από αυτά
τα οποία ούτε είναι εύκολο
να τα περιγράψω ούτε είναι ο κατάλληλος
χρόνος (για κάτι τέτοιο) αυτή τη στιγμή. 

……………………………………………………………………

[1] ο μύθος, συμπλήρωμα της εσχατολογικής θεωρίας περί μετενσωμάτωσης των ψυχών, συνυφαίνεται με τους κοσμολογικούς μύθους του «Φαίδρου» και της «Πολιτείας»

[2] προηγουμένως στο περικείμενο η περιγραφή του Κάτω Κόσμου λειτουργεί ως εισαγωγή για το συγκεκριμένο χωρίο

[3] η κυκλική περιφέρεια της οικουμένης

[4] στο σημείο εντοπίζεται προσωποποίηση του υγρού στοιχείου στην οικουμένη – θεός, ο Ωκεανός, απεικονίζεται ως πατέρας όλων των ποταμιών, δώρων της γυναίκας του, Τηθύος

[5] τα ποτάμια του Κάτω Κόσμου καταγράφονται στο παραπάνω απόσπασμα (ο Αχέρων διασχίζεται υποχρεωτικά από τις ψυχές, για να μεταβούν στον Κάτω Κόσμο-ο Πυριφλεγέθων φλέγεται, βγάζει μια απόλυτη λάμψη-ο Κωκυτός είχε πολύ κρύο νερό και κυλούσε παράλληλα με τη λίμνη Στύγα

[6] η διαμονή των ψυχών στο χώρο του Κάτω Κόσμου είναι προσωρινή – μετά την κρίση της δράσης τους στην επίγεια ζωή, επέρχεται η μετενσωμάτωσή τους

[7] η Στύξ ήταν η κόρη του Ωκεανού και της Τηθύος – ο Στύγιος ποταμός έρρεε παράλληλα με τον Αχέροντα και τον Πυριφλεγέθοντα

[8] ο δαίμων είναι ανώτερο ον από τον άνθρωπο, παρουσιάζεται ως αγγελιοφόρος των θεών ή προστατεύει τους θνητούς, εξισώνεται με την έννοια της τύχης (εξ ου και οι σημασίες «ευδαίμων» και «κακοδαίμων») – ο δαίμων της ψυχής, που επιλέγεται από τον άνθρωπο, την κατευθύνει στην πορεία της στην άλλη ζωή

[9] πρόκειται για το Πορθμείον του Χάροντα

[10] στην άλλη ζωή οι ψυχές των ενάρετων ανταμείβονται για την αγαθή τους δράση και οι ψυχές των αδίκων τιμωρούνται σε έναν χρονικό κύκλο που, όταν περατωθεί, ακολουθείται η διαδικασία της μετεμψύχωσης

[11] όσοι μετανοούν μακροχρόνια, μετά την κακή τους επίγεια συμπεριφορά, γκρεμίζονται αιώνια στον Τάρταρο

[12] οι αγαθοί άνθρωποι μεταβαίνουν στην περιοχή που θεωρείται ιδανική, αφού προηγουμένως απομακρύνονται από τους τόπους του Κάτω Κόσμου

[13] στην «Πολιτεία» ο Πλάτων κατατάσσει τους φιλοσόφους στην ανώτερη πνευματική βαθμίδα, τους εμφανίζει ενάρετους, άμεμπτους, ανιδιοτελείς – η γνώση της φιλοσοφίας, ενταγμένη στην υψηλότερη εκπαιδευτική βαθμίδα, ολοκληρώνει ηθικά νοητικά τον άνθρωπο

Εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια

Ελευθερία Μπέλμπα*
Φιλόλογος

© schooltime.gr