Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου η χώρα μας δέχτηκε τη διαδοχική επίθεση των δυνάμεων του Άξονα. Μετά την ιταλική εισβολή και την αναχαίτιση της εαρινής επίθεσης στην οροσειρά της Πίνδου και στην αλβανική ενδοχώρα, η Ελλάδα αντιμετωπίζει τον νέο κίνδυνο: οι Γερμανοί εκδηλώνουν επίθεση εναντίον της, με την κωδική ονομασία «Μαρίτα» με στόχο την κατάληψη της ελληνικής επικράτειας. Η εισβολή ξεκινά στις 6 Απριλίου 1941, μέσω της  Ανατολικής Μακεδονίας και της Θράκης. Η γενίκευση των επιχειρήσεων οδηγεί τον αντιστράτηγο Γεώργιο Τσολάκογλου, αρχηγό των δυνάμεων στην ελληνοαλβανική μεθόριο, να συνθηκολογήσει τόσο με τους Ιταλούς όσο και με τους Γερμανούς στις 20 Απριλίου 1941.

Ξεκίνησαν παράλληλα και βομβαρδισμοί από τη γερμανική αεροπορία, τη Λουφτβάφε, των περιοχών γύρω από την Αθήνα, της Σαλαμίνας, του Πειραιά, των Μεγάρων, με κύριο στόχο να πλήξουν συγκοινωνιακούς κόμβους και πλοία, ενώ ο βασιλιάς Γεώργιος και ο πρωθυπουργός Εμμανουήλ Τσουδερός στις 23 Απριλίου θα καταφύγουν στην Κρήτη, αφήνοντας μια προκήρυξη προς τον ελληνικό λαό όπου εξηγούσαν τους λόγους διαφυγής τους. Οι βρετανικές δυνάμεις που μάχονταν και υπερασπίζονταν τα ελληνικά εδάφη, προσπάθησαν μάταια να αποτρέψουν την κάθοδο των Γερμανών στην Αθήνα.

Μετά την εγκατάλειψη των Θερμοπυλών από τους Βρετανούς, οι γερμανικές μηχανοκίνητες δυνάμεις πλησίασαν την Αττική. Το βράδυ της 26ης Απριλίου ακούγονταν τρομακτικοί θόρυβοι από εκρήξεις αποθηκών με πυρομαχικά ενώ το πρωινό της 27ης Απριλίου, Κυριακής του Θωμά, γερμανικά αεροπλάνα πετούσαν πάνω από τον ουρανό της πρωτεύουσας και  Γερμανοί μοτοσικλετιστές και τεθωρακισμένα οχήματα μπήκαν στην Αθήνα από τα βόρεια προάστια. Οι κάτοικοι της πόλης κλείστηκαν στα σπίτια τους με αποτέλεσμα οι εχθροί να αντικρίζουν μια έρημη πόλη. Σε ένα καφενείο, στη συμβολή των λεωφόρων Αλεξάνδρας και Κηφισίας οι αρχές παραδίδουν την ανοχύρωτη πόλη στους κατακτητές.

Το ραδιόφωνο διακόπτει τη θεία λειτουργία και μεταδίδει διαταγή του Ανώτερου Στρατιωτικού Διοικητή Αττικοβοιωτίας υποστράτηγου Χρήστου Καβράκου να σταματήσει κάθε κίνηση στην πόλη. Παράλληλα ο εκφωνητής έλεγε χαρακτηριστικά: «Εδώ ραδιοφωνικός σταθμός Αθηνών. Εδώ ελεύθεραι ακόμα Αθήναι…Έλληνες! Οι Γερμανοί εισβολείς ευρίσκονται εις τα πρόθυρα των Αθηνών. Αδέλφια! Κρατείστε καλά μέσα στην ψυχή σας  το πνεύμα  του μετώπου. Ο εισβολεύς εισέρχεται με όλας τας προφυλάξεις εις την έρημον πόλιν με τα κατάκλειστα σπίτια… Προσοχή! Προσοχή! Ο ραδιοφωνικός σταθμός Αθηνών ύστερα από λίγο δεν θα είναι ελληνικός. Θα είναι γερμανικός και θα  μεταδίδει ψέμματα. Μην τον ακούτε! Ο πόλεμός μας συνεχίζεται και θα συνεχισθεί μέχρι τελικής νίκης. Ο βασιλεύς και η κυβέρνησις ευρίσκονται εις την Κρήτην όπου συνεχίζουν τον αγώνα. Έλληνες! Ψηλά τις καρδιές. Ζήτω το Έθνος!». Ακολουθεί ο εθνικός ύμνος. Λίγο αργότερα από το ραδιόφωνο ανακοινώνονται γερμανικές απαγορεύσεις κυκλοφορίας προς τον αθηναϊκό λαό.

«Η γερμανική εισβολή στην Αθήνα, 27 Απριλίου 1941»
Γερμανικό απόσπασμα  κατευθύνεται προς την Ακρόπολη. Εκεί ζητείται από  τον στρατιώτη Κωνσταντίνο Κουκκίδη να υποστείλει την ελληνική σημαία. Αυτός τυλίγεται με τη γαλανόλευκη, πέφτει από τον βράχο και σκοτώνεται. Ο τότε Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρύσανθος, στα απομνημονεύματά του, αναφέρει ότι: «Ο Έλλην φρουρός τής Ελληνικής σημαίας επί τής Ακροπόλεως, μή θελήσας νά παραστή μάρτυς τού θλιβερού θεάματος τής αναρτήσεως τής εχθρικής σημαίας, ώρμησεν εκ τής Ακροπόλεως κρημνισθείς καί εφονεύθη. Εκάθησα στό γραφείον μου περίλυπος μέχρι θανάτου καί δακρύων…». Γερμανοί στρατιώτες υψώνουν τη γερμανική σημαία αλλά ο Γερμανός Διοικητής της πόλης,  συγκλονισμένος από την αυτοκτονία του Κουκκίδη, θα δηλώσει πως δίπλα στις γερμανικές σημαίες στο δημαρχείο και στην Ακρόπολη θα παραμένουν υψωμένες και οι ελληνικές σημαίες.

Παράλληλα Γερμανοί στρατιώτες καταλαμβάνουν το Δημαρχείο, το Ταχυδρομείο, το τηλεγραφείο, τα υπουργεία και άλλα δημόσια κτήρια. Το ίδιο συνέβη και στον Πειραιά. Η γερμανική σημαία με τον αγκυλωτό σταυρό υψώνεται στη γερμανική πρεσβεία και στα Παλαιά Ανάκτορα. Η Αθήνα κατακλύζεται από Γερμανούς στρατιώτες.

Την ίδια ώρα που τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής μπαίνουν στην Αθήνα, η συγγραφέας Πηνελόπη Δέλτα, άρρωστη και βαριά καταπονημένη, τερματίζει τη ζωή της πίνοντας δηλητήριο. Στον τάφο της θα χαραχθεί μόνο μια λέξη: «Σιωπή».

Όμως ο ελληνικός λαός δε σιώπησε αλλά η αντίσταση γιγαντώθηκε κατά των κατακτητών Ιταλών, Γερμανών και Βουλγάρων. Η πολεμική προσπάθεια συνεχίστηκε μέχρι τα τέλη Μαΐου στην ελεύθερη Κρήτη, η οποία θα υποκύψει στους εχθρούς. Οι Έλληνες συνέχισαν να αγωνίζονται  με κάθε μέσο για να πραγματώσουν  τον πόθο της λευτεριάς.

Αντιγόνη Καρύτσα*
Φιλόλογος

© schooltime.gr