Στο βιβλίο αυτό ο Χαβιέρ Μαρίας φιλοτεχνεί βιογραφικά πορτρέτα γνωστών λογοτεχνών με γλαφυρότητα και παιχνιδιάρικη διάθεση. Οι βιογραφούμενοι δεν σκιαγραφούνται ως σεπτές και αποστειρωμένες μορφές αγίων ή λογίων, αλλά ως συναρπαστικές μυθιστορηματικές προσωπικότητες. Δεν τους εξιδανικεύει και σπάνια εκφράζει αξιολογικές κρίσεις για το έργο τους.

Αφήνει απ’ έξω όλες τις βαρετές, φιλολογικές πληροφορίες που θα ενδιέφεραν έναν πιο ακαδημαϊκό βιογράφο. Εκείνο που τον ενδιαφέρει είναι να φωτίσει την ανθρώπινη πλευρά, κάνοντας τους έτσι πιο οικείους στον αναγνώστη. Ασχολείται κυρίως με τις ιδιοτροπίες και τις αδυναμίες τους, τα πάθη και τα λάθη τους, αλλά και κάποια σημαντικά, γνωστά ή άγνωστα, περιστατικά του βίου τους, δίχως ωστόσο να ξεπέφτει στην παγίδα της σκανδαλοθηρίας και του κουτσομπολιού.

Μαθαίνουμε για παράδειγμα ότι ο Τζουζέπε Τομάζι Ντι Λαμπεντούζα ήταν ακόρεστος βιβλιοφάγος και γλυκατζής. Συνήθιζε να κυκλοφορεί με μια δερμάτινη τσάντα γεμάτη βιβλία και πάστες. Περνούσε πολλές ώρες σε βιβλιοπωλεία και καφενεία. Έγραψε τον «Γατόπαρδο» σε σχετικά ώριμη ηλικία, ενθαρρυμένος απ’ το βραβείο που πήρε ένας ξάδερφος του για ένα βιβλίο με ποιήματα.

«Με τη μαθηματική βεβαιότητα ότι δεν ήμουν πιο κουτός, κάθισα κι έγραψα ένα μυθιστόρημα», δήλωσε θέλοντας να δικαιολογήσει την όψιμη ενασχόληση του με τη γραφή. Όλα τα παραπάνω τον καθιστούν, (για μένα τουλάχιστον) τον πιο συμπαθητικό απ’ τους συγγραφείς, για τη ζωή των οποίων γράφει ο Χαβιέρ Μαρίας.

Ενώ οι πιο αντιπαθητικοί, κι εδώ συμφωνεί μαζί μου ο Μαρίας (ή μάλλον εγώ συμφωνώ μαζί του) είναι οι Τόμας Μαν, Τζέημς Τζόυς και Γιούκο Μίσιμα. Η υπέρ το δέον οίηση, ο άκρατος εγωκεντρισμός, αλλά και κάποιες σκοτεινές πλευρές της προσωπικότητας τους, δεν αφήνουν πολλά περιθώρια συμπάθειας, ή έστω επιείκειας.

Ο πιο αυτοκαταστροφικός είναι σίγουρα ο Μάλκολμ Λόρυ. Ο προσωπικός του δαίμονας ήταν το αλκοόλ. Ζούσε, κυρίως, για να πίνει και έπινε για να ζει. Ενίοτε, ευτυχώς, έγραφε. Σαν από θαύμα σώθηκαν τα χειρόγραφα του αριστουργηματικού «Κάτω απ’ το Ηφαίστειο», που κινδύνεψαν να καούν σε μία απ’ τις πολλές πυρκαγιές που κατέστρεψαν εκ βάθρων τις κατά καιρούς κατοικίες του. Ένας άνθρωπος εθισμένος σε τέτοιο βαθμό απ την αιθυλική αλκοόλη -έφτασε  κάποτε στο σημείο να πιει ακόμα και τη λοσιόν ξυρίσματος- δεν είναι και πολύ προσεκτικός

«Χαβιέρ Μαρίας: Γράφοντας για τις ζωές των άλλων»Ο πιο μοναχικός και μαζί ο πιο κοινωνικός ήταν ο Χένρυ Τζέημς. Όλο και κάπου ήταν καλεσμένος για τσάι ή δείπνο. Τα τελευταία δεκαοκτώ χρόνια της ζωής του, περνούσε τον περισσότερο χρόνο στο εξοχικό του, αλλά κι εκεί δεν του έλειψε η συντροφιά. Εντούτοις εκείνο που κυρίως τον χαρακτήριζε, ήταν η προσκόλληση στους τύπους και στο σαβουάρ βιβρ. Έβρισκε υπερβολικά νεγκλιζέ την περιβολή του Φλωμπέρ, για να μπορέσει να εκτιμήσει και το έργο του, αν και έκανε μια εξαίρεση για τη Μαντάμ Μποβαρύ. Δεχόταν ότι αυτή μπορεί να την έγραψε φορώντας το γιλέκο του…

Ο πιο ιπποτικός με τις γυναίκες ήταν ο δημιουργός του διασημότερου λογοτεχνικού ντέντεκτιβ όλων των εποχών. Κατά τη διάρκεια ενός σιδηροδρομικού ταξιδιού χαστούκισε το γιο του, επειδή τόλμησε να σχολιάσει πως μια γυναίκα που συνάντησαν ήταν άσχημη. Ο Άρθουρ Κόναν Ντόυλ ήταν επίσης και ο συγγραφέας που ταυτίστηκε, όσο κανένας, με τον βασικό του ήρωα. Παρόλα αυτά έμοιαζε περισσότερο, λόγω φυσιογνωμίας αλλά και επαγγέλματος, με τον Γουάτσον παρά με τον Σέρλοκ. Βέβαια και ο ίδιος ο Άρθουρ Κόναν Ντόυλ ανέλαβε να εξιχνιάσει  κάποιες υποθέσεις, είτε για να απαλλάξει αθώους απ’ τις άδικες κατηγορίες που τους βάραιναν, είτε γιατί του το ζητούσε κάποια γυναίκα ως προσωπική χάρη.

Ο πιο αινιγματικός και πιο πολυσχιδής ήταν ο Αρθούρος Ρεμπώ. Άξεστος νεαρός απ’ την επαρχία, παιδί θαύμα, “προστατευόμενος” του Βερλαίν, εξαγωγέας καφέ, εργοδηγός, αποικιοκράτης, εξερευνητής, εθελοντής σε τάγματα εκστρατείας, έμπορος όπλων και πιθανότατα δουλέμπορος, πολύγλωσσος και πολυτάλαντος. Βρισκόταν συνεχώς σε μια διαδικασία επανεφεύρεσης του εαυτού. Σαν να έπληττε με αυτό που είναι και έσπευδε να γίνει κάποιος άλλος.

Το τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου φέρει τον τίτλο «Τέλειοι καλλιτέχνες».  ο συγγραφέας εκεί με αφορμή φωτογραφικά, ή ζωγραφικά πορτρέτα διαφόρων λογοτεχνών, αντλεί συμπεράσματα για τη ζωή και τον χαρακτήρα τους. Η περιγραφή του κάθε πορτρέτου μοιάζει με μικροδιήγημα, και ως εκ τούτου, διαβάζεται όχι σαν δοκίμιο αλλά σαν μυθοπλασία. Παραθέτω ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα απ’ το εν λόγω κεφάλαιο.

 «Ο Μαγιακόφσκι, αντίθετα παρά το άγριο βλέμμα του δεν δείχνει αυταρχικός, αλλά απροστάτευτος. Μοιάζει με σκηνή βγαλμένη από ταινία μάλλον αμερικάνικη παρά ρώσικη, ένας επικίνδυνος εγκληματίας μπροστά στο φακό του νόμου. Έχει φωτογραφηθεί μπροστά από έναν τοίχο, σαν να είναι ο νούμερο ένα δημόσιος κίνδυνος, ή μάλλον σαν να είναι ένας εχθρός που τον έχουν στριμώξει στη γωνία, ακριβώς ένα λεπτό πριν τη δημόσια εκτέλεση του στη μέση του δρόμου χωρίς καν δίκη.»                                  

(Το βιβλίο του Χαβιέρ Μαρίας «Γράφοντας για τις ζωές των άλλων» κυκλοφορεί απ’ τις εκδόσεις Πατάκης σε μετάφραση Γεωργίας Ζακοπούλου)

Τώνια Τσαρούχα*

© schooltime.gr