Ο Σωκράτης προσπαθεί να ταυτίσει εννοιολογικά τη δικαιοσύνη με την οσιότητα στο κεφάλαιο ΙΘ΄, σε αντιδιαστολή με τον Πρωταγόρα που εισηγείται το σχετικισμό, δηλαδή ότι οι έννοιες ενδεχομένως παρεμφερείς, δεν ταυτίζονται παρά μόνο σχετικά. Ήδη, στην συζήτηση που προηγήθηκε, ο Σωκράτης άφησε να εννοηθεί η αβεβαιότητα της ιδεολογικής συμπόρευσής του με τον σοφιστή όσον αφορά την ανομοιότητα των μερών της αρετής. Επανεξετάζει συνεπώς το ζητούμενο της ομοιότητας ή της διαφοροποίησης αυτών των μερών της αρετής.

Επανέρχεται στον προβληματισμό του, αν δηλαδή είναι ανόμοια μεταξύ τους η οσιότητα και η δικαιοσύνη προεξοφλώντας την συναίνεση του Πρωταγόρα. Όμως ο Σωκράτης ταυτίζει εντελώς σημασιολογικά τα στοιχεία αυτά, δηλαδή ισχυρίζεται ότι η δικαιοσύνη είναι οσιότητα και η οσιότητα είναι δικαιοσύνη. Εύλογα ορίζει την ταύτιση ως ομοιότητα, λέει ότι η δικαιοσύνη μοιάζει με την οσιότητα και η οσιότητα με τη δικαιοσύνη. Τότε ο σοφιστής καταφεύγει σε υποθετικές επισημάνσεις και αοριστίες, ενώ εν τέλει καταφεύγει στην ενδεχόμενη σκέψη ότι όλα τα πράγματα μοιάζουν εν μέρει, όχι ολοσχερώς.

 

Σωκράτης Εἰ οὖν μετὰ τοῦτο εἴποι ἐρωτῶν ἡμᾶς: “πῶς οὖν ὀλίγον πρότερον ἐλέγετε; ἆρ’ οὐκ ὀρθῶς ὑμῶν κατήκουσα; ἐδόξατέ μοι φάναι <τὰ> τῆς ἀρετῆς μόρια εἶναι οὕτως ἔχοντα πρὸς ἄλληλα, ὡς οὐκ εἶναι τὸ ἕτερον αὐτῶν οἷον τὸ ἕτερον:” εἴποιμ’ ἂν ἔγωγε ὅτι τὰ μὲν ἄλλα ὀρθῶς ἤκουσας, ὅτι δὲ καὶ ἐμὲ οἴει εἰπεῖν τοῦτο, παρήκουσας[1]: Πρωταγόρας γὰρ ὅδε ταῦτα ἀπεκρίνατο, ἐγὼ δὲ ἠρώτων. εἰ οὖν εἴποι: “ἀληθῆ ὅδε λέγει, ὦ Πρωταγόρα; σὺ φῂς οὐκ εἶναι τὸ ἕτερον μόριον οἷον τὸ ἕτερον τῶν τῆς ἀρετῆς; σὸς οὗτος ὁ λόγος ἐστίν;” τί ἂν αὐτῷ ἀποκρίναιο[2];

Πρωταγόρας ἀνάγκη, ἔφη, ὦ Σώκρατες, ὁμολογεῖν[3].

Σωκράτης τί οὖν, ὦ Πρωταγόρα, ἀποκρινούμεθα αὐτῷ, ταῦτα ὁμολογήσαντες, ἐὰν ἡμᾶς ἐπανέρηται: “οὐκ ἄρα ἐστὶν ὁσιότης οἷον δίκαιον εἶναι πρᾶγμα, οὐδὲ δικαιοσύνη οἷον ὅσιον ἀλλ’ οἷον μὴ ὅσιον: ἡ δ’ ὁσιότης οἷον μὴ δίκαιον, ἀλλ’ ἄδικον ἄρα, τὸ δὲ ἀνόσιον[4];” τί αὐτῷ ἀποκρινούμεθα; ἐγὼ μὲν γὰρ αὐτὸς ὑπέρ γε ἐμαυτοῦ φαίην ἂν καὶ τὴν δικαιοσύνην ὅσιον εἶναι[5] καὶ τὴν ὁσιότητα δίκαιον: καὶ ὑπὲρ σοῦ δέ, εἴ με ἐῴης, ταὐτὰ ἂν ταῦτα ἀποκρινοίμην, ὅτι ἤτοι ταὐτόν γ’ ἐστιν δικαιότης ὁσιότητι ἢ ὅτι ὁμοιότατον, καὶ μάλιστα πάντων ἥ τε δικαιοσύνη οἷον ὁσιότης καὶ ἡ ὁσιότης οἷον δικαιοσύνη[6]. ἀλλ’ ὅρα εἰ διακωλύεις ἀποκρίνεσθαι, ἢ καὶ σοὶ συνδοκεῖ οὕτως.

Πρωταγόρας οὐ πάνυ μοι δοκεῖ, ἔφη, ὦ Σώκρατες, οὕτως ἁπλοῦν εἶναι, ὥστε συγχωρῆσαι τήν τε δικαιοσύνην ὅσιον εἶναι καὶ τὴν ὁσιότητα δίκαιον, ἀλλά τί μοι δοκεῖ ἐν αὐτῷ διάφορον εἶναι. ἀλλὰ τί τοῦτο διαφέρει; ἔφη: εἰ γὰρ βούλει, ἔστω ἡμῖν καὶ δικαιοσύνη ὅσιον καὶ ὁσιότης δίκαιον[7].

Σωκράτης μή μοι, ἦν δ’ ἐγώ: οὐδὲν γὰρ δέομαι τὸ “εἰ βούλει” τοῦτο καὶ “εἴ σοι δοκεῖ” ἐλέγχεσθαι, ἀλλ’ ἐμέ τε καὶ σέ: τὸ δ’ “ἐμέ τε καὶ σέ” τοῦτο λέγω, οἰόμενος οὕτω τὸν λόγον βέλτιστ’ ἂν ἐλέγχεσθαι, εἴ τις τὸ “εἴ” ἀφέλοι αὐτοῦ[8].

Πρωταγόρας  ἀλλὰ μέντοι, ἦ δ’ ὅς, προσέοικέν τι δικαιοσύνη ὁσιότητι: καὶ γὰρ ὁτιοῦν ὁτῳοῦν ἁμῇ γέ πῃ προσέοικεν. τὸ γὰρ λευκὸν τῷ μέλανι ἔστιν ὅπῃ προσέοικεν, καὶ τὸ σκληρὸν τῷ μαλακῷ, καὶ τἆλλα ἃ δοκεῖ ἐναντιώτατα εἶναι ἀλλήλοις[9]: καὶ ἃ τότε ἔφαμεν ἄλλην δύναμιν ἔχειν καὶ οὐκ εἶναι τὸ ἕτερον οἷον τὸ ἕτερον, τὰ τοῦ προσώπου μόρια, ἁμῇ γέ πῃ προσέοικεν καὶ ἔστιν τὸ ἕτερον οἷον τὸ ἕτερον. ὥστε τούτῳ γε τῷ τρόπῳ κἂν ταῦτα ἐλέγχοις, εἰ βούλοιο, ὡς ἅπαντά ἐστιν ὅμοια ἀλλήλοις. ἀλλ’ οὐχὶ τὰ ὅμοιόν τι ἔχοντα ὅμοια δίκαιον καλεῖν, οὐδὲ τὰ ἀνόμοιόν τι ἔχοντα ἀνόμοια, κἂν πάνυ σμικρὸν ἔχῃ τὸ ὅμοιον.

Σωκράτης  καὶ ἐγὼ θαυμάσας εἶπον πρὸς αὐτόν[10]: ἦ γὰρ οὕτω σοι τὸ δίκαιον καὶ τὸ ὅσιον πρὸς ἄλληλα ἔχει, ὥστε ὅμοιόν τι σμικρὸν ἔχειν ἀλλήλοις;

Πρωταγόρας οὐ πάνυ, ἔφη, οὕτως, οὐ μέντοι οὐδὲ αὖ ὡς σύ μοι δοκεῖς οἴεσθαι[11].

Σωκράτης ἀλλὰ μήν, ἔφην ἐγώ, ἐπειδὴ δυσχερῶς δοκεῖς μοι ἔχειν πρὸς τοῦτο, τοῦτο μὲν ἐάσωμεν, τόδε δὲ ἄλλο ὧν ἔλεγες ἐπισκεψώμεθα.

Σωκράτης  Αν λοιπόν ,μετά από αυτό, ισχυριζόταν κάποιος ρωτώντας εμάς· «Τι λοιπόν λέγατε λίγο προηγουμένως; Άραγε δεν σας άκουσα καλά; Μου δώσατε την εντύπωση ότι αποδείξατε ότι τα μέρη της αρετής έχουν τέτοιου είδους σχέση μεταξύ τους, ώστε να μην είναι κάποιο από αυτά όμοιο με το άλλο»· θα μπορούσα εγώ τουλάχιστον να πω ότι, όσον αφορά τα άλλα, καλά άκουσες, σχετικά όμως με το ότι πιστεύει πως και εγώ είπα το ίδιο, παράκουσες· γιατί αυτός εδώ ο Πρωταγόρας αυτά απάντησε, ενώ εγώ ρωτούσα· αν λοιπόν έλεγε· αυτός εδώ λέει αληθινά πράγματα, Πρωταγόρα; Εσύ υποστηρίζεις ότι δεν είναι το ένα από τα τμήματα της αρετής παρόμοιο με το άλλο; Αυτός ο λόγος είναι δικός σου;» Τι θα μπορούσες να απαντήσεις σ’ αυτόν;

Πρωταγόρας Είναι ανάγκη βέβαια, Σωκράτη, να συμφωνήσουμε.

Σωκράτης Αφού συμφωνήσαμε σ’ αυτά, Πρωταγόρα, τι θα απαντήσουμε σε αυτόν, αν μας ξαναρωτήσει, «δεν χαρακτηρίζεται επομένως η οσιότητα τέτοιου είδους, ώστε να είναι εν μέρει δικαιοσύνη ούτε η δικαιοσύνη τέτοια, ώστε να είναι οσιότητα, αλλά να μην θεωρείται οσιότητα· και η οσιότητα τέτοιους είδους, ώστε κάτι να μη θεωρείται δίκαιο, αλλά άδικο συνεπώς και εκείνο (δηλαδή η δικαιοσύνη) ανόσιο;» Τι θα απαντήσουμε σ’ αυτόν; Γιατί εγώ βέβαια ο ίδιος για τον εαυτό μου ασφαλώς θα μπορούσα να πω ότι και η δικαιοσύνη είναι οσιότητα και η οσιότητα δικαιοσύνη και για λογαριασμό σου, αν θα μου επέτρεπες, θα απαντούσα αυτά τα ίδια, ότι δηλαδή η δικαιοσύνη είναι ή το ίδιο λοιπόν πράγμα με την οσιότητα ή κάτι εντελώς όμοιο· και περισσότερο από όλα και η δικαιοσύνη είναι σαν την οσιότητα και η οσιότητα σαν τη δικαιοσύνη.  Αλλά σκέψου μήπως εμποδίζεις εμένα να απαντήσω ή κι εσύ έχεις την ίδια γνώμη.

Πρωταγόρας Δεν μου φαίνεται, Σωκράτη, ότι είναι αρκετά τόσο απλό, ώστε να συμφωνήσω ότι η δικαιοσύνη είναι και οσιότητα και η οσιότητα δικαιοσύνη, αλλά κάποια διαφορά κατά την άποψή μου υπάρχει σ’ αυτό το ζήτημα. Αλλά τι μας ενδιαφέρει αυτό; είπε· γιατί, αν θέλεις, ας είναι για μας και η δικαιοσύνη οσιότητα και η οσιότητα δικαιοσύνη.

Σωκράτης Μη λες λοιπόν αυτό σε μένα, είπα εγώ· γιατί δεν ωφελεί καθόλου το αν το θέλεις αυτό, ακόμα κι αν σου φαίνεται σωστό να το εξετάζουμε εσύ και εγώ· κι αυτό το «εγώ» και το «εσύ» το λέω, επειδή πιστεύω ότι το ζήτημα έτσι θα μπορούσε να εξετάζεται όσο το δυνατόν πληρέστερα, αρκεί κάποιος να αφαιρέσει από αυτό το «εάν».

Πρωταγόρας Αλλά βέβαια, είπε αυτός, έχει κάποια ομοιότητα η δικαιοσύνη με την οσιότητα· και μάλιστα οποιοδήποτε πράγμα με οποιοδήποτε άλλο, από κάποια άποψη, παρουσιάζει μια ομοιότητα· γιατί το λευκό σε μερικά σημεία μοιάζει κάπως με το μαύρο και το σκληρό με το μαλακό και τα υπόλοιπα όσα φαίνονται ότι είναι εντελώς αντίθετα μεταξύ τους· και αυτά, που προηγουμένως λέγαμε ότι έχουν διαφορετική ιδιότητα και δεν είναι το ένα όπως είναι το άλλο, δηλαδή τα τμήματα του προσώπου, από κάποια άποψη έχουν κάποια ομοιότητα και είναι το ένα όπως και το άλλο· ώστε με αυτόν βέβαια τον τρόπο, ακόμα κι αν αυτά αποδείξεις, αν θέλεις, ότι δηλαδή όλα γενικά είναι όμοια μεταξύ τους. Αλλά δεν είναι δίκαιο αυτά που έχουν κάποιο κοινό σημείο να τα ονομάζει κανείς όμοια, ούτε αυτά που έχουν κάποια διαφορά να τα αποκαλεί ανόμοια, ακόμα κι αν παρουσιάζουν μια πολύ μικρή ομοιότητα. Κι εγώ, επειδή παραξενεύτηκα, είπα σ’ αυτόν.

Σωκράτης Αλήθεια λοιπόν τέτοια σχέση έχουν κατά τη γνώμη σου η δικαιοσύνη και η οσιότητα μεταξύ τους;

Πρωταγόρας Καθόλου, είπε, δεν έχουν τέτοια σχέση ούτε πάλι (νομίζω ότι ομοιάζουν), όπως εσύ μου δίνεις την εντύπωση ότι πιστεύεις.

Σωκράτης Αλλά όμως, είπα εγώ, επειδή μου φαίνεσαι  ότι στενοχωριέσαι σχετικά μ’ αυτό, ας το αφήσουμε λοιπόν, ας εξετάσουμε όμως από όσα έλεγες κάτι άλλο, το εξής.

 

[1] ο προβληματισμός του Σωκράτη περί ομοιότητας ή ανομοιότητας των στοιχείων της αρετής είναι ενδεικτική της διαφοροποίησης της κρίσης του αναφορικά με τον Πρωταγόρα που προκρίνει την ποιοτική διαφορά των στοιχείων της πολιτικής αρετής (σε αναλογία με τα μέρη του προσώπου, πράμα μερικώς άστοχο)

[2] πολλαπλά ερωτήματα που φανερώνουν τον αιφνιδιασμό στα πλαίσια της διαλεκτικής, μια τεχνική αριστοτεχνικά διατυπωμένη για την έμφαση στην ιδεολογική διαφοροποίηση μεταξύ των συνομιλητών

[3] η μεθόδευση του Σωκράτη στη συζήτηση εξαναγκάζει σε συμφωνία τον σοφιστή

[4] το λογικό σφάλμα του Σωκράτη δε φαίνεται να αντιλαμβάνεται ο Πρωταγόρας (το μη δίκαιο σημαίνει κάτι διαφορετικό από το δίκαιο και όχι αναγκαστικά το άδικο)· οι απόψεις ότι το όσιο δε μοιάζει με το δίκαιο και το δίκαιο με το όσιο στη διαλεκτική προβάλλουν αντιφατικές έννοιες που καθορίζονται μέσα σε αντιφατικές προτάσεις («το όσιο είναι σαν το άδικο»)

[5] στο «Γοργία» ο Πλάτων συσχετίζει το δίκαιο με το όσιο, με την έννοια ότι οι αγαθές πράξεις, σύμφωνα με τις ανθρώπινες ιδιότητες, είναι δίκαιες, ενώ σύμφωνα με τις θεϊκές ιδιότητες, είναι όσιες (507 B)

[6] οι έννοιες παρεμφερείς δε διακρίνονται, αλλά και δεν ταυτοποιούνται, πράγμα που σημαίνει ότι έχουν λεπτές διαφορές

[7] δεν είναι προτεραιότητα για τους σοφιστές ο ορισμός της αντικειμενικής αλήθειας (ωστόσο εύκολα ο Πρωταγόρας μεταβάλλει την κρίση του, θεωρεί ότι διαφέρουν ποιοτικά η οσιότητα και η δικαιοσύνη)

[8] στη μεθοδολογία του Σωκράτη αποκλείεται η χρήση υποθετικών συλλογισμών (άλλωστε αυτό θα επέτρεπε στον αντίπαλό του να δικαιωθεί για το αβάσιμο ή πιθανολογικό συμπέρασμά του)

[9] ο Ηράκλειτος ισχυριζόταν ότι συμπλέκονται μεταξύ τους εν μέρει τα αντίθετα στοιχεία (στη θεωρία της δομής του κόσμου άλλωστε τοποθετούσε τη σύγκρουση των αντίθετων φυσικών δυνάμεων στην κορυφή του ενδιαφέροντος για την επίτευξη της ισορροπίας στον κόσμο)

[10] ο Σωκράτης διατυπώνει την απορία για τη σύγκριση μεταξύ εντελώς ασύμβατων πραγμάτων (λευκό-μαύρο, σκληρό-μαλακό)

[11] το εννοιολογικό αδιέξοδο του σοφιστή εξαρτάται από την επιμονή στο σχετικισμό των σημασιών των λέξεων

Εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια

Ελευθερία Μπέλμπα*
Φιλόλογος

 Δείτε επιλεγμένα άρθρα και εκπαιδευτικό υλικό στις ομάδες μας: Εκπαιδευτικές Σελίδες & Φιλολογικές Σελίδες

 Αν θέλετε να ενημερώνεστε μέσω facebook για όλες τις νέες δημοσιεύσεις, ακολουθήστε τη σελίδα μας επιλέγοντας τον σύνδεσμο: schooltime