Ο Διογένης από τη Σινώπη του Πόντου είναι ο κατ΄ εξοχήν εκπρόσωπος της κυνικής φιλοσοφίας. Ο πατέρας του ήταν πλούσιος τραπεζίτης, αλλά μαζί με τον γιο του παραχάραξαν το νόμισμα της Σινώπης και ο μεν Διογένης εξορίστηκε, ο δε πατέρας του πέθανε στη φυλακή. Λέγεται ότι όταν κάποιος του είπε «Σινωπείς σε κατέγνωσαν», «εγώ γε εκείνων μονήν» (όταν κάποιος του είπε ότι οι Σινωπείς σε καταδίκασαν σε εξορία, ο Διογένης απάντησε ότι και αυτός τους καταδίκασε να μείνουν εκεί).

Ο Διογένης με τη φιλοσοφία του και τον τρόπο ζωής τους ακύρωσε κάθε κοινωνικό κανόνα και τις συμβάσεις που διέπουν μια οργανωμένη κοινωνία και έζησε έξω από κάθε κανόνα και κοινωνικά πρέπει. Δίδαξε κανόνες και νόμους που απελευθερώνουν τον άνθρωπο και τον λυτρώνουν από αναγκασμούς που επιβάλλει η κοινωνία. Η ζωή του συμβάδιζε απόλυτα με τα πιστεύω του, ο γιος ενός τραπεζίτη, ζει στην απόλυτη φτώχεια. Από τη Σινώπη πρέπει να έφυγε το 370 πΧ, όταν στην πόλη εγκαθιδρύθηκε φιλοπερσικό καθεστώς με τον σατράπη Δατάμη. Με την Αθήνα η Σινώπη είχε ισχυρούς δεσμούς, γιατί το 444π.Χ.η Σινώπη είχε δεχτεί 600 Αθηναίους σαν αποίκους.

Επηρεάστηκε από τις θεωρίες του Αντισθένη, τις οποίες ανέπτυξε σε ακραίο βαθμό και τις εφάρμοσε στην ζωή του. Οι περισσότερες μαρτυρίες που σώζονται για τον Διογένη έχουν ανεκδοτολογικό χαρακτήρα (όπως αυτές με το πυθάρι, το λυχνάρι, με τον Μεγαλέξανδρο κλπ). Αυτές οι μαρτυρίες μας παραδίδονται από συγγραφείς που έζησαν αιώνες μετά τον Διογένη, όπως ο Διογένης Λαέρτιος, Πλούταρχος, Επίκτητος, Μάξιμος ο Τύριος. Κανείς σύγχρονός του δεν μας παραδίδει καμια πληροφορία για αυτόν. Είναι λοιπόν πολύ δύσκολο να διερευνηθεί η μυθοπλασία από την αλήθεια. Ένα μέρος της ευθύνης για αυτές τις δυσκολίες οφείλεται στους Στωικούς, οι οποίοι είχαν την τάση να αποδίδουν δικές τους θεωρίες στον Διογένη, προκειμένου να είναι μέρος και αυτοί μιας αδιάσπαστης αλυσίδας φιλοσόφων: Αντισθένης-Διογένης-Κράτης-Ζήνων και σύνδεσή όλων με τον ίδιο τον Σωκράτη.

Δεν υπάρχουν ιστορικά στοιχεία που να επιβεβαιώνουν ή να απορρίπτουν την συνάντηση Διογένη-Αντισθένη.Η στοά των Κυνικών προσπάθησε να κατασκευάσει σχέσεις δασκάλου-μαθητή για να αποδείξουν ότι ανάγονται χωρίς χάσματα απευθείας στον Σωκράτη.

Πολλές ιστορίες αναφέρονται σε αυτόν. Ο Διογένης ο Λαέρτιος (φιλοσόφων βίων και δογμάτων συναγωγή VI 43 ), αναφέρει ότι ύστερα από τη μάχη της Χαιρώνειας συνελήφθη και οδηγήθηκε στον Φίλιππο. Ερωτηθείς από τον Φίλιππο ποιος είναι, απάντησε: «κάποιος που παρατηρεί την απληστία σου». Ο φίλιππος εντυπωσιασμένος τον ελευθέρωσε. Σύμφωνα πάλι με τον Πλούταρχο η ιστορία έχει ως εξής: «Ο φίλιππος βλέποντας τον Διογένη να μπαίνει στο στρατόπεδό του τον ρώτησε, αν είναι κατάσκοπος. «Βεβαιότατα κατασκοπεύω, Φίλιππε, την απερισκεψία σου και την ανοησία σου, που χωρίς κανένας να σε υποχρεώνει, έρχεσαι να διακινδυνεύσεις μέσα σε μια ώρα ένα βασίλειο και τη ζωή σου», απάντησε ο Διογένης.

Ανέκδοτα σαν αυτό, όπως και πολλά άλλα καταγράφονται στις χρείες και τις διατριβές των Κυνικών. Συχνά στις αρχαίες πηγές ο Διογένης συναντιέται με κάποιον βασιλιά ή τύραννο, όπως τον Διονύσιο των Συρακουσών, τον Φίλιππο, τον Μ .Αλέξανδρο ή ακόμα και τον Περδίκα, όπου ο Διογένης αναμετριέται με τις εξουσίες και αποδεικνύει την πνευματική του υπεροχή, την ελευθερία και την ανεξαρτησία του απέναντι στους κοσμοκράτορες.

Σχετικά με τον Αλέξανδρο υπάρχουν πολλές αφηγήσεις. Λέγεται ότι ο Αλέξανδρος τόσο τον θαύμασε, ώστε δήλωσε «Αν δεν ήμουν Αλέξανδρος θα ήθελα να είμαι Διογένης». Αυτό το είπε, όταν τον συνάντησε στην Κόρινθο να λιάζεται μέσα στο πιθάρι του. Τον ρώτησε τότε ο Αλέξανδρος τι θέλεις να σου προσφέρω και αυτός απάντησε, μην μου κρύβεις αυτό που δεν μπορείς να μου δώσεις, τον ήλιο δηλαδή. Λέγονται και άλλες ιστορίες για τους δυο άντρες. Όταν ο Διογένης ζήτησε μια δραχμή, εκείνος του είπε: «αυτό το αίτημα δεν είναι αντάξιο ενός βασιλιά», και όταν ο Διογένης του είπε» δώσε μου τότε ένα τάλαντο», απάντησε ο Αλέξανδρος «αυτό το αίτημα δεν είναι αντάξιο ενός κυνικού». Σύμφωνα με άλλη αφήγηση ο Αλέξανδρος του έστειλε κάποτε ένα δίσκο με κόκκαλα, απάντησε τότε ο Διογένης ότι το δώρο είναι αντάξιο ενός κυνικού, αλλά όχι αντάξιο ενός βασιλιά. Όταν οι Αθηναίοι αποφάσισαν με ψήφισμα να ανακηρύξουν τον Αλέξανδρο θεό Διόνυσο, εμένα να με ανακηρύξετε Σάραπη, λέγεται ότι τους είπε. Κλείνοντας τις ιστορίες τις σχετικές με τον Μ. Αλέξανδρο, θα αναφερθώ σε ένα λογοπαίγνιο. Κάποτε ο Αλέξανδρος έστειλε μια επιστολή στον Αντίπατρο στην Αθήνα με κάποιον που ονομαζόταν Άθλιος. Ο Διογένης το σχολίασε ως εξής: «Ένας άθλιος από κάποιον άθλιο διαμέσου ενός αθλίου σε κάποιον άθλιο».

Σε πολλές ιστορίες αυτοχαρακτηρίζεται σκύλος. Η λέξη έχει παράδοση στην αρχαία ελληνική γραμματεία. Είναι προσβλητική, δηλώνει αναίδεια, απρέπεια και αναισχυντία. Ο Διογένης και οι οπαδοί του ζούσαν εξαιρετικά λιτά, περιφρονούσαν τους κανόνες της ευπρεπούς συμπεριφοράς. Πολλές είναι και οι σχετικές ιστορίες. Σ ένα δείπνο του πετούσαν κόκαλα όπως σ΄ένα σκύλο, εκείνος φεύγοντας σήκωσε το ένα πόδι και τους κατούρησε σαν σκύλος. Κάποια άλλη φορά ενώ έτρωγε στην αγορά του φώναζαν συνεχώς σκύλε, εκείνος τότε απάντησε, σκυλιά είστε εσείς που με κοιτάτε, ενώ τρώω.

Οι κυνικοί πίστευαν ότι οι περιοριστικοί κανόνες που έχουν επιβληθεί στην ερωτική επιθυμία δεν συνάδουν με τη φύση, ο μόνος παραδεκτός κανόνας για τους κυνικούς ήταν ο νόμος της φύσης. Η αναίδεια των κυνικών απέναντι στις κοινωνικές συμβάσεις ήταν ένας τρόπος υπονόμευσης των κοινωνικών κανόνων και η ανατροπή τους. Για να γελοιοποιήσει τις κοινωνικές συμβάσεις και συγχρόνως να αποδείξει πόσο απλό είναι να για τον άνθρωπο να ικανοποιήσει τις φυσικές του ανάγκες, συνήθιζε να αυνανίζεται δημόσια. Με αυτόν τον τρόπο αποδεσμεύεται από τα καθιερωμένα και τα ισχύοντα. Έτσι με τον σκανδαλώδη τρόπο της σεξουαλικής αδιαντροπιάς προσέβαλαν τα πιο πρωταρχικά αισθήματα του πολιτισμένου ανθρώπου. «Ο αυτός αποτριβόμενος το αιδοίον εν τω φανερώ, έλεγε προς τους παρόντας, είθε και τον λιμόν ούτως αποτρίψασθαι της γαστρός ηδυνάμην» (Ο ίδιος ο Διογένης τρίβοντας το πέος του στα φανερά, έλεγε σε όσους ήταν εκεί» μακάρι να ΄διωχνα και την πείνα με τον ίδιο τρόπο τρίβοντας την κοιλιά μου» Αθήναιος, Δειπνοσοφιστές IV 158f).

H κυνική φιλοσοφία καταγγέλλει την ακόρεστη δίψα του ανθρώπου του πολιτισμού για πολυτέλεια και πλούτο και διεκήρυσσε ότι μόνον με τα απαραίτητα μπορεί ο άνθρωπος να κατακτήσει και να διατηρήσει την εσωτερική του ελευθερία. Αυτό γίνεται σαφές με το παράδειγμα του ποντικού που το έχουμε σε πολλές παραλλαγές πολλών ιστορικών. Θα αναφερθώ στην παραλλαγή που παραθέτει ο Πλούταρχος: «Κάποτε οι Αθηναίοι διασκέδαζαν με γλέντια, ξενύχτια και ευωχίες, ενώ ο Διογένης μαζεμένος στην γωνιά του παραδόθηκε σε σκέψεις που τον έκαναν να χάνει την γαλήνη του και κλόνιζαν το ηθικό του. Τότε πλησίασε ένα ποντίκι και ψαχούλευε στα αποφάγια που άφησε ο Διογένης. Αναθάρρησε αμέσως κακίζοντας τον εαυτό του: «τι είναι αυτά που λες Διογένη! Τούτο το ποντίκι ευωχείται με όσα πετάς και τρέφεται με αυτά, κι εσύ, ο περήφανος άνθρωπος, θρηνείς και οδύρεσαι που δεν μεθοκοπάς ξαπλωμένος εκεί πέρα πάνω σε λουλουδένια και μαλακά στρώματα;». Έτσι κατάφερε να αποδεσμευτεί από την δουλεία στις εκλεπτυσμένες συνήθειες, στις οποίες είναι υποδουλωμένοι οι κοινοί άνθρωποι. Αποκαλούσε τριπλά δούλους όσους υποκύπτουν στις ηδονές της κοιλιάς, του ύπνου και των απόκρυφων μερών. Την κοιλιά την αποκαλούσε «Χάρυβδη» της ζωής.

Η φιλοσοφική θεωρία των κυνικών ήταν σε αντίθεση με την φιλοσοφία του Πλάτωνα. Υπάρχουν πολλές χρείες, οι οποίες αναφέρονται στις διαφορετικές φιλοσοφίες. Ως γνωστόν ο Πλάτωνας διατύπωσε τον ορισμό ότι «ο άνθρωπος είναι δίποδο ζώο χωρίς φτερά» και ο ορισμός αυτός ήταν αποδεκτός από πολλούς. Ο Διογένης μάδησε έναν πετεινό, τον έβαλε μέσα στη σχολή του Πλάτωνα και είπε: «αυτός είναι ο άνθρωπος του Πλάτωνα». Αναίρεσε την θεωρία του Πλάτωνα όχι με φιλοσοφικά επιχειρήματα, αλλά την υπέσκαψε μέσα από μια παραδειγματική πράξη γελοιοποιώντας έτσι τον Πλάτωνα και την θεωρία του. Είναι και αυτό ένα είδος παραχάραξης νομίσματος.

Λέγεται ότι πέθανε κοντά στα ενενήντα κατά την εκατοστή δέκατη Τρίτη ολυμπιάδα (328-325).Υπάρχει μεγάλη μυθοπλασία για την μέρα του θανάτου του, ότι πέθανε την ίδια μέρα με τον Μ. Αλέξανδρο, όπως και για τον τρόπο θανάτου του. Κοινός τόπος είναι ότι πέθανε τρώγοντας ωμό χταπόδι. Ο Πλούταρχος αναφέρει τους δυο θανάτους σαν παράδειγμα περίεργης σύμπτωσης. Ο θάνατος του Μ. Αλέξανδρου τοποθετείται χρονικά τον Μάιο ή Ιούνιο του 323 π.Χ. Ο Διογένης Λαέρτιος λέει για τον θάνατό το: «Περί δε του θανάτου διάφοροι λέγονται λόγοι, οι μεν γαρ πολύποδα φαγόντα  ωμόν χολερική ληφθήναι και ώδε τελευτήσαι».

Γιώτα Ιωακειμίδου*
Φιλόλογος

© schooltime.gr