Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο Γέρος του Μοριά, μέλος της Φιλικής Εταιρείας, αρχιστράτηγος της Πελοποννήσου και  πρωταγωνιστής της άλωσης της Τριπολιτσάς, της μάχης στο Βαλτέτσι και της καταστροφής της στρατιάς του Δράμαλη στα Δερβενάκια προσέφερε ανεκτίμητες υπηρεσίες στην ελληνική Επανάσταση του 1821. Η στρατιωτική ευφυΐα του και οι ικανότητές του τον ανέδειξαν σε κορυφαία φυσιογνωμία του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα. Μετά το τέλος της Επανάστασης και της ίδρυσης ανεξάρτητου ελληνικού κράτους εντάχθηκε στο ρωσικό κόμμα και υποστήριξε θερμά τον Ιωάννη Καποδίστρια.

Μετά τον ερχομό του Όθωνα και της Αντιβασιλείας, το 1832 ο Κολοκοτρώνης έπεσε θύμα συκοφαντιών από τους πολιτικούς του αντιπάλους, κυρίως τον Ιωάννη Κωλέττη. Στις 6 Μαρτίου 1834 περίπου είκοσι ρωσόφιλοι οπλαρχηγοί, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο γιός του Γενναίος, ο Κίτσος Τζαβέλλας, ο Νικηταράς ο Τουρκοφάγος, το πρωτοπαλίκαρό του Κολοκοτρώνη, ο Δημήτριος (Μήτρος) Πλαπούτας, ο Αμβρόσιος Φραντζής, ο Νικόλαος Κριεζιώτης, ο Ι. Μαμούρης, ο Τσάμης Καρατάσος, ο Σπυρομήλιος, ο Θεόδωρος Γρίβας κ.α. συνελήφθησαν από τους Βαυαρούς.

Κατηγορήθηκαν ότι είχαν οργανώσει συνωμοσία την άνοιξη και το καλοκαίρι του 1833 που αποσκοπούσε στη διατάραξη της δημόσιας ασφάλειας, στην πρόκληση εμφύλιας διαμάχης και στην ανατροπή του βασιλιά. Το κατηγορητήριο αναφερόταν σε  «συνωμοσία επί σκοπώ να ταράξουν την κοινήν ησυχία, και  καταφέρουν τους υπηκόους της Α.Μ. εις ληστείαν και εμφύλιον πόλεμον, υπογράψουν αναφορά σε ξένη δύναμη (Ρωσία) και καταργήσουν το καθεστώς πολίτευμα…».  Προφυλακίστηκαν και η δίκη τους έγινε  στο Ναύπλιο, στο τουρκικό τζαμί,  από τις 30 Απριλίου  έως τις 26 Μαΐου 1834. Εισαγγελέας ήταν ο Εδουάρδος Μάσσων, εχθρός του ρωσικού κόμματος και του Κολοκοτρώνη και υπερασπιστής του δολοφόνου του Καποδίστρια Γ. Μαυρομιχάλη. Κατά τη διάρκεια της δίκης, τεχνηέντως, προσπάθησε να κατασκευάσει πλαστά στοιχεία και ψευδομάρτυρες για να καταδικαστούν οι κατηγορούμενοι για εσχάτη προδοσία. Οι 44 μάρτυρες κατηγορίας, που παρουσιάστηκαν, δεν κατέθεσαν στοιχεία που να μη μπορούν να αμφισβητηθούν. Από την άλλη πλευρά,  οι 115 μάρτυρες υπεράσπισης που εξετάσθηκαν διέψευσαν τα περισσότερα σημεία της κατηγορίας. Συνήγοροι υπεράσπισης ήταν ο Π. Βαλσαμάκης και ο Χριστόδουλος Κλωνάρης , οι οποίοι εκτός των άλλων αναφέρθηκαν και στις μεγάλες εθνικές υπηρεσίες που προσέφεραν ο Θ. Κολοκοτρώνης και ο Δημήτριος Πλαπούτας. Ο Γέρος του Μοριά στην απολογία του είπε μεταξύ άλλων: «Ύστερα από το φόνο του Κυβερνήτη η πατρίδα μας χωρίστηκε στα δύο. Έκαμα ότι μπορούσα για να σταματήσει ο εμφύλιος σπαραγμός. Όταν έμαθα την εκλογή του Βασιλιά, του έστειλα, μαζί με τους φίλους μου, ένα γράμμα και του ορκιζόμαστε πίστη και αφοσίωση. Άμα ήρθε στο Ανάπλι, σκόρπισα τους ανθρώπους μου κι εγώ τράβηξα στο περιβόλι μου να ησυχάσω. Τώρα με κάθησαν σ’αυτό το σκαμνί και με κατηγορούν πώς θα έκανα κίνημα. Μα γιατί να ενεργήσω κατά του Βασιλιά μου και της αντιβασιλείας; Μήπως δεν ξέρετε και εσείς κύριοι δικασταί και όλοι οι Έλληνες πόσο δούλεψα και πόσο κουράστηκα  σ’όλα τα χρόνια της Επαναστάσεως, για να αποκτήσει το Έθνος κεφάλι και να μου λείψουν οι φροντίδες; Τώρα που ο Θεός μας έδωσε Βασιλιά εγώ είπα σε όλους τους φίλους μου: Τώρα είμαι ευτυχής. Θα κρεμάσω την κάπα μου στον κρεμανταλά και θα πλαγιάσω στην καλύβα μου για να πεθάνω ήσυχος και ευχαριστημένος».

 Η ετυμηγορία ήταν η εξής: « Ο Θ. Κολοκοτρώνης και ο Δημήτριος Πλαπούτας καταδικάζονται εις θάνατον ως ένοχοι εσχάτης προδοσίας». Η ποινή ήταν θανατική εκτέλεση στη λαιμητόμο, εντός 24 ωρών. Στο άκουσμά της ο Γέρος του Μοριά σταυροκοπήθηκε, «Κύριε Ελέησον! Μνήσθητί μου, Κύριε, όταν έλθεις εν τη βασιλεία  σου ….». Ύστερα είπε προς τους παρευρισκόμενους που γύρεψαν να τον παρηγορήσουν: «Αντίκρισα τόσες φορές το θάνατο και δεν το φοβήθηκα. Ούτε και τώρα τον φοβάμαι». Ο  Πλαπούτας δάκρυσε και ο Κολοκοτρώνης του είπε: «Βρε συ, δε ντρέπεσαι; Εσύ δε φοβήθηκες τους Τούρκους και τώρα κλαις; Κουράγιο ξάδερφε! Τ’ όνειρό μας ήταν να λευτερώσουμε την πατρίδα. Μη λυπάσαι το λοιπόν. Εμείς κάναμε το χρέος μας και αυτοί ας μας καταδικάσουν». «Άδικα σε σκοτώνουν στρατηγέ…», ψιθύρισε στον Κολοκοτρώνη κάποιος άλλος. Ο Κολοκοτρώνης απάντησε: «Γι’ αυτό λυπάσαι; Καλύτερα να σε σκοτώνουν άδικα, παρά δίκαια!». Η απόφαση δημιούργησε μεγάλη φασαρία και έτσι η αντιβασιλεία μετέτρεψε την ποινή σε 20ετή κάθειρξη.

Οι δύο άντρες μεταφέρθηκαν και  φυλακίστηκαν στο Ίτς Καλέ για μερικούς μήνες και έπειτα στο Παλαμήδι. Ήταν η δεύτερη φορά που φυλακίζονταν ο Κολοκοτρώνης. Πρώτη φορά, το 1825 στον  εμφύλιο πόλεμο που ξέσπασε κατά τη διάρκεια της επανάστασης του 1821, όταν μετά το θάνατο του γιου του Πάνου, παραδόθηκε και φυλακίστηκε από τους αντιπάλους του στην Ύδρα. Τότε αποφυλακίστηκε για να αντιμετωπίσει την καταιγιστική δράση του Ιμπραήμ, ο οποίος με τα στρατεύματά του λεηλατούσε την Πελοπόννησο.

Η δίκη καθώς και η καταδίκη του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και του Δημητρίου Πλαπούτα σε θάνατο έμειναν γνωστές στην ιστορία, αν και οι δικαστές Γεώργιος Τερτσέτης και ο Αναστάσιος Πολυζωίδης δεν συνυπογράψανε την καταδικαστική απόφαση. Οι άλλοι τρεις δικαστές, ο Δ. Σούτσος, ο Α. Βούλγαρης και ο Φ. Φραγκούλης  προσπάθησαν να πείσουν τον Τερτσέτη να υπογράψει, ο οποίος αρνήθηκε να γίνει «συνεργός δικαστικού εγκλήματος και συνεργός στο φόνο δύο αθώων ανθρώπων», ενώ ο Πολυζωίδης δήλωσε  ότι δεν υπογράφει και ότι προτιμά να του κόψουν το χέρι. Ο υπουργός Σχινάς και ο Μάσσων παρέπεμψαν σε δίκη τους δικαστές Πολυζωίδη και τον Τερτσέτη, επειδή είχαν αρνηθεί να υπογράψουν τη θανατική καταδίκη των δυο στρατηγών, στην οποία όμως αθωώθηκαν πανηγυρικά. Ο λαός αντέδρασε έντονα. Ο Μαυροκορδάτος (Γραμματέας της Επικρατείας) πρότεινε να δοθεί  χάρη στους καταδικασθέντες ενώ συμφώνησε και ο αντιβασιλέας κόμης Άρμανσμπεργκ.

Ο Όθωνας μετά την ενηλικίωσή του, έντεκα μήνες αργότερα, το Μάιο του 1835 τους έδωσε χάρη και αποφυλακίσθηκαν. Ο Πλαπούτας ονομάστηκε επίτιμος υπασπιστής του βασιλιά ενώ ο Κολοκοτρώνης σύμβουλος της Επικρατείας και αντιστράτηγος, καθώς αναγνωρίστηκαν οι υπηρεσίες και η προσφορά τους στο ελληνικό Έθνος.

Αντιγόνη Καρύτσα*
Φιλόλογος

© schooltime.gr