Ο Publius Ovidius Naso (Πόπλιος Οβίδιος Νάσων ) γεννήθηκε στην Σουλμόνα και πέθανε στην πόλη Τόμοι της Μοισίας (43 π.Χ.-17 μ.Χ.) Έδρασε, άκμασε  κατά την περίοδο της αυτοκρατορίας του Αυγούστου και μετέπειτα. Εξορίστηκε στην πόλη Τόμοι, τη σημερινή Κωνστάντζα, αλλά μετά από 8 έτη επήλθε ο θάνατός του. Έγραψε τις «Μεταμορφώσεις» βασισμένες σε μυθολογικά θέματα και ερωτική ποίηση, όπως οι «Έρωτες» (Amores) και η «Ερωτική τέχνη» (Ars amatoria).

Ο Publius Ovidius Naso στο έργο του, Heroides, καταγίνεται με τον έρωτα. Οι πρώτες δεκατέσσερις επιστολές τοποθετούνται μετά το 15 π.Χ. πριν από το 1 π.Χ., οι διπλές επιστολές την περίοδο 1- 8 μ.Χ. Στο πρώτο μέρος απεικονίζεται η θέση των ηρωίδων με αποδέκτες τους εραστές ή συζύγους και στο δεύτερο περιλαμβάνονται τρία ζεύγη επιστολών. Η γνησιότητα των διπλών επιστολών αμφισβητείται λόγω διαφοροποιήσεων από το ύφος και τη μετρική φόρμα του ποιητή. Γενικά πρόκειται για εκτενή κείμενα και σύμφωνα με τη μαρτυρία του ποιητή (στο έργο του Amores)· ο Sabinus έγραφε τις απαντήσεις που δε σώθηκαν. Στα κείμενα εμφανής είναι η ρητορικότητα (ομοιάζουν με ρητορικά γυμνάσματα), αξιοποιείται η επιστολική φόρμα, επιδράσεις από μονολόγους δραματικούς, τη μυθολογική παράδοση. Η ιστορία του Ακόντιου και της Κυδίππης (Acontius Cydippae) με πιθανή πηγή τα «Αἲτια» του Καλλιμάχου, παρ’ όλες τις διαφορές. Ο Ακόντιος πολιορκεί την αγαπημένη του Κυδίππη, της εξομολογείται τη αγάπη του διαβεβαιώνοντας ότι είναι για εκείνον εφικτή κάθε θυσία, εγκωμιάζει την ωραιότητά της και υπομένει κάθε δοκιμασία, καταθλίβεται με το ενδεχόμενο εκείνη να νυμφευτεί άλλον, την προτρέπει να μείνει πιστή στον όρκο της απέναντί του, εξιδανικεύει και τον εαυτό του πολιορκώντας την (Heroides 20). Η Κυδίππη φαίνεται επιφυλακτική, αναφέρεται στην αρρώστια της, ομολογεί ότι ταλαιπωρείται από τον ανταγωνισμό ανάμεσα στο μνηστήρα της και τον Ακόντιο, φοβάται και την οργή της Αρτέμιδος, ενώ η οικογένειά της ζήτησε χρησμό από τον Απόλλωνα για εκείνον (Heroides 21).

Ovidius, Heroides 20

“Acontius Cydippae” (17-40)                                                                

Spem mihi tu dederas, meus hic tibi credidit ardor:

non potes hoc factum teste negare dea[1].

Adfuit et, praesens ut erat, tua verba notavit

et visa est mota dicta tulisse coma[2].

Deceptam dicas nostra te fraude licebit,

dum fraudis nostrae causa feratur amor.

Fraus mea quid petiit, nisi uti tibi iungerer uni[3]?

Id te, quod quereris[4], conciliare potest.

Non ego natura nec sum tam callidus usu:

sollertem tu me, crede, puella facis[5].

Te mihi compositis (siquid tamen egimus) a se

astrinxit verbis ingeniosus Amor[6].

Dictatis ab eo feci sponsalia[7] verbis

consultoque fui iuris Amore vafer.

Sit fraus huic facto nomen dicarque dolosus,

si tamen est quod ames velle tenere dolus.

En iterum scribo mittoque rogantia verba;

altera fraus haec est, quodque queraris habes.

Si noceo quod amo, fateor, sine fine nocebo

teque, peti caveas tu licet, usque petam[8].

Per gladios alii placitas rapuere paellas:

scripta mihi caute littera crimen erit?

Di faciant possim plures imponere nodos,

Ut tua sit nulla libera parte fides.

                                                 * * *

Σε εμένα την ελπίδα πρόσφερες, η επιθυμία μου αυτή είχε πεποίθηση

σε εσένα[9]:

δεν μπορείς να αρνηθείς αυτήν την ενέργεια, μάρτυρας η θεά.

Παρευρίσκονταν, όπως ήταν παρούσα, τα δικά σου λόγια

επεσήμανε

Και ήταν φανερό να τα αποδέχεται κουνώντας τα μαλλιά της.

Μπορείς να λες ότι παραπλανήθηκες από τη δική μου εξαπάτηση,

όταν θα θεωρείται η αγάπη υπαίτια της δικής μου εξαπάτησης.

Τι ζήτησε η απάτη μου, παρά να συνδεθώ με εσένα μόνο;

Αυτό εσένα για το οποίο ολοφύρεσαι μπορεί να σε συμφιλιώσει

μαζί μου.

Εγώ δεν είμαι από τη φύση μου τόσο πανούργος ούτε

από την εμπειρία μου:

πίστεψέ με, κοπέλα, με κάνεις εσύ πολυμήχανο.

Εσύ συμπλέκεσαι με εμένα (αν βέβαια είχα την ανάγκη)

η αγάπη με δέσμευσε με λόγια συνετά

με λόγια που εξέφερε εκείνη μνηστευτήκαμε

και με της αγάπης της ορμήνιες πανούργος στα δίκαια (ζητήματα).

Αυτή η πράξη ας ονομάζεται εξαπάτηση κι ας λέγομαι

δολερός, αν βέβαια είναι δόλος η θέληση να κρατάς ό,τι αγαπάς.

Ωστόσο γράφω ξανά και προφέρω λόγια παρακλητικά∙

μια άλλη εξαπάτηση είναι αυτή για την οποία μπορείς να παραπονιέσαι.

Αν σε βλάπτω, επειδή σ΄αγαπώ, το παραδέχομαι δίχως τέλος

θα σε ζημιώνω

κι εσένα ζητώ αδιάλειπτα, μολονότι εσύ επιδιώκεις να το αποφεύγεις. 

Άλλοι με ξίφη απήγαγαν τις κόρες που θαύμαζαν:

θα είναι έγκλημα η δική μου επιστολή που γράφτηκε με σπουδή∙

άμποτε οι θεοί να συνέδραμαν, για να μπορούσα να δεσμεύσω

με περισσότερους κόμπους,

ώστε η εμπιστοσύνη σου από κανένα μέρος να μην αποδεσμεύεται.

Χίλιοι δόλοι παραμένουν.

 

Ovidius, Heroides 21

“Acontius Cydippae” (17-40)                                                                

Huc timor accessit ne quis nisi conscia nutrix[10]

colloquii nobis sentiat esse vices.

Ante fores sedet[11] haec quid agamque rogantibus “intus”,

ut possim tuto scribere, “dormit” ait[12].

Mox, ubi secreti longi causa optima somnus

credibilis tarda desinit esse mora,

iamque venire videt quos non admittere durum est[13],

excreat et ficta dat mihi signa nota.

Sicut eram, properans verba imperfecta relinquo[14],

et tegitur trepido littera rapta sinu[15].

Inde meos digitos iterum repetita fatigat:[16]

quantus sit nobis aspicis ipse labor.

Quo peream si dingus eras, ut vera loquamur[17],

sed melior iusto quamque mereris ero.

Ergo te propter totiens incerta salutis

commentis poenas doque dedique tuis[18];

haec nobis formae te laudatore superbae

contingit merces, et placuisse nocet[19].

Si tibi deformis, quod mallem, visa fuissem,

culpatum nulla corpus egeret ope[20];

nunc laudata gemo, nunc me certamine vestro

perditis[21], et proprio vulneror ipsa bono.

Dum neque tu cedis nec se putat ille secundum,

tu votis obstas illius, ille tuis;

                                                           * * *

Σ’ αυτό προστέθηκε ο τρόμος μήπως κάποιος, εκτός από την ενήμερη

παραμάνα, αντιληφθεί τυχόν τη διαδοχή του διαλόγου μας.

Μπροστά στην είσοδο κάθεται εκείνη και σ’ αυτούς που ρωτούν τι κάνω,

λέει «μέσα κοιμάται», για να  μπορώ σε σένα να γράφω.

Κατόπιν, όταν ο ύπνος, η καλύτερη υπεκφυγή για το εκτενές μυστικό μου,

παύει να είναι φερέγγυος, βραδύνοντας πολύ,

και παρατηρεί να εισέρχονται αυτοί που είναι δυσχερές να τους διώξει,

αναφωνεί και δίνει σε εμένα πλασματικό σημάδι δήλωσης.

Όπως ήμουν, αφήνω σπουδή λόγια ανολοκλήρωτα

και αφού αρπάζω την επιστολή, στον περίτρομο κόρφο την κρύβω

από όπου, αφού την φανερώνω, ξανά ταλαιπωρεί τα δάχτυλά μου:

ο ίδιος βλέπεις πόσο μεγάλος είναι ο κόπος για μένα.

Για να μιλήσω ειλικρινά, άμποτε να αφανιζόμουν, αν ήσουν άξιος,

αλλά θα είμαι καλύτερη από όσο δίκαια αξίζεις.

Συνεπώς εξαιτίας σου η υγεία μου είναι ασταθής

μου αποδίδονται και μου αποδόθηκαν ποινές για τις επιβουλές σου·

για την ομορφιά μου, την υπερήφανη με τον έπαινό σου,

αυτή είναι η αμοιβή και με ζημιώνει ο θαυμασμός σου.

Αν σε εσένα φαινόμουν δύσμορφη, πράγμα που θα προτιμούσα,

το σώμα μου καμιά κατάκριση δε θα στερούνταν δυνάμει.

Τώρα επαινέθηκα, τώρα εμένα λόγω της σύγκρουσής σας

αφανίζετε και εγώ η ίδια τραυματίζομαι από τη μόνιμη ωραιότητά μου.

Ενώ ούτε εσύ υποχωρείς ούτε εκείνος θεωρεί τον εαυτό του δεύτερο,

εσύ εναντιώνεσαι στις ευχές του κι εκείνος στις δικές σου.

[1] προσπαθεί να αναστρέψει εκ προοιμίου τις αντιρρήσεις της

[2] το άγαλμα της θεάς Αρτέμιδος στο ναό της Δήλου με χαραγμένο τον όρκο στο μήλο-ασκείται πίεση στην κόρη με την καταγραφή της κίνησης των μαλλιών του αγάλματος

[3] εστιάζει το νόημα του διστίχου στο στόχο της εξαπάτησης αναφορικά με την ένωση του Ακόντιου αποκλειστικά  με την αγαπημένη του Κυδίππη

[4] ενδεχομένως προηγήθηκε επικοινωνία μεταξύ τους ή ο Ακόντιος μαθαίνει οτιδήποτε από το περιβάλλον της κοπέλας ή εκείνος κάνει μια υπόθεση

[5] ο Ακόντις κρίνει συνυπεύθυνη την Κυδίππη για το ότι ο ίδιος καταφεύγει σε πονηρά τεχνάσματα

[6] ο έρωτας πολύσχημος, πολύμορφος (υπεραξία)

[7] νομική ορολογία (sponsalia: πρόκειται για νόμιμη υπόσχεση γάμου)

[8] οξύμωρο σχήμα που αποδεικνύει το βάθος των συναισθημάτων του (ο Ακόντιος θα εξακολουθήσει να βλάπτει την αγαπημένη του μέσω της αγάπης του)

[9] μέσω των επαναλήψεων προβάλλεται συνυπεύθυνη η Κυδίππη για τα συναισθήματα του Ακόντιου (μπορεί να ειδωθεί ως κίνητρο να τη μεταπείσει)

[10] η τροφός στηρίζει την Κυδίππη, είναι σύμμαχός της (λειτουργεί εξισορροπητικά)

[11] η τροφός αναχαιτίζει την είσοδο του Ακόντιου στον ιδιωτικό χώρο της κόρης

[12] στην αλληλογραφία τους ενισχύεται ο φόβος της αποκάλυψης του έρωτά τους και η ανάγκη για την κάλυψη των συναισθημάτων

[13] προφανώς η κόρη εννοεί τους γονείς, τον μνηστήρα της στους οποίους επιτρέπεται η πρόσβαση στον ιδιωτικό χώρο

[14] διακοπτόμενη και εξακολουθητική γραφή της επιστολής (μοναδική επισήμανση στις Ηρωίδες)

[15] φοβάται μην αποκαλυφθεί η επικοινωνία της με τον Ακόντιο μέσω της αλληλογραφίας

[16] η Κυδίππη επιδιώκει να δημιουργήσει ενοχές στον Ακόντιο, επειδή της προκαλεί συναισθήματα θλίψης,

[17] η αλληλογραφία προσομοιάζει με προφορικό διάλογο (ζωντάνια της εικόνας)

[18] δικανική διατύπωση σχετικά με τις ποινές που αποδίδει την ταλαιπωρία της Κυδίππης εξαιτίας του

[19] αιτία των κόπων της Κυδίππης είναι η ομορφιά της που αναζωπύρωσε τα συναισθήματα του Ακόντιου και προκάλεσε την ακατανίκητη έλξη

[20] προτιμά να τη θεωρούσε άσχημη ο Ακόντιος, να μην τον σαγήνευε, πράγμα που είτε είναι προσποιητή νύξη είτε εξομολογητική αλήθεια, αντανακλώντας σε κάθε περίπτωση το ήθος της

[21] η αντιζηλία των δύο αντρών του Ακοντίου και του νόμιμου μνηστήρα της Κυδίππης (δεν αναφέρεται το όνομά του πουθενά)

*Εικ.: Venus and Adonis
Painter: Charles-Joseph Natoire

Εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια

Ελευθερία Μπέλμπα*
Φιλόλογος

© schooltime.gr