Κάποιο φάντασμα πλανιέται πάνω απ’ την Ευρώπη, το φάντασμα του Θατσερισμού.

Αυτό φαίνεται να λέει ο Κόου στο τελευταίο του μυθιστόρημα. Η γέννηση και η ακμή του σιδηρούν βρετανικού φιλελευθερισμού απεικονίστηκε με τον πλέον γλαφυρό τρόπο στο περίφημο: «Τι ωραίο πλιάτσικο».

Είκοσι χρόνια μετά, ο συγγραφέας ασκεί ανελέητη κριτική τόσο στους υποστηρικτές και συνεχιστές της πολιτικής παρακαταθήκης της Θάτσερ, όσο και στους δήθεν αριστερούς που κόπτονται για τα εργασιακά δικαιώματα (ακόμα και των εισαγόμενων χορευτριών). Ο Τζέημς, που είναι ένας τέτοιος τύπος, κάνει διατριβή στον αόρατο άνθρωπο του Γουέλς θέλοντας να δείξει ότι στην εποχή μας και οι πλούσιοι και οι φτωχοί εξαφανίζονται ή καλύτερα τους εξαφανίζουν. Οι μεν επειδή κατασπαράσσονται από σκοτεινές δυνάμεις ή για να κρύψουν την προέλευση του πλούτου τους, οι δε επειδή είναι ανεπιθύμητοι και αναλώσιμοι.

Αξίζει να αναφέρουμε εδώ ότι το «11» είναι ο αριθμός στην Ντάουνινγκ Στριτ όπου ζει ο υπουργός των οικονομικών, ενώ στην αριθμολογία αντιπροσωπεύει το πεπρωμένο. Γίνεται έτσι η αυτόματη σύνδεση ανάμεσα στην οικονομία και το πεπρωμένο, και πώς αλλιώς. Πάντα, και ειδικά σήμερα, η μοίρα των ανθρώπων και των χωρών εξαρτάται και διαμορφώνεται σε μεγάλο βαθμό από την οικονομία. Ακόμα και η πολιτική έχει εκπέσει στο πεδίο της οικονομικής διαχείρισης.

Οι ήρωες του Κόου χωρίζονται σε πληβείους και πατρίκιους, σε πλούσιους και φτωχούς ή φτωχοποιημένους -λόγω κρίσης- μεσοαστούς. Οι πλούσιοι παραπέμπουν σε αντίστοιχους ήρωες μυθιστορημάτων του Φίλντινγκ (στον οποίο ο Κόου έκανε την πανεπιστημιακή διατριβή του). Οι φτωχοί θυμίζουν ντικενσιανούς χαρακτήρες, που περνούν δια πυρός και σιδήρου λόγω της φτώχειας τους. Μπαίνουν στην υπηρεσία των πλουσίων προκειμένου να επιβιώσουν και γίνονται αντικείμενα εκμετάλλευσης των ισχυρών, που δημιούργησαν την «κρίση» ως άλλοθι για τη νομιμοποίηση αυτής της εκμετάλλευσης. Έτσι, παρά τη διαβεβαίωση του Τζων Όσμπορν: «Θα το περάσουμε όλοι μαζί», δεν επιβαρύνονται όλοι το ίδιο. Οι λιγότερο προνομιούχοι φαίνεται να επιβαρύνονται με υποχρεώσεις μεγαλύτερες απ’ αυτές που τους αναλογούν και που έχουν τη δυνατότητα να αναλάβουν. Ό,τι δηλαδή συμβαίνει και στη χώρα μας.

Η «κρίση», αλλά και ολόκληρη η εποχή μας, είναι πανταχού παρούσα στο αριστουργηματικό αυτό πολιτικό-κοινωνικό μυθιστόρημα. Μικρές ψηφίδες καθημερινότητας που συνθέτουν τη μεγάλη εικόνα. Ζωές και κόσμοι που συναντιούνται και αλληλεπιδρούν. Βασικό θέμα της προβληματικής του συγγραφέα είναι επίσης τα σόσιαλ μίντια που αντί να συμβάλλουν στην επικοινωνία και στη συνεννόηση, γίνονται η αιτία να παρεξηγηθούν και να απομακρυνθούν οι δύο φίλες και κεντρικές ηρωίδες, Σίρλει και Άλισον, που η σχέση τους ξεκινάει κατά τη διάρκεια μιας επίσκεψης τους στο σπίτι των παππούδων της Σίρλει, στο πρώτο από τα πέντε μέρη στα οποία χωρίζεται το βιβλίο.

“Αριθμός 11” του Τζόναθαν ΚόουΗ τηλεόραση κυρίως με τα ριάλιτι και τις σατιρικές πολιτικές εκπομπές, μπαίνει επίσης στο στόχαστρο του συγγραφέα. Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, η μητέρα (τραγουδίστρια της μιας επιτυχίας) της Άλισον παίρνει μέρος σε ένα ριάλιτι επιβίωσης, στο οποίο συμμετέχουν ξεπεσμένοι, ή επίδοξοι σελέμπριτις. Εκεί κατατροπώνεται η αξιοπρέπεια της και κατασπαράσσεται στην αρένα των μέσων κοινωνικής δικτύωσης . Ενώ στο τέταρτο μέρος που είναι μια αστυνομική ιστορία, γίνεται αναφορά στις σατιρικές πολιτικές εκπομπές που λειτουργούν ως βαλβίδα ασφαλείας και διατήρησης του υπάρχοντος συστήματος, διασκεδάζοντας οποιαδήποτε διάθεση για πολιτική δράση.         

Στο τρίτο μέρος έχουμε την ιστορία μιας εμμονής, που οδήγησε στον θάνατο τον σύζυγο της Λώρας, που είναι καθηγήτρια της Σίρλει. Η εμμονή του σχετίζεται με μια ταινία, την οποία είδε όταν ήταν παιδί, και μετουσιώθηκε σε σύμβολο του παραδείσου της παιδικής ηλικίας. Έτσι, η Λώρα γίνεται ψυχρή με τον μικρό της γιό, ώστε να μην αποκτήσει, όπως και ο πατέρας του, μια εξιδανικευμένη εικόνα για την παιδική ηλικία.

Το τέρας, ως σύμβολο, στοιχειώνει ολόκληρο σχεδόν το βιβλίο. Στο πρώτο μέρος το τέρας γεννιέται απ’ το φόβο της διαφορετικότητας. Ενώ στο τελευταίο, τα τέρατα αναδύονται απ’ τα σωθικά της πόλης του Λονδίνου και τρέφονται απ’ την απληστία και την αλαζονεία των πλουσίων και ισχυρών.

Σ’ όλο το βιβλίο υπάρχουν αναφορές σε ταινίες, βιβλία και τηλεοπτικά προγράμματα, και κάθε μέρος του είναι γραμμένο με την ατμόσφαιρα και τις συμβάσεις ενός διαφορετικού λογοτεχνικού είδους. Υπάρχουν σαφείς αναφορές στη λογοτεχνία του φανταστικού αλλά και στα παιδικά βιβλία με βασικούς ήρωες παιδιά που περνούν περιπετειώδεις διακοπές σε εξοχικά σπίτια και ειδυλλιακά τοπία. Σε ένα τέτοιο τοπίο αρχίζει και τελειώνει η ιστορία του βιβλίου. Αν και στο πρώτο μέρος η «ειδυλλιακότητα» σκιάζεται από μια ατμόσφαιρα γοτθικού ζόφου, τελικά ξορκίζεται με την επιστροφή της Σίρλει και της Λώρας στον παραδεισένιο τόπο της παιδικής ηλικίας και της πραγματικής φιλίας , που είναι ίσως τα μόνα καταφύγια στη σκοτεινή εποχή που ζούμε.

*Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πόλις σε μετάφραση της Άλκηστις Τριμπέρη

Τώνια Τσαρούχα*

© schooltime.gr