Είμαι πατριώτης. Αγαπώ την πατρίδα μου. Και την αγαπώ όχι γιατί έζησαν σ’ αυτήν κάποιοι υπέροχοι άνθρωποι πριν από μένα, αλλά γιατί ζω εγώ τώρα. Το ίδιο θα έκανα αν ζούσα στο Μογκαντίσου της Σομαλίας ή στο Αλμάτι του Καζακστάν ή οπουδήποτε αλλού. Η πατρίδα μου δεν είναι το παρελθόν. Είναι το παρόν. Είναι το χώμα, τα δέντρα, τα βουνά, η θάλασσα. Αλλά και οι άνθρωποι. Αυτοί που βλέπω κάθε μέρα στο δρόμο, αυτοί που ζουν και ανασαίνουν δίπλα μου.

Δεν με νοιάζει τι χρώμα έχουν ή σε τι θεό πιστεύουν. Το μόνο που με νοιάζει είναι ότι βρίσκονται εδώ.

Δεν μισώ την πατρίδα κανενός. Γιατί, άλλωστε; Κάθε άνθρωπος έχει μια πατρίδα και την αγαπάει. Γιατί να μισήσω το σπίτι του άλλου; Γιατί να του δώσω την αιτία να μισήσει το δικό μου; Γιατί να βάλω φράχτες χωρίς αιτία; Ναι, είμαι πατριώτης. Αλλά όχι, εθνικιστής δεν είμαι. Δεν θεωρώ το έθνος μου (αλήθεια, τι περίπλοκη και παρεξηγημένη έννοια κι αυτή…) ανώτερο από τα άλλα. Απλώς το αγαπάω όπως είναι. Και όχι όπως θα μου άρεσε να είναι ή όπως φαντάζομαι ότι ήταν.

Γι’ αυτό το λόγο θλίβομαι αφάνταστα όταν βλέπω τους συνανθρώπους μου να διαιρούνται σε εθνικιστές και «κοσμοπολίτες». Θα αρχίσω από τη δεύτερη κατηγορία: Δεν είναι ντροπή, μα καθόλου ντροπή, να αγαπάς την πατρίδα σου. Ντροπή είναι όταν την απαρνιέσαι με τη λογική ενός στρεβλού διεθνισμού, με τη λογική της απολογίας για τις εθνικιστικές βλακείες (ναι, βλακείες…) ορισμένων πατριδοκάπηλων που απομυζάνε την πατρίδα για ίδιο όφελος. Κι ο Σωκράτης, φίλοι «κοσμοπολίτες», δήλωνε «πολίτης του κόσμου», όμως δεν είχε φύγει ποτέ από την Αθήνα παρά μόνο για να υπηρετήσει την πατρίδα του στον πόλεμο. Κι ήταν η Αθήνα, αγαπητοί εθνικιστές, που τον καταδίκασε σε θάνατο επειδή εισήγαγε «καινά δαιμόνια». Μπορούσε να διαφύγει. Αλλά εκείνος προτίμησε να μείνει και να πεθάνει εκεί, φίλοι «κοσμοπολίτες», χωρίς να απαρνηθεί την πόλη που τον γέννησε.

Αγαπητοί εθνικιστές: Αισθανόμαστε περήφανοι και μνημονεύουμε συνεχώς την προγονική δόξα. Καλά ως εδώ. Όμως, τι κάνουμε για να συνεχίσουμε αυτή την παράδοση; Δεν ξέρω, αλλά έχω την αίσθηση ότι είμαστε όπως οι πατάτες: Το καλύτερο μέρος μας είναι στο χώμα. Κι όσο αισθανόμαστε ανίκανοι να κάνουμε κάτι για την πατρίδα μας, για τον τόπο μας, τόσο γκρινιάζουμε και μεμψιμοιρούμε ανεβοκατεβάζοντας κυβερνήσεις με μόνα κριτήρια ότι μας χαϊδεύουν τα αυτιά με υποσχέσεις ή ότι δεν μπορεί να είναι χειρότεροι από τους προηγούμενους. Κι όλο αναπολούμε χαμένες πατρίδες και Μεγάλες Ιδέες. Κι όλο αυτές καίγονται στην πυρκαγιά της Σμύρνης και πνίγονται στα νερά του Αιγαίου μαζί με τους πρόσφυγες της Μικρασίας. Κι όλο αναμασάμε φράσεις και λέξεις μιας γλώσσας που δεν καταλαβαίνουμε τι λέει και που δεν ξέρουμε πώς γράφονταν. Φτάσαμε να θεωρούμε το πολυτονικό σύστημα ως ιστορική ελληνική γραφή… Και τους καταστροφείς της Ελλάδας και του πολιτισμού της ως συνέχεια του πνεύματός της… Οποίοι Ποσειδωνιάται…

Φτάσαμε στην αποκρουστική αντίφαση να θέλουμε να λεγόμαστε Έλληνες και άξιοι απόγονοι λαμπρών προγόνων αναρτώντας με λατρεία εικόνες του Παπαδόπουλου, του Παττακού και άλλων τυράννων, αγνοώντας ότι στην Αθήνα τα αγάλματα των Τυραννοκτόνων ήταν σε περίοπτη θέση, όχι για τα κίνητρα της πράξης τους (που ήταν καθαρά προσωπικά) αλλά για την πράξη αυτή καθ’ εαυτή. Βλέπετε, οι Έλληνες ανέκαθεν μισούσαν τους τυράννους.

Η πατρίδα μας, η Ελλάδα μας, τα χωριά μας, δεν χρειάζονται κονσερβαρισμένα και κακοσυντηρημένα προγονικά μεγαλεία. Δεν τα έχουν ανάγκη. Έχουν πολλά να μας διδάξουν οι αρχαίοι Έλληνες, ναι, αλλά πρέπει κι εμείς να τους ανακαλύψουμε. Να μελετήσουμε τον υπέροχο στίχο στην «Αντιγόνη» του Σοφοκλή: «ου συνέχθειν αλλά συμφιλείν έφυν». Να μη μας πιάνει τρομάρα με τα (όντως, ακαλαίσθητα) γκρίκλις πριν ρίξουμε έστω μια ματιά στα αρχαία ελληνικά αλφάβητα (ειδικά εκείνα της Εύβοιας είναι πολύ ενδεικτικά της αρχαίας ΙΣΤΟΡΙΚΗΣ γραφής…)

Δεν βρίσκω κανένα λόγο να οικειοποιούμαστε τα πάντα και να θεωρούμε ότι «όλα τα έκαναν οι Έλληνες». Δεν ξέρω, ίσως και να τα έκαναν (αν και πολύ αμφιβάλλω), αλλά αυτό δεν μας αφορά. Εμείς, τι μπορούμε να κάνουμε; Ποιο πνεύμα έχουμε να επιδείξουμε; Ποιον πολιτισμό; Δυστυχώς, η σύγκριση των κατοίκων αυτής της μικρής περιοχής των Βαλκανίων ανάμεσα στις εποχές του τότε και του σήμερα είναι τραγικά εις βάρος των σημερινών… Σκεφτείτε, μόνο, πόσα χρόνια έχει να βγει ένας ποιητής του μεγέθους του Ρίτσου και του Ελύτη, ή συγγραφέας σαν τον Καζαντζάκη και μουσικός σαν τον Μίκη και τον Μάνο…

Δεν αντιπαθώ κανέναν, ούτε και θέλω να προσβάλω κάποιον. Σκεφτόμουνα, όμως, τις αντιδράσεις των συμπατριωτών μας στην επίσκεψη του προέδρου των ΗΠΑ και, πιστέψτε με, ένιωσα θλίψη. Την ίδια που ένιωσα και κατά την επίσκεψη του προέδρου της Ρωσίας. Δεν θέλω με τίποτα να πιστέψω ή, ακόμα χειρότερα, να αποδεχτώ ότι στ’ αλήθεια θεωρούμε σωτήρες τους ξένους ισχυρούς ή τους ντόπιους υπηρέτες τους. Για μένα, πάντα η λύση θα είναι εδώ, σε μας, μέσα μας. Η Ελληνική Παιδεία είναι εκεί και μας περιμένει να την ανακαλύψουμε, χωρίς δασείες και περισπωμένες. Και είμαι βέβαιος ότι, όταν την ανακαλύψουμε, χωρίς παρωπίδες και χωρίς εμμονές, θα γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι. Και συνακόλουθα, καλύτεροι πατριώτες.

Αχιλλέας Ε. Αρχοντής*
Οικονομολόγος

© schooltime.gr