Καλλίμαχος

Ο Καλλίμαχος, ποιητής της ελληνιστικής περιόδου (περ.300- περ.240 π.Χ.), σπούδασε στην Αθήνα, εργάσθηκε στη Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας ταξινομώντας το υλικό της σε καταλόγους· το κείμενό του, «Πίνακες τῶν εν πάση παιδεία διαλαμψάντων καί ὧν συνέγραψαν», είναι κατάλογος έργων σε 120 τόμους. Καταγίνονταν με τη βιβλιοθηκονομική, λεξικογραφική, ιστορική, φιλολογική εργασία (συνέγραψε κατάλογο δραματικών ποιητών). Με μια τάση ανανέωσης ενδεικτικά παρατηρείται η επιδίωξη της μορφολογικής τελειότητας με τη χρήση πολύπλοκων σημασιών, σπάνιων λέξεων στοχεύοντας στην ανασύσταση του ποιητικού λόγου ανασύροντας δημιουργικά δεδομένα της παράδοσης.

Τα Αἲτια αναδεικνύουν θεωρητικές ιδέες, αιτιολογικές ερμηνείες αναφορικά με τις τελετουργικές συνήθειες. Το προλογικό κείμενο λειτουργεί ως εισαγωγή στην ποιητική του, επικρίνοντας την τεχνική ομότεχνών του (Τελχίνων), το πομπώδες ύφος. Προκρίνει την πυκνότητα στο λόγο, τη συντόμευση, τη λεπτότητα, την καλλιέπεια και λεπτουργία.

Τα Επιγράμματά του, που σχετίζονται με το θάνατο, αποδεικνύουν τη μορφολογικές επιλογές, την συνοπτικότητα, τις μεταφυσικές αντιλήψεις του· σώζονται περισσότερα από εξήντα επιγράμματά του με ιδιαίτερη αισθητική αξία.

157 Αἴτια

 

……]ι μοι Τελχῖνες ἐπιτρύζουσιν ἀ[οιδῇ,
νήιδε]ς οἳ Μούσης οὐκ ἐγένοντο φίλοι,
εἵνεκε]ν οὐχ ἓν ἄεισμα διηνεκὲς ἢ βασιλ[η
……]ας ἐν πολλαῖς ἤνυσα χιλιάσιν
5 ἢ……].ους ἥρωας, ἔπος δ᾽ ἐπὶ τυτθὸν ἑλ[ίσσω
παῖς ἅτ]ε, τῶν δ᾽ ἐτέων ἡ δεκὰ[ς] οὐκ ὀλίγη.
……]. [.]και Τε[λ]χῖσιν ἐγὼ τόδε· «φῦλον α[
……] τήκ[ειν] ἧπαρ ἐπιστάμενον,
……].. ρεην [ὀλ]ιγόστιχος· ἀλλὰ καθέλ[κει
10 ……πο]λὺ τὴν μακρὴν ὄμπνια Θεσμοφόρο[ς·
τοῖν δὲ] δ̣υ̣οῖν Μίμνερμος ὅτι γλυκύς, α[ἱ κατὰ λεπτόν
……] ἡ μεγάλη δ᾽ οὐκ ἐδίδαξε γυνή.
……]ο̣ν ἐπὶ Θρήϊκας ἀπ᾽ Αἰγύπτοιο [πέτοιτο
αἵματ]ι̣ Π̣υ̣γ̣μαίων ἡδο̣μ̣έ̣νη [γ]έρα[νος,
15 Μασσα]γ̣έ̣τ̣αι [κ]αὶ μακ[ρὸν ὀϊστεύ]οιεν ἐπ᾽ ἄνδρα
Μῆδον]· ἀ̣[ηδονίδες] δ᾽ ὧδε μελιχρ[ό]τεραι.
ἔλλετε Βασκανίη]ς ὀλοὸν γένο[ς]· αὖθι δὲ τέχνῃ
κρίνετε,] [μὴ σχοίν]ῳ Περσίδι τὴ[ν] σοφίην·
μηδ᾽ ἀπ᾽ ἐμεῦ διφᾶ]τε μέγα ψοφέουσαν ἀοιδήν
20 τίκτεσθαι· βροντᾶ]ν οὐκ ἐμόν, [ἀλλὰ] Διός».
καὶ γὰρ ὅτ]ε πρ[ώ]τιστον ἐμοῖς ἐπὶ δέλτον ἔθηκα
γούνασι]ν, Ἀ[πό]λλων εἶπεν ὅ μοι Λύκιος·
«……]…ἀοιδέ, τὸ μὲν θύος ὅττι πάχιστον
θρέψαι, τὴ]ν Μοῦσαν δ᾽ ὠγαθὲ λεπταλέην·
25 πρὸς δέ σε] καὶ τόδ᾽ ἄνωγα, τὰ μὴ πατέουσιν ἅμαξαι
τὰ στείβε]ιν, ἑτέρων ἴχνια μὴ καθ᾽ ὁμά
δίφρον ἐλ]ᾶ̣ν μηδ᾽ οἷμον ἀνὰ πλατύν, ἀλλὰ κελεύθους
ἀτρίπτο]υ̣ς, εἰ καὶ στε[ι]ν̣οτέρην ἐλάσεις».
τῷ πιθόμη]ν· ἐνὶ τοῖς γὰρ ἀείδομεν οἳ λιγὺν ἦχον
30 τέττιγος, θ]όρυβον δ᾽ οὐκ ἐφίλησαν ὄνων.
θηρὶ μὲν ο]ὐατόεντι πανείκελον ὀγκήσαιτο
ἄλλος, ἐγ]ὼ δ᾽ εἴην οὑλ̣[α]χύς, ὁ πτερόεις,
ἆ πάντ]ως, ἵνα γῆρας ἵνα δρόσον ἣν μὲν ἀείδω
πρώκιο]ν ἐκ δίης ἠέρος εἶδαρ ἔδων,
35 αὖθι τ]ὸ̣ δ᾽ [ἐκ]δύοιμ[ι], τό μοι βάρος ὅσσον ἔπεστι
τριγ]λ̣ώ̣[χι]ν̣ ὀλ[οῷ] νῆσος ἐπ᾽ Ἐγκελάδῳ.
……Μοῦσαι γ]ὰρ ὅσους ἴδον ὄθμα[τ]ι παῖδας
μὴ λοξῷ, πολιοὺς οὐκ ἀπέθεντο φίλους.

 

 

***

 

173 ἠῷοι Μελάνιππον

 

ἠῷοι Μελάνιππον ἐθάπτομεν, ἠελίου δέ
δυομένου Βασιλὼ κάτθανε παρθενική
αὐτοχερί, ζώειν γὰρ ἀδελφεὸν ἐν πυρὶ θεῖσα
οὐκ ἔτλη· δίδυμον δ᾽ οἶκος ἐσεῖδε κακόν
πατρὸς Ἀριστίπποιο, κατήφησεν δὲ Κυρήνη
πᾶσα τὸν εὔτεκνον χῆρον ἰδοῦσα δόμον.

 

157 Αἴτια

 

Μου καταλογίζουν οι Τελχίνες[1], αδαείς
που δεν έγιναν φίλοι της μούσας, ότι δεν επέκτεινα
ένα μεστό συνεχές ποίημα ή για βασιλιάδες
σε πολλές χιλιάδες στίχους ή για ήρωες,
ενώ περιστρέφω στο μυαλό μου το ποίημα λιγοστό
σαν το παιδί, αν και δεν έχουν περάσει λίγες δεκαετίες. Και στους Τελχίνες εγώ λέω το εξής: «γενιά που γνωρίζεις καλά το φθόνο στα σωθικά σου διαμορφώνω ολιγόστιχο ποίημα· αλλά η Δήμητρα[2], που άφθονα διατρέφει, σέρνει πολύ πιο μακριά
και δύο από τον Μίμνερμο που με γλυκό στίχο δίδαξε τα «κατά λεπτόν», όχι τη «Μεγάλη Γυναίκα[3]».«Στη Θράκη απ’ την Αίγυπτο ας πετάει
ο γερανός που ευφραίνουν αίματα των Πυγμαίων [4]
και οι Μασσαγέτες  μακριά τοξεύουν σε άντρα Μήδο· όμως έτσι πιο γλυκά είναι τα αηδόνια
(μικρά ποιήματα).Ολέθρια γενιά βάσκανη
να χαθείς· πάλι βέβαια κριτήριο να έχετε τη σοφία της τέχνης, όχι το περσικό μέτρο καταμέτρησης
των εκτάσεων ούτε να ζητάτε από εμένα τη μεγάλη στομφώδη ωδή να συνθέτω[5]· για τις βροντές όχι σε εμένα, αλλά στο Δία[6]».
Και μάλιστα, όταν πρώτα τοποθέτησα στα γόνατά μου την πινακίδα για γραφή, ο Λύκιος Απολλωνας μου είπε· «ποιητή, τη θυσία βέβαια ταχύτατα
να θρέψεις, αγαθέ, αλλά τη Μούσα διατήρησε
τη λεπτή· σε εσένα μάλιστα συνιστώ και το εξής, όπου δεν πατάει η άμαξα να πηγαίνεις, να μην ακολουθείς των άλλων τα ίχνη με άρμα ούτε
την πλατιά οδό, αλλά δρόμους αδιάβατους,
και αν ακόμα θα περάσεις σε πιο στενό χώρο».
Σ’ αυτόν πειθάρχησα· γιατί υμνούμε με ήχο διαπεραστικό του τζίτζικα γι’ αυτούς που δεν προτιμούν το θόρυβο των όνων. Βέβαια
ας μεγεθύνουν άλλοι το ουρλιαχτό του άγριου
ζώου με τα αυτιά, εγώ όμως θα είμαι ο μικρός
ο φτερωτός πράγματι ολοκληρωτικά, για να τραγουδώ αναλίσκοντας τροφή πρόωρα
στη δροσιά του θεϊκού αιθέρα αμέσως ν’ αφαιρέσω όσο βάρος του γήρατος με βασανίζει το τριγωνικό νησί τον καταστροφικό Εγκέλαδο[7].
…γιατί οι Μούσες όποιον από παιδί αντικρίζουν
με μάτι όχι λοξό, δεν του στερούν την εύνοια,
όταν έχει άσπρα μαλλιά[8].

***

173 ἠῷοι Μελάνιππον

 

Την αυγή θάψαμε τον Μελάνιππο, ενώ έδυε
ο ήλιος πέθανε η παρθένος Βασιλώ αυτόχειρ,
γιατί δεν υπέμεινε να ζει τοποθετώντας τον αδελφό της στη φωτιά[9]· μάλιστα διπλό κακό είδε ο οίκος
του πατέρα τους, του Αρίστιππου, και ολόκληρη
η Κυρήνη πενθούσε, μόλις αντίκρισε την άδεια
οικία με τα αγαθά παιδιά[10].

 

Στησίχορος

Τεισίας ήταν το όνομα του λυρικού ποιητή Στησίχορου (632/631-555 π.Χ.)· αυτό ερμηνεύεται από την δυνατότητα «να στήνει χορόν» με λύρα ή κιθάρα. Μεταποιούσε επικά μοτίβα σε λυρικά· από τα έργα του σώζονται λίγα αποσπάσματα ή περιγραφές και αναφορές από μεταγενέστερες πηγές.

Ενώ είχε γράψει ποίηση με υβριστικό περιεχόμενο σχετικά με την Ελένη (και τυφλώθηκε, ενδεχομένως διανοητικά), αμέσως αποκατέστησε το όνομά της (βρήκε και την όρασή του) συγγράφοντας την Παλινωδία που παραδίδεται στο διάλογο του Πλάτωνα «Φαίδρος» (Πλάτ. Φαίδρ. 243 a)· ο ποιητής καταγράφει ότι η Ελένη παραμένει στην Αίγυπτο, ενώ η πλασματική παρουσία της εντοπίζεται στην Τροία (ενδεχομένως αυτή η αντίληψη επηρέασε τον Ευριπίδη).

 

ΑΘΗΝ. Γ 81d

 

Πολλά μέν Κυδώνια μᾶλα ποτερρίπτουν ποτί δίφρον

ἂνακτι,

πολλά δέ μύρσινα φύλλα

καί ῥοδίνους στεφάνους ἲων τε κορωνίδας οὒλας.

 

 

***

 

ΣΧΟΛ. ΕΙΣ ΟΜΗΡ. Β 339

 

Τῶν ἐκ τῆς Ἐλλάδος ἀρίστων ἐπί μνηστείαν

τῆς Ἑλένης παρόντων διά γένος και κάλλος,

Τυνδάρεως ὁ πατήρ αὐτῆς, ὣς τινες φασι, φυλασσόμενος, μή ποτε, ἓνα αὐτῶν προκρίνας,

τούς ἂλλους ἐχθρούς ποιήσηται, κοινόν αὐτῶν

ὃρκον ἒλαβεν, ἦ μήν τῷ ληψομένῳ τήν παῖδα,

ἀδικουμένῳ περί αὐτήν, σφόδρα ἐπαμυνεῖν.

διόπερ Μενελάῳ αὐτήν ἐκδίδωσι, καί οὐ πολύν χρόνον, ἁρπαχθείσης ὑπό Ἀλεξάνδρου, ἐκοινώνησαν τῆς στρατείας διά τούς γενομένους ὃρκους.

Ἡ ἱστορία παρά Στησιχόρῳ.

 

 

 

 

***

 

ΣΧΟΛ. ΕΙΣ ΑΙΛ. ΑΡΙΣΤ. ΛΟΓ. 1, 128

 

Στησίχορος  ἐν τῇ ποιήσει λέγει ὡς ἡρπακώς

τήν Ἑλένην Ἀλέξανδρος, καί διά τῆς Φάρου

ἐρχόμενος, ἀφῃρέθη μέν ταύτην παρά Πρωτέως,

ἒλαβε δέ παρ’ αὐτοῦ ἐν πίνακι τό εἲδωλον αὐτῆς

γεγραμμένον, ἳνα ὁρῶν παραμυθοῖτο

τόν αὐτοῦ ἒρωτα.

 

***

 

ΠΛΑΤ. ΦΑΙΔΡ. 243 a

 

Ἒστιν δέ τοῖς ἁμαρτάνουσι περί μυθολογίαν καθαρμός ἀρχαῖος, ὃν Ὃμηρος μέν οὐκ ᾔσθετο, Στησίχορος δέ. Τῶν γάρ ὀμμάτων στερηθείς διά

τήν τῆς Ἑλένης κακηγορίαν οὐκ ἠγνόησεν ὣσπερ Ὃμηρος, ἀλλ’ ἃτε μουσικός ὢν ἒγνω τήν αἰτίαν, καί ποιεῖ εὐθύς·

 

οὐκ ἔστ’ ἔτυμος λόγος οὗτος,
οὐδ’ ἔβας ἐν νηυσὶν εὐσέλμοις,
οὐδ’ ἵκεο πέργαμα Τροίας·

 

καί ποιήσας δή πᾶσαν τήν καλουμένην

Παλινῳδίαν παραχρῆμα ἀνέβλεψεν.

 

 

ΑΘΗΝ. Γ 81d

 

Πολλά κυδώνια βέβαια έριχναν πάνω στο άρμα

του βασιλιά

και πολλά φύλλα μυρτιάς

και τριανταφυλλένια στεφάνια και δεσμούς από άλλες βιολέτες[11].

 

***

 

ΣΧΟΛ. ΕΙΣ ΟΜΗΡ. Β 339

 

Καθώς από τους πιο αξιόλογους Έλληνες παρίστανται, για να γίνουν  μνηστήρες της Ελένης,

Λόγω της γενιάς και της ομορφιάς της[12].

Ο Τυνδάρεως, ο πατέρας της, όπως λένε κάποιοι,

προσέχοντας μήπως, αν επιλέξει έναν απ’ αυτούς,

τους άλλους τους κάνει εχθρούς του, πήρε

τον κοινό όρκο τους ότι πράγματι αν βέβαια αυτός, που θα νυμφευτεί την κόρη, αδικηθεί σχετικά

με αυτήν, θα τον υπερασπιστούν σθεναρά όλοι.

Γι’ αυτό την έδωσε στο Μενέλαο και λίγο καιρό αργότερα, αφού απήχθη από τον Αλέξανδρο (Πάρη),

συμμετείχαν όλοι στην εκστρατεία, εξαιτίας

των όρκων που είχαν δοθεί[13].  Η ιστορία

παραδίδεται στον Στησίχορο.

 

***

 

ΣΧΟΛ. ΕΙΣ ΑΙΛ. ΑΡΙΣΤ. ΛΟΓ. 1, 128

 

Ο Στησίχορος στην ποίησή του λέει ότι, αφού άρπαξε την Ελένη ο Αλέξανδρος (Πάρης) και αφού πέρασε διαμέσου της Φάρου[14], τη στερήθηκε βέβαια

από τον Πρωτέα[15] και πήρε από αυτόν σε πίνακα αποτυπωμένο το είδωλο εκείνης, για να παρηγορεί τον έρωτά του βλέποντάς το[16].

 

***

 

ΠΛΑΤ. ΦΑΙΔΡ. 243 a

 

Υπάρχει βέβαια γι’ αυτούς που σφάλλουν

στη μυθολογία ένας καθαρμός του παρελθόντος

που ο Όμηρος δεν τον αντιλήφθηκε, αλλά ο Στησίχορος τον γνώριζε[17]. Γιατί αφού στερήθηκε

την όρασή του, εξαιτίας της κατηγορίας του

για την Ελένη, δεν το αγνόησε, όπως ακριβώς

ο Όμηρος, αλλά επειδή πράγματι ήταν

υπό την επίδραση των μουσών, ήξερε

την αιτία και αμέσως γράφει·

 

δεν είναι γνήσιος αυτός ο λόγος[18]

ούτε ανέβηκες σε πλοία με στέρεο κατάστρωμα[19]

ούτε έφτασες στο παλάτι της Τροίας[20]·

 

και αφού έγραψε όλη την αποκαλούμενη Παλινωδία μάλιστα, αμέσως αποκαταστάθηκε η όρασή του.

 

[1] οι πρώτοι κάτοικοι της Ρόδου με ροπή προς τη μαγεία, εφευρέτες της μεταλλουργίας· ο ποιητής τους χαρακτηρίζει χαιρέκακους αντιπάλους του (σύμφωνα με κάποιες ερμηνείες πρόκειται για τους Ασκληπιάδη, Ποσείδιππο και Πραξιφάνη)

[2] ίσως παραπέμπει στην ελεγεία («Δήμητρα») του Φιλήτα από την Κω (δεύτερο μισό του 4ου– αρχές 3ου αιώνα π.Χ.)

[3] τα «κατά λεπτόν» και η «Μεγάλη Γυναίκα» υποδηλώνονται ως ποιήματα της αρχαϊκής εποχής του Μίμνερμου

[4] μυθικοί νάνοι της Άνω ζώνης του Νείλου

[5] πλέον αποκλείει τη σύνθεση του πομπώδους λόγου, του εκτεταμένης περιγραφής και ατέρμονης αναδίπλωσης των ιδεών

[6] ειρωνικά απορρίπτει κάθε τάση απόδοσης μνημειώδους και βαρύγδουπης έκφρασης

[7] ο Δίας έριξε τη Σικελία πάνω στον γίγαντα Εγκέλαδο

[8] εν τέλει θεωρεί ότι διαθέτει το φυσικό ποιητικό ταλέντο βάσει του οποίου ενστικτωδώς θα βρει την ενδεδειγμένη φόρμα

[9] η συσσώρευση ρηματικών συνόλων στην υποτακτική σύνδεση δε στερεί από τη συμπαγή δομή τη νοηματική μεστότητα

[10] επισημαίνεται η ακρότητα του πένθους, η αποστέρηση του οίκου του πατρός από τα παιδιά του (η σαφήνεια εξαρτάται από τη χρήση των κυρίων ονομάτων και της επαναφοράς, «οἶκος» «δόμον»)

[11] το σκηνικό του γάμου της Ελένης με το Μενέλαο βασίζεται στην συνοπτική αποτύπωση της ρήψης των ανθέων που συνοδεύουν την κίνηση της άμαξας

[12] η καταγωγή και η απαράμιλλη ωραιότητα της κόρης λειτουργούσαν ως δέλεαρ για τους επίδοξους μνηστήρες

[13] η Ελένη είναι εμπνευσμένη μορφή για τον Στησίχορο, ώστε να αποδίδει εκδοχές του βίου και της τύχης της

[14] μακρόστενο νησί που βρίσκεται πέρα από το λιμάνι της Αλεξάνδρειας

[15] ο Πρωτέας φιλοξενεί την Ελένη στην Αίγυπτο παρέχοντάς της προστασία

[16] πλέον το είδωλο της Ελένης (επινόηση του Στησίχορου) αποτελεί μια απάτη, ωστόσο για τον Πάρη λειτουργεί παραμυθητικά, υποκαθιστώντας τη γυναίκα που αποχωρίστηκε

[17] εντοπίζονται διαφορετικές ερμηνείες του ίδιου μύθου σχετικά με την τύχη της Ελένης

[18] προφανώς παραπέμπει στην προγενέστερη εκδοχή του όσον αφορά την ιστορία της Ελένης

[19] σύμφωνα με την προηγούμενη ερμηνεία του Στησίχορου, η Ελένη να ταξιδεύει στην Τροία

[20] αξιοποιείται το σχήμα της τριπλής άρνησης για την ακλόνητη θεμελίωση της διαφορετικής προσέγγισής του

Εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια

Ελευθερία Μπέλμπα*
Φιλόλογος

© schooltime.gr