*Του Βαγγέλη Θ. Γιόρτσιου

Στη ζωή κάθε ανθρώπου υπάρχουν κάποια πράγματα που τον σημαδεύουν, που συνδράμουν στη διαμόρφωση του χαρακτήρα του.

Για μένα, τον μεγαλωμένο στην Παλαιοκώμη Σερρών, η γνώση της κατά το ένα τέταρτο καταγωγής μου από τα Λακκοβήκια του Παγγαίου ήταν μια παράμετρος της ζωής μου. Διασκεδαστική ίσως, όχι όμως καθοριστική. Άλλωστε, κρατούσα ρίζα γερή από τον Πόντο και από την ίδια την Παλαιοκώμη, ενώ έτυχε να γεννηθώ στην Γερμανία.

Άσε που ακούγοντας τις ιστορίες της γιαγιάς μου ήξερα πως είχα σπόρο και από τη Σμύρνη αλλά και από τη Ρωσία. Μπέρδεμα. Πολλές πατρίδες. Οι πιο πολλές χαμένες και μακρινές. Πολλές πατρίδες και μια από αυτές ήταν το παλιό χωριό, τα Λακκοβήκια του Παγγαίου. Ε, και; Δεν είχα αγάπη γι αυτόν τον τόπο, μόνο λίγη περιέργεια. Κάποιες σκόρπιες διηγήσεις των μεγαλυτέρων για μια ανθούσα κοινότητα επάνω στο βουνό, που πλέον έχει εγκαταλειφτεί, μια ακαθόριστη αταβιστική ανάμνηση κεφαλαιοχωρίτικης αίγλης, ένα κάτι τέλος πάντων υπήρχε, όμως δεν ήταν το πιο σημαντικό.

Μέχρι που πήγα!

Πρωτομαγιά του 1978. Μια βαρετή διαδρομή στην πλατφόρμα ενός τρακτέρ. μια απροειδοποίητη ύπαρξη ενός χωριού κι εκεί που δεν το περίμενα να εμφανιστεί, αυτό εμφανίστηκε σαν από το πουθενά, σαν να κρυβόταν. Δεν μου το βγάζεις απ το μυαλό, κρυβόταν. Aλήθεια, ήταν τόσο οικείο, τόσο όμορφο, ήταν μαγικό. Από τότε, ποτέ δεν έπαψα να θεωρώ τα Λακκοβήκια κάτι ξεχωριστό για μένα. Δεν ήταν η αγάπη ούτε η νοσταλγία που με έκαναν να νοιώσω έτσι. Ήταν η γοητεία που άσκησε πάνω μου ο χώρος. Γοητευμένος λοιπόν τα εξερεύνησα όσο μπορούσα κι όποτε μπορούσα. Μετά ήρθε η ζωή να με απομακρύνει και οι επισκέψεις μου έγιναν σπάνιες, πέρασε καιρός και στα σαράντα μου χρονιά ο τόπος με κάλεσε ξανά, διεκδικώντας το μερίδιο που του αναλογούσε πάνω μου.

Στον ύπνο μου έβλεπα το χωριό κατοικημένο, στη σκέψη μου γυρνούσαν εικόνες που είχα δει και άλλες φανταστικές. Έτσι ξαναπήγα!

Βρήκα ένα χωριό γκρεμισμένο με κάποιες αμφίβολης αισθητικής αναπαλαιώσεις. «Εδώ χωριό δεν γίνετε ξανά» μου είπε ένας φίλος μου.

«Μόνο σωροί από πέτρες». Γοητεύτηκα και πάλι κι άρχισα να ψάχνω.

Η λέξη γοητεία είναι παράξενη. Τη λέμε για να περιγράψουμε κάτι που μας άρεσε κ μας εντυπωσίασε. Έχει όμως την ίδια ρίζα με τη λέξη γητεία, που σημαίνει μάγεμα. Εγώ πάντως δεν εντυπωσιάστηκα απλώς. Αισθάνθηκα δεμένος. Για μένα είναι μονόδρομος να ασχοληθώ με το θέμα και θα το κάνω με τον δικό μου απλοϊκό τρόπο. Ίσως κάποτε ένας επιστήμονας χρησιμοποιήσει ένα μέρος του πονήματος μου για να γράψει ένα πραγματικό βιβλίο.

τα Λακκοβήκια του Παγγαίου. . .  αυτή λοιπόν είναι η ιστορία τους.

Tα Λακκοβήκια του Παγγαίου

Στα ελληνιστικά χρονιά η πόλη της Αμφιπόλεως ανθεί και μαζί μ αυτήν τα γύρω πολίσματα. Αυτό συνεχίζεται και στα χρόνια μετά τη Ρωμαϊκή κατάκτηση. Στη θέση του σημερινού κάμπου, στην κάτω κοιλάδα του Στρυμόνα, βρίσκεται ακόμη η Λίμνη-Βάλτος του Αχινού. Ακολουθούν τα Βυζαντινά χρόνια γεμάτα ανακατατάξεις επιδρομές και ανασφάλεια. Η Αμφίπολη καταστρέφεται πιθανόν από τον καταστροφικό σεισμό του 620 Μ.Χ. Δημιουργείται η Χρυσόπολις κοντά στη θάλασσα και άλλοι μικρότεροι οικισμοί. Η περιοχή ονομάζεται πλέον Πωπολία. Το σημείο που μας ενδιαφέρει βρίσκεται κάτω από το ένα υδραγωγείο της Αμφιπόλεως και δίπλα από ένα λατομείο. Ο χώρος διαθέτει τάφους αρχαίους. Βρισκόμαστε δηλαδή σε σημείο γνωστό στους Αμφιπολίτες και σε απόσταση περίπου 12 χιλιομέτρων από την αρχαία πόλη. Για την χρονολογία της δημιουργίας του χωριού μας μόνο υποθέσεις μπορούμε να κάνουμε. Η πρώτη φορά που κατοικήθηκε το σημείο που βρίσκονται τα Λακκοβήκια, τοποθετείται στα αρχαία χρόνια. Αυτό προκύπτει από τα γραφόμενα του Αστέριου Γούσιου το 1894, στο έργο του «Η κατά το Παγγαίον χώρα». Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγει και ο Στ. Μερτζίδης στο βιβλίο του « Αι χώραι του παρελθόντος και οι εσφαλμένες τοποθετήσεις των» το 1885. Μάλιστα ο τελευταίος δηλώνει πως στον κώδικα της Μονής Εικοσιφοίνισας υπήρχαν έγγραφα του 11ου αιώνα, που ανέφεραν πως το πρώτο όνομα των Λακκοβηκίων ήταν Λαοδίκεια και αποτέλεσαν καταφύγιο των Αμφιπολιτών κατά τις Βαρβαρικές επιδρομές. Δυστυχώς αυτό δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί, καθώς τα αρχεία της Μονής έχουν κλαπεί από τους Βούλγαρους το 1917. Έτσι δεν είναι ακόμη δυνατή η μελέτη τους. Ελπίζουμε πως στο μέλλον αυτό θα αλλάξει. Την αρχαιότητα του οικισμού μας την δηλώνουν και τα ευρήματα που κατά καιρούς έχουν έρθει στο φως, τις περισσότερες φορές τυχαία, ενώ περιμένουμε πως η αρχαιολογική σκαπάνη θα μας δώσει περισσότερα στοιχεία.

 Ο κίνδυνος της ελονοσίας αλλά και ο φόβος των επιδρομών ανάγκασαν τους κατοίκους να ανεβούν επάνω στο βουνό, σε τοποθεσία αθέατη και κρυφή για τους ξένους, αλλά με πρόσβαση στην θάλασσα και στον κάμπο γύρω από την Αμφίπολη. Από την νέα τους κατοικία οι Λακκοβηκιώτες πλέον μπορούν να ελέγχουν μια περιοχή που εκτείνεται από το σημερινό Ορφάνι εώς την περιοχή της νέας Μεσολακκιάς. Λίγα πράγματα μας είναι γνωστά γι αυτήν την περίοδο. Μια αναφορά στο χρυσόβουλο του Μαρμαρίου στα τέλη του δεκάτου τετάρτου αιώνα κάνει λόγο για το χωρίον της Λουκκοβικείας, όνομα σπαζοκεφαλιά που δυσκολευόμαστε να ετυμολογήσουμε. Κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας υπάρχουν αναφορές σε μοναστηριακά έγγραφα της Λοκκοβικίας. Ο οικισμός υπάρχει και γραφεί την δική του ιστορία σε καιρούς δύσκολους με μόνο μέλημα την επιβίωση.

Ώρα για μια παρένθεση, γιατί κινδυνεύω να τα πω όλα και να τελειώσει το κείμενο πριν την ώρα του.

Όταν επισκέφτηκα την ορεινή περιοχή πάνω από τις Σέρρες, μέχρι τον Λαηλιά, κατάλαβα τι ήταν αυτό που έκανε τα Λακκοβήκια μοναδικά. Ενώ εκεί βρήκα ένα σύμπλεγμα χωριών κατοικημένων κι εγκαταλειμμένων, στο Παγγαίο το χωριό που μας ενδιαφέρει έστεκε μόνο του επάνω στο βουνό και μάλιστα έπρεπε να ζοριστείς για να πιστέψεις ότι θα συναντούσες σπίτια σε όλη την διάρκεια της ανάβασης προς αυτό. Παρ όλα αυτά η τοποθεσία ήταν σοφά διαλεγμένη. Κρυφή αλλά και με άμεση πρόσβαση στις πλουτοπαραγωγικές πηγές της περιοχής. Κοντά στην θανάσιμη ανάσα της παλιάς λίμνης αλλά με υπέροχο κλίμα. Δεν ήταν χωριό, ήταν η Σάγκρι λα του Παγγαίου. Βέβαια εδώ οι κάτοικοι έπρεπε να αντιπαλεύουν συνέχεια τα στοιχεία της φύσης προκειμένου να εξασφαλίσουν την επιβίωση της κοινότητας τους, Όμως η πρόοδος ήταν φανερή και ακόμη κι αυτοί που σνόμπαραν τους φεγγαράδες αναγκαζόντουσαν να παραδεχτούν πως ήταν τελικά πιο ξύπνιοι από όλους στην περιοχή. Είμαι σίγουρος ότι τους διαφοροποιούσε το ομαδικό πνεύμα που τους διακατείχε και τους έκανε να πηγαίνουν πιο μπροστά όλοι μαζί. Είναι κάτι που το είδα με τα μάτια μου να λειτουργεί στους σημερινούς Μεσολακιώτες αν και κάπως ξεθυμασμένο.

Κλείσιμο της παρένθεσης.

Συνέχεια της ιστορίας μας.

Ο καιρός περνά και το χωριό μας στέκεται με σιγουριά στο βουνό. Η περιοχή είναι άμεσα εξαρτημένη από το Άγιο Όρος, το οποίο έχει μετόχια και ιδιοκτησίες εδώ. Οι δραστηριότητες της εποχής ακολουθούν διαφορετικούς δρόμους από τους σημερινούς. Τα βουνά είναι ζωντανά. Άλλωστε το λιμάνι του Τσάγεζι, στις εκβολές του Στρυμόνα (συνωνυμία με το Τσάγεζι στις εκβολές του Πηνειού), βρίσκετε πολύ κοντά, κάτι που κάνει τα Λακκοβηκια κέντρο εμπορίου. Τα καπνά και το βαμβάκι της περιοχής είναι ονομαστά, η κτηνοτροφία ανθεί επίσης και οι Τούρκοι ονομάζουν το χωριό «Τσομπάν-κιόϊ», χωριό των βοσκών. Πέτρινα μονοπάτια ανοίγονται στο βουνό και χτίζονται γεφύρια που θυμίζουν Ήπειρο. Άλλωστε υπάρχει στο χωριό διακριτή η Ηπειρώτικη αρχιτεκτονική.

Πέτρινο γεφύρι μονότοξο
Αυτό οφείλετε στην εγκατάσταση Ηπειρωτών μαστόρων γύρω στα τέλη του δέκατου όγδοου αιώνα. Προβλήματα επιβίωσης; Ταραχές στην πατρίδα τους; Δεν ξέρουμε τους λόγους που τους έφεραν κοντά μας, πάντως τελικά αφομοιώνονται από τον ντόπιο πληθυσμό και μόνο κάποια επώνυμα όπως Γουσιος μένουν να μας θυμίζουν αυτή την μετοίκηση. Τα υπόλοιπα επώνυμα πιστοποιούν την Ελληνικότητα του χωριού, Παράσχος, Χαρουπας, Βασιος, Τσιακαλος είναι μερικά από αυτά. Οι κάτοικοι όλοι μιλάνε και τραγουδάνε στην Ελληνική γλώσσα. Λίγο ακατέργαστη αλλά ατόφια. Άλλες εθνότητες δεν μένουν εδώ. Κάποιοι Οθωμανοί υπάλληλοι κατοικούν στις παρυφές του χωρίου, ενώ στα πέριξ υπάρχουν στάνες καθώς και μικροί οικισμοί Τούρκων Κονιάρων (εκ του Ικονίου) . Έτσι οι Λακκοβηκιώτες συνηθίζουν για ασφάλεια να μετακινούνται κατά ομάδες όταν απομακρύνονται. Το κλίμα είναι ιδανικό και οι φυματικοί ανεβαίνουν τακτικά για να αναρρώσουν.

Η εποχή της Οθωμανικής Ειρήνης (ναι υπήρχε και τέτοια) όμως βαίνει στο τέλος της. Γεγονότα μεγάλης βαρύτητας συμβαίνουν στη Βαλκανική. Ξεσπά η Ελληνική επανάσταση και όσο κι αν φαίνεται μακρινή δρομολογεί γεγονότα που θα αλλάξουν για πάντα τα πράγματα ακόμη και σ αυτήν την ήρεμη γωνιά που μελετάμε.

Οι Ρώσοι θέλουν το κράτος που θα προκύψει διέξοδο γι αυτούς στο Αιγαίο.

 Οι Άγγλοι το προτιμούν φράγμα στην Ρωσική κάθοδο. Κερδίζουν οι δεύτεροι. Αναγκαστικά ο Τσάρος επανεφευρίσκει τον Βουλγαρικό εθνικισμό. Η Μακεδονία και η Θράκη μπαίνουν στο μάτι του κυκλώνα.

Βρισκόμαστε στο έτος 1870 όταν ανακηρύσσεται κ αναγνωρίζεται από τους Οθωμανούς η Βουλγαρική Εξαρχία. Ο Παντισάχ έχει τους δικούς του λόγους να πραγματοποιήσει αυτή την αναγνώριση. Είναι η μείωση της Ελληνικής επιρροής στην επικράτεια του και αυτό είναι απόλυτα κατανοητό. Οι Βούλγαροι θέλουν να απομακρύνουν τους βουλγαρόφωνους από την ελληνική παιδεία και να τους ωθήσουν να δηλώσουν ομοεθνείς τους, κάτι που μεσομακροπρόθεσμα θα τους επιτρέψει να διεκδικήσουν οθωμανικά εδάφη. Το πατριαρχείο τους ανακηρύσσει σχισματικούς. Η πατρίδα κοιμάται. Ολόκληρες περιοχές προσχωρούν στον Σλαβισμό, ο οποίος διαθέτει ρούβλια από την Ρωσία, κατηχητές εμπόρους, διανοούμενους, ιερωμένους και ρωσικά όπλα. Όμως η περιοχή του Παγγαίου, όπως και άλλες, μένει παγερά αδιάφορη. Ακόμη και σε Βουλγαρικούς αλυτρωτικούς χάρτες της εποχής εμφανίζετε κατοικημένη το πλείστον από Ελληνικούς πληθυσμούς. Το μόνο που αποτολμά η Βουλγαρική προπαγάνδα σε εθνολογικές μελέτες της είναι να εμφανίζει τον καζά της Ζίχνας να κατοικείται από λιγότερους ανθρώπους ώστε να τους βγουν συνολικά τα νούμερα που θέλουν. Μάταιος κόπος. Τα παιδιά του βουνού είναι και αισθάνονται Έλληνες. Τότε στα 1885 τα Λακκοβήκια ανακαλύπτουν τον Μακεδονικό αγώνα πριν καν τον υποπτευθεί το κράτος των Αθηνών, πριν δράσει ο Ίωνας Δραγούμης και ο Παύλος Μελάς. 1885 και κατά την διάρκεια ενός γάμου στα Λακκοβήκια εμφανίζεται σώμα Βουλγάρων ληστανταρτών που αφού επιδράμει παίρνει μαζί του ομήρους Έλληνες και Τούρκους. Τελικά οι όμηροι απελευθερώνονται έναντι μεγάλου χρηματικού ποσού και συμβολικού χειροφιλήματος ως αναγνώριση εξουσίας στους κομιτατζήδες. Τα χρόνια της αθωότητας έχουν παρέλθει. Έχουμε πόλεμο. Ακήρυκτο μεν αμείλικτο δε.

Είναι μια περίεργη εποχή. Η Βουλγαρική κοινωνία θεωρεί αδιανόητη την μη προσάρτηση της ανατολικής Μακεδονίας. Άλλωστε το πιο μορφωμένο τμήμα της προέρχεται από εκεί. Οι Οσμανλήδες μοιάζουν τελείως αποπροσανατολισμένοι, έτοιμοι να διαλυθούν, το κίνημα των Νεότουρκων όμως, λίγο πριν τους βαλκανικούς πολέμους, θα καταστήσει σαφές ότι διαθέτουν ακόμη σθένος αξιόλογο και θα αναδείξει την μορφή του Κεμάλ. Η Ελληνική κοινή γνώμη αφυπνίζεται και τελικά το κράτος αναλαμβάνει την ευθύνη της διεξαγωγής του Μακεδονικού αγώνα.

Σκέψεις για εγκαθίδρυση ανταρτικών ομάδων στην Λίμνη του Αχινού, κατά το παράδειγμα της Λίμνης των Γιαννιτσών απορρίπτονται, καθώς εδώ ο υδάτινος όγκος περιτριγυρίζεται από υψώματα έτσι που θα ήταν εύκολη η επισήμανση και εξουδετέρωσή τους.

Στον Καζά της Ζίχνας και στην περιοχή του Παγγαίου δρα κυρίως το σώμα του Δούκα με συμμετοχή πολλών ντόπιων ανάμεσα τους και Λακκοβηκιωτών. Επίσης το σώμα του Νταή Κωνσταντίνου ( Τσιάρα). Μας διασώζονται τα ονόματα : Φραγκάλας Κωνσταντίνος του Ευαγγέλου, Τσέλιος Άγγελος του Γεωργίου, Γοργίας Βασίλειος του Ευθυμίου, Τσιάμης (Ηλιάδης)Ιωάννης, Σταμπούλης (Καλόγηρος) Ευάγγελος και Κάλιος Νικόλαος οι οποίοι ήταν στρατολογημένοι στον ένοπλο αγώνα. Σίγουρα όμως υπήρχαν πολλοί περισσότεροι που ήταν αναμεμιγμένοι αν κρίνουμε από τα τοπικά μέλη της Φιλομούσου Αδελφότητας.

Στα 1894 και 1901 εκδίδονται τα βιβλία του Αστέριου Γούσιου«Η ΚΑΤΑ ΤΟ ΠΑΓΓΑΙΟΝ ΧΩΡΑ, ΛΑΚΚΟΒΗΚΙΩΝ ΤΟΠΟΓΡΑΦΙΑ ΗΘΗ ΚΑΙ ΕΘΙΜΑ» και «ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΔΟΣ ΜΟΥ» αντίστοιχα. Έργα μνημειώδη και πολύτιμα για όποιον θέλει να ασχοληθεί με το θέμα. Εκεί , μεταξύ άλλων, ο συγγραφέας επιχειρεί μια πολύ σοβαρή προσπάθεια ετυμολόγησης του ονόματος του χωριού, καταλήγοντας ότι μάλλον έχει σχέση με την κτηνοτροφική παράδοση των κατοίκων. Λάκκος με τα πρόβατα. «βήκα, πρόβατα, παρά του βηκάσθαι, ήτοι μυρηκάσθαι» «βήκιον, πρόβατον» ή με την φράση «λάκκον βεβηκέναι». Κάτι που προφανώς δεν συμμερίσθηκαν οι κρατικοί υπάλληλοι στα χρόνια μετά την απελευθέρωση.

Εκείνη την περίοδο τα Λακκοβήκια βρίσκονται στην μεγαλύτερη ακμή τους.

Διατηρούν βιβλιοθήκη 1200 τόμων, καθώς και σχολείο και αστική σχολή. Περισσότεροι από 250 μαθητές και μαθήτριες φοιτούν σε αυτά σύμφωνα με τα γραφόμενα του Γούσιου.

Στα 1912 ξεκινά ο πρώτος Βαλκανικός πόλεμος με επακόλουθα την συντριβή της Τουρκίας αλλά και μία ρευστή κατάσταση στα νεοκατακτημένα εδάφη μια και κατά την σύναψη της Βαλκανικής συμμαχίας δεν υπήρξε καμία συμφωνία για το μοίρασμα αυτών.

Η περιοχή μας είναι ένα από τα σημεία που συνορεύουν οι Ελληνικές και οι Βουλγαρικές δυνάμεις.

Έτσι τον Μάιο του 1913 εξελίσσονται τα λεγόμενα Γεγονότα του Παγγαίου, όταν οι Βούλγαροι επιτίθενται αιφνιδιαστικά κατά των ελληνικών θέσεων στο Παγγαίο όρος και στη Νιγρίτα.

Ο στρατηγός Μανουσογιαννάκης τηλεγραφεί στην Αθήνα :

«Ελθών προς ενίσχυσην 7ης μεραρχίας εύρων αυτήν εν αποσυνθέσει και μή διαθέτουσαν ουδεμίαν συντεταγμένην δύναμιν. Προσπαθώ να περισώσω ό,τι δύναμαι. Άπασα έκτασις ΒΑ Παγκαίου κατελήφθει υπό Βουλγάρων. » (Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι Σόλων Γρηγοριάδης εκδόσεις εφημερίδας ΤΑ ΝΕΑ)

Ακόμη ένας πόλεμος λοιπόν, ο Δεύτερος Βαλκανικός, όπου Ελλάδα, Σερβία, Μαυροβούνιο, Τουρκία και Ρουμανία αντιπαρατίθενται με την Βουλγαρία, η οποία φυσικά ηττάται. Έτσι στα 1914 η Ελληνική επικράτεια φτάνει μέχρι τον Νέστο.

Τα Λακκοβήκια ανήκουν πλέον στο Ελληνικό κράτος. Βέβαια τα Βουλγαρικά στρατεύματα έχουν πραγματοποιήσει τον πρώτο εμπρησμό του χωριού και οι κάτοικοι έχουν περάσει δια πυρός και σιδήρου, όμως μια νέα περίοδος, ειρηνική αρχίζει.

Μέγα λάθος.

Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος ξεκινάει αμέσως μετά το τέλος των Βαλκανικών και το αλέτρι εξακολουθεί να σκουριάζει.Το τουφέκι θα μιλήσει ξανά.

Η χώρα μας επιλέγει κατ αρχάς να μείνει ουδέτερη, κάτι που δεν είναι όμως καθόλου εύκολο.

Στα 1915 η Βουλγαρία μπαίνει στον πόλεμο ως σύμμαχος των Γερμανών.

Οι πιέσεις για να πάρουμε κι εμείς θέση είναι αφόρητες.

Τελικά οι Γερμανοί, προκειμένου να σεβαστούν την ουδετερότητά μας θέτουν ως όρο να παραχωρηθεί στην Βουλγαρία προσωρινά η περιοχή από τον Νέστο μέχρι τον Στρυμόνα.

Ο Βασιλιάς δέχεται και οι Βούλγαροι επιστρέφουν στα 1916 προς μεγάλη απογοήτευση των κατοίκων.

Πολλοί είναι αυτοί που επιλέγουν να μεταναστεύσουν στις Ελληνοκρατούμενες περιοχές γνωρίζοντας τι θα επακολουθήσει.

Αυτοί που μένουν αντιμετωπίζουν τα σχέδια των γειτόνων για εκβουλγαρισμό της περιοχής.

Τα χωριά Σέμαλτο (Μικρο Σούλι), Προβίστα (Παλαιοκώμη) και Λακκοβήκια καίγονται ολοσχερώς.

Οι κάτοικοι έχουν διορία μίας ώρας για να τα εκκενώσουν.

Καταγράφονται δολοφονίες, κακοποιήσεις γυναικών και λεηλασίες.

Οι περισσότεροι μεταφέρονται στο Ροδολίβος, άλλοι στην Ελευθερούπολη.

Καταναγκαστική εργασία, τρομοκρατία και βια αποτελούν την καθημερινότητά τους.

Τότε ο Βενιζέλος έρχεται στην Θεσσαλονίκη όπου δημιουργεί ξεχωριστή κυβέρνηση και μπαίνει στον πόλεμο στο πλευρό των Αγγλογάλλων.

Η αντίδραση των κατακτητών είναι άμεση και τρομερή. Όλοι οι άντρες από 14 έως 60 ετών στέλνονται όμηροι στην Βουλγαρία σε στρατόπεδα συγκέντρωσης για να εργαστούν υπό απάνθρωπες συνθήκες σε ορυχεία, κατασκευή σιδηροδρόμων ή αγροκτήματα. Λίγοι θα επιστρέψουν. Η τύχη των γυναικόπαιδων που μένουν πίσω είναι κι αυτή τραγική. Κυριολεκτικά πεθαίνουν στην πείνα, ενώ υφίστανται κάθε είδους τρομοκρατία και βία.

Έχουμε να κάνουμε με συστηματική γενοκτονία.

Λίγο καλύτερη είναι η τύχη αυτών που επιλέγουν να μεταφερθούν με τις οικογένειές τους στην Βουλγαρία . Αυτοί συνήθως εργάζονται σε χωράφια σε καλύτερες συνθήκες.

Σύμφωνα με εκτιμήσεις του ερυθρού σταυρού μεταφέρθηκαν περίπου 70.000 όμηροι από τους οποίους οι μισοί δεν γύρισαν ποτέ, αλλά και αυτοί που επέστρεψαν ήταν σε τόσο κακή κατάσταση , ώστε σε λίγο καιρό υπέκυπταν σε ασθένειες και πέθαιναν. Επίσης, μεγάλος αριθμός ζώων και αγροτικών προϊόντων κατασχέθηκε.

Το τέλος του πρώτου παγκοσμίου πολέμου βρίσκει την περιοχή ρημαγμένη και με τον πληθυσμό αποδεκατισμένο.

Οι Λακκοβηκιώτες μένουν σε παράγκες υπό άθλιες συνθήκες.

Έγγραφο της νομαρχίας Σερρών κάνει λόγο για ανάγκη περίθαλψης των κατοίκων του Σέμαλτου, της Προβίστας και των Λακκοβηκίων. Σύμφωνα με έγγραφα του Ερυθρού Σταυρού το χωριό καταστράφηκε ολοσχερώς (C.W. Blegen, Diary 6 November to 3 December 1918. ). Ο Αξιωματικός διοίκησης Δημήτριος Καλιαγκάκης δηλώνει ενώπιον της αρμόδιας Διεθνούς Διασυμμαχικής επιτροπής το 1919 :

« Πολλά χωριά ήταν τελείως κατεστραμμένα και μερικά αποτελούνταν από σωρούς λίθων που αποκάλυπταν τη θέση των χωριών. Μεταξύ των πλέον κυριοτέρων αναφέρω τα Λακοβίκια , την Πρόβιστα και το Σέμαλτον . Το πρώτο κατοικούμενο χωριό που συναντήσαμε ήταν το Ροδολείβος»,ενώ ο Γεώργιος Καραθανάσης, λοχαγός πεζικού ενώπιον της ίδιας επιτροπής, δηλώνει :

 «Στην προέλασή μας περάσαμε από το χωριό Λιακοβίκια, τα οποία είχα επισκεφτεί στα 1915. Τότε είχε 500 σπίτια. Δεν βρήκα παρά μόνο μερικές πέτρες και μερική ξυλεία. Στην περιοχή των χαρακωμάτων και τα βουλγαρικά αμπριά που επισκεφτήκαμε ήταν γεμάτα έπιπλα τα οποία πήραν από χωριά οι Βούλγαροι με τη βία από τα σπίτια». (Τετράδια Βουλγαρικής Κατοχής: Ανατολική Μακεδονία 1916 – 1918. Πρακτικά εξετάσεων μαρτύρων και πορίσματα της Διεθνούς Επιτροπής για την παραπομπή των εγκληματιών στο Διεθνές Δικαστήριο, Επιμελητής Ρουδωμέτωφ Νικόλαος, Εκδόσεις: Ιστορικό και Λογοτεχνικό Αρχείο Καβάλας 2008)

Οι όμηροι επιστρέφουν με δικά τους μέσα, σε κατάσταση που απέχει πολύ από την ανθρώπινη. Ο Ερυθρός Σταυρός στέκεται έκπληκτος μπροστά στην απουσία πρόνοιας του Ελληνικού κράτους γι αυτούς τους ανθρώπους. Οι Βούλγαροι τους ζητάνε εισιτήρια όταν ανεβαίνουν στα τραίνα επιστροφής. Ένα δράμα το οποίο μένει ξεχασμένο, επισκιασμένο από την μετέπειτα Μικρασιατική Καταστροφή και τις συνέπειές της.

Το χωριό βέβαια ξαναχτίζεται. Κάποια σπίτια όμως θα μείνουν για πάντα ερείπια.

Δημιουργείται ο οικισμός των Κάτω Λακκοβηκίων στην θέση του σημερινού Οφρυνίου, ο πυρήνας του πληθυσμού του οποίου είναι αρχικά Λακκοβηκιώτικος και κατόπιν συμπληρώνεται από Μικρασιάτες πρόσφυγες.

Βρισκόμαστε στα τέλη της δεκαετίας του είκοσι όταν η αμάθεια κάποιων κρατικών υπαλλήλων τους κάνει να θεωρήσουν το όνομα του χωριού σλαβικό και το μετατρέπουν σε Μεσολακκιά. Ας είναι. Η λίμνη- βάλτος του Αχινού αποξηραίνεται στα επόμενα χρόνια δημιουργώντας νέα καλλιεργήσιμα εδάφη.

Ο Δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος ξεσπά το 1940 και σαν αποτέλεσμα έχει νέα Βουλγάρικη κατοχή για την περιοχή από τον Νέστο μέχρι τον Στρυμόνα. Βούλγαρος δάσκαλος, Βούλγαρος παπάς και κοινοτάρχης εγκαθίστανται στο χωριό, ενώ πολλοί κάτοικοι επιστρατεύονται σε τάγματα καταναγκαστικής εργασίας τα λεγόμενα Ντρουρντουβάκια. Γενικά όμως αυτή η κατοχή είναι ελαφρώς ηπιότερη των προηγούμενων. Οι Βούλγαροι προσπαθούν περισσότερο να προσεταιριστούν παρά να εξοντώσουν.

Οι ακρότητες όμως δεν λείπουν και τώρα.

Η απελευθέρωση στα 1945 μας φέρνει όχι την ανάσταση αλλά τον εμφύλιο πόλεμο με δραματικές καταστάσεις και βαρβαρότητες εκατέρωθεν.

Η καλλιέργεια των αγρών γίνεται επικίνδυνη υπόθεση καθώς ελοχεύει ο κίνδυνος καθόδου των ανταρτών και της βίαιης στρατολόγησης των χωρικών. Η λήξη του αδελφοκτόνου πολέμου αφήνει πληγές που θα αργήσουν να κλείσουν.

«Τα Λακκοβήκια του Παγγαίου» του Βαγγέλη Θ. Γιόρτσιου
Τελικά βέβαια έρχεται η πολυπόθητη ειρήνη και τα Λακκοβήκια επανακάμπτουν. Το χωριό εξαντλημένο και με πολλά από τα παιδιά του νεκρά ή φευγάτα, ξαναβρίσκει τον δρόμο προς την πρόοδο. Έχουμε και πάλι να κάνουμε με το κέντρο των εξελίξεων στο Παγγαίο.

Ό,τι όμως δεν κατάφεραν να κάνουν οι αλλεπάλληλοι πόλεμοι, θα το καταφέρει τελικά η έλλειψη δρόμου και η απόσταση των χωραφιών, κάτι που εξαντλεί τους κατοίκους και κάνει τους κόπους τους να είναι χωρίς αντίκρισμα. Οι Λακκοβηκιώτες περπατούσαν ατελείωτα χιλιόμετρα μέχρι να φτάσουν στα χωράφια τους και πολλές φορές αναγκάζονταν να μένουν για μέρες σε παράγκες μακριά από τα σπίτια τους, μέχρι να τελειώσουν τις αγροτικές εργασίες, που δεν μπορούσαν να περιμένουν. Προβλήματα είχαν και οι μαθητές του Γυμνασίου που έπρεπε να νοικιάζουν σπίτια σε άλλες κωμοπόλεις. Όσο γι αυτούς που αντιμετώπιζαν θέματα υγείας είχαν μπροστά τους έναν Γολγοθά. Γενικά οι κάτοικοι του παλιού χωριού κατέβαλαν τεράστιες προσπάθειες προκειμένου να επιβιώσουν, να μορφωθούν και να απολαύσουν βασικά αγαθά. Από την άλλη οι λόγοι που έκαναν αναγκαία στο παρελθόν την άνοδο σε ορεινές τοποθεσίες, πόλεμοι, επιδρομές, ελονοσία είχαν εκλείψει (καθώς και η Λίμνη του Αχινού αποξηράνθηκε την περίοδο 1928-1932). Έτσι οι Λακκοβηκιώτες είχαν να διαλέξουν ανάμεσα σε δύο λύσεις.

 Η μία ήταν να αφήσουν το χωριό να παρακμάσει και να οδηγηθεί σε έναν αργό θάνατο. Η άλλη λύση, που τελικά επιλέχθηκε, ήταν να το μεταφέρουν σε ένα καλύτερο σημείο. Έτσι θα εξασφάλιζαν την επιβίωση της κοινότητας, έστω και σε μία άλλη τοποθεσία.

Το 1965 η κοινότητα εγκαταλείπεται για να δημιουργηθεί η Νέα Μεσολακκιά, 12 χιλιόμετρα κάτω από την τοποθεσία του παλιού χωριού στην θέση Παναήρι (την Πανυγηρίστρα των υστεροβυζαντινών χρόνων).

Πολύ γρήγορα αυτή ακμάζει και γίνεται πρότυπο για τους γείτονές της. Δυστυχώς όμως τα παλιά σπίτια στα Λακκοβήκια εγκαταλείπονται στο έλεος της φθοράς του χρόνου και σε όποιον θέλει να βρει δωρεάν οικοδομικά υλικά ή να δοκιμάσει την τύχη του σαν κυνηγός θησαυρών.

Σήμερα δεν απομένουν και πολλά πράγματα, ούτε πολλές ελπίδες για τα Λακκοβήκια. Το γεγονός ότι τα περισσότερα σπίτια έχουν μπερδεμένο ιδιοκτησιακό καθεστώς, αφού δεν έχουν ξεκαθαρίσει τα λεγόμενα κληρονομικά, κάνει δύσκολη την αξιοποίησή τους. Αυτοί που μεγάλωσαν στο παλιό χωριό διακατέχονται από νοσταλγία γι αυτό, ενώ η καινούρια γενιά που στερείται αναμνήσεων έχει μια διάθεση επανασύνδεσης με αυτό.

Τα Λακκοβήκια στέκουν εκεί, περιμένοντας τα παιδιά τους να τα ανακαλύψουν και πάλι.

Άλλωστε έχουν δει και έχουν περάσει πολλά, δεν θα πέσουν έτσι εύκολα στη λήθη.

Μόνο κάποιοι ρομαντικοί επιμένουν στην αναβίωση τους.

Όμως αν κοιτάξουμε γύρω μας, ό,τι αξίζει πραγματικά δημιουργήθηκε από κάτι τέτοιους ρομαντικούς. Από αυτούς που οι πολλοί τους λέγανε ονειροπόλους και τους κάνανε να γελάνε με τις εμμονές τους.

*Ο Βαγγέλης Θ. Γιόρτσιος γεννήθηκε στη Γερμανία και μεγάλωσε στην Παλαιοκώμη Σερρών. Σήμερα ζει και εργάζεται στη Θεσσαλονίκη.

_____________________________________

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

-Δ. Αγορίτσας, Ιστορική Γεωγραφία του Στρυμόνα 7ος– 12ος αιώνας, Αδημοσίευτη πτυχιακή εργασία.

-Γούσιος Α., Η Κατά το παγγαίον χώρα, Λειψία 1894, Επανέκδοση από τις Εκδόσεις Καπάνι, Θεσσαλονίκη 1999.

-Μερτζίδης Στ. ,Αι χώραι του παρελθόντος και οι εσφαλμένες τοποθετήσεις αυτών, Αθήναι 1885.

– Ζωρογιαννίδης Κ. ,Ημερολόγιον πορειών και πολεμικών επιχειρήσεων 1912-13, Εκδόσεις Ιδρυμα Μελετών χερσονήσου του Αίμου 1975.

– Θεοχαρίδη Γ., Κατεπανίκια της Μακεδονίας, Εκδόσεις Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών Θεσσαλονίκη 1954.

 – Καντσώφ Β., Εθνογραφία και στατιστική Makedonia Ethnographia Statistica , Σόφια 1900.

-Κοκκίνης Ν., Η Μεσολακκιά Σερρών, Ιδιωτική έκδοση.

-Πραζιούτης Ι., Ζίχνη-Φυλλίδα Το χρυσάφι των Σερρών, Ιδιωτική έκδοση Νέα Ζίχνη 1997.

-Σαμσάρης Δ., Ιστορική γεωγραφία της Ανατολικής Μακεδονίας κατά την Αρχαιότητα, Εκδόσεις Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών 1976.

– Σαμσάρης Π., Βυζαντινοί Τόποι, Εθνικό Αρχείο Διδακτορικών Διατριβών 2004.

-Σκαλίδης Φ., Κοντά στις ρίζες των Ελλήνων Το Παγγαίο μέσα στην ιστορία, Ιδιωτική έκδοση Θεσσαλονίκη 1981.

-Φιλιππίδης Ν., Μακεδόνικα – Περιήγησις τών έν Μακεδονία επαρχιών, 1876.

-Φυνδάνης Β., Το χρυσοφόρο Παγγαίο στην παγκόσμια ιστορία, Ιδιωτική έκδοση 2004.

– W. REGEL, E. KURTZ ET В. KORABLEV, ACTES DE..ZOGRAPHOU PUBLIES PAß, Aρχεία Μονής Ζωγράφου

-Κωνσταντίνος Μουστάκας, Η δημογραφική κρίση τον ύστερο Μεσαίωνα στον Ελληνικό χώρο η περίπτωση της Νοτιο-Ανατολικής Μακεδονίας (14ος-15ος ΑΙ.)

-Σόλων Ν.Γρηγοριάδης, Φοβερά Ντοκουμέντα οι Βαλκανικοί πόλεμοι,Εκδόσεις εφημερίδας«ΤΑ ΝΕΑ».

-Κ. Βακαλόπουλος, Το Μακεδονικό ζήτημα.

-Ο Μακεδονικός Αγών και τα εις Θράκην γεγονότα, Γεν. Επιτελείον Στρατού Διεύθυνσις Ιστορίας 1979.

-Χανδρινός Ιάσονας, Ο Β΄Βαλκανικός πόλεμος, Εκδόσεις εφημερίδας «ΕΘΝΟΣ».

-Καρλ Μέντελσον Μπαρτόλντι, Επίτομη ιστορία της Ελληνικής επαναστάσεως.

-Κραβάρη Βασιλική, Αρχεία Μονής Παντοκράτορα.

– Ν. Ζήκος, Ο Ναός των Αγίων Θεοδώρων στα Λακκοβήκια.

– C.W. Blegen, Diary 6 November to 3 December 1918. ΑΡΧΕΙΑ ΕΡΥΘΡΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ

-Αφανείς γηγενείς Μακεδονομάχοι, Εκδόσεις Εταιρίας Μακεδονικών Σπουδών.

-«Γάμος και κομίται εν Λακχοβικιοις»,Αρχεία εφημερίδας «Φάρος της Μακεδονίας» 1885

 -Κάρτσιος Β., Η γεννοκτονία του Ελληνισμού της Ανατολικής Μακεδονίας.

– Βασίλ Κάντσωφ, Εθνογραφία και στατιστική, 1900.

-Κυριάκου Παπακυριάκου, Ιστορία του νομού Σερρών κατά την Αρχαιότητα,Πηγή διαδυκτιακά.

-Παπασυνοδινός,Το χρονικό των Σερρών, 16ος αιωνας

-Τετράδια Βουλγαρικής Κατοχής: Ανατολική Μακεδονία 1916 – 1918., Πρακτικά εξετάσεων μαρτύρων και πορίσματα της Διεθνούς Επιτροπής για την παραπομπή των εγκληματιών στο Διεθνές Δικαστήριο, Επιμελητής Ρουδωμέτωφ Νικόλαος, Εκδόσεις: Ιστορικό και Λογοτεχνικό Αρχείο Καβάλας 2008

– Leake Martin William, Travels in Northern Greece, Λονδίνο 1835.

-Μάγδα Παρχαρίδου Αναγνώστου,Χειρόγραφη πρόθεση του 18ου αιώνα από τη Μονή Εικοσιφοίνισσας.

-Τσαρούχας Ι.-Μπονόβας Ν., Τα Μετόχια Γενίκιοι Αγιασμάτι Προβίστα της Μονής Παντοκράτορος Αγίου Όρους στην περιοχή Σερρών.

-Ιστορική Γεωγραφία της Ελλάδοις και της Ανατολικής Μεσογείου Συλλογικός τόμος, Επιμέλεια Δρακούλης-Τσότσος Πανεπιστήμιο Αιγαίου τμήμαΓεωγραφίας ΑΠΘ Τμήμα Αρχιτεκτόνων Πολυτεχνικής σχολής

-Σχινάς θ.Νικόλαος, Οδοιπορικαί σημειώσεις Μακεδονίας Ηπείρου, Αθήναι 1896.

– Ηροδότου Ιστορία.

– Αποστολίδης Δ.,Χρυσόβουλλο του Αυτοκράτορα Μανουήλ Β΄ Παλαιολόγου,

Περί τῶν κτημάτων τῆς Μονῆς Παντοκράτορος ἐν Μακεδονίᾳ καί Θάσῳ

Ἰανουάριος 1394.

-Ν. Ι. Μέρτζος , Εμείς οι Μακεδόνες, Εκδόσεις Κορνηλία Σφακιανάκη 2004

ΑΡΘΡΑ

– Μπονόβας Ν., Το Ιστορικό ανοικοδόμησης και τοιχογράφησης του Καθολικού της Μονής Ξηροποτάμου Αγίου Όρους και η συμβολή των Σερραίων στην ολοκλήρωσή του τον 18ο Αιώνα,Άρθρο δημοσιευμένο στο περιοδικό Σερραϊκά σύμεικτα.

-Γ.Α.Πίκουλα, Τα Αρχαία υδραγωγεία της Αμφίπολης.

– Θ. Δ. Λυμπεράκη, Mύθοι και λατρείεςτου Παγγαίου.

– Xάιδω Κουκουλη-Χρυσανθακη, Aρχαια ιστορια και αρχαιοτητες.

-Καλλιόπη Λαζαρίδου, H αρχαία Aμφίπολη.

-Mιχάλη Βαβελίδη, Tο χρυσοφόρο Παγγαίο.

– N. Ζήκου, Tο Παγγαίο στους βυζαντινούς χρόνους.

– Γιάννα Μήτσου, Παραδοσιακή αρχιτεκτονική.

-Θόδωρος Γρηγοριάδης, Ο φύλακας στο βουνό.

© schooltime.gr