Η περιφρόνηση των κανόνων της προοπτικής, το γεωμετρικό λεξιλόγιο οι στερεομετρικές διατυπώσεις και η περιορισμένη χρωματική κλίμακα αποτελούν μια άλλη μεγάλη δημιουργική νοητική σύλληψη με επαναστατικές διαστάσεις στην τέχνη. ΟΙ «μικροί κύβοι» του Ζωρζ Μπρακ και η αναλυτική και συνθετική μορφή του Κυβισμού εστιάστηκαν και απέδωσαν το ουσιαστικό περιεχόμενο αγνοώντας την αναπαραγωγή της πραγματικότητας και τα στοιχεία αυτά διαφαίνονται στο έργο-σταθμό του Πάμπλο Πικάσο οι «Δεσποινίδες της Αβινιόν» (1907).

Αντίστοιχα στην Ελλάδα ο κυβισμός παίρνει μορφή μέσα από το εικαστικό έργο που δημιούργησε ο Νίκος Χατζηκυριάκος Γκίκας.

Το πρώτο μεγάλο κίνημα στη ζωγραφική του 20ου αιώνα δημιουργήθηκε από μια ανομοιογενή ομάδα Γάλλων δημιουργών που ο κριτικός Louis Vauxcelles το 1905 χαρακτήρισε ως θηρία (fauves). Ο Φοβισμός απόρριψε τη ρεαλιστική αναπαράσταση της εξωτερικής όψης του κόσμου και έδωσε προβάδισμα στην υποκειμενική ερμηνεία του θέματος. Τα ζωηρά μη φυσιοκρατικά χρώματα κυριάρχησαν πάνω στη φόρμα ενώ η σχηματοποίηση συνοδεύεται από διακοσμητικά και αρμονικά στοιχεία. Στο Βάγκ Γκογκ, Γκωγκέν και Σεζάν υπάρχουν οι αφετηρίες του Φοβισμού, ενώ ηγετική μορφή είναι ο Ανρί Ματίς. Σημαντικοί Φοβιστές ζωγράφοι είναι και οι Αντρέ Ντεραίν, Ρέουν Ντυφύ και Ζωρζ Ρουώ.  

Από την γλώσσα των παιδιών επιλέχτηκε τυχαία η λέξη Dada (από το άλογο)που έδωσε την ονομασία Ντανταϊσμός στο ευρύτερο καλλιτεχνικό κίνημα που διαμαρτυρήθηκε έντονα για την υποκρισία και τον παραλογισμό της εποχής του. Έτσι το 1916,από το καμπαρέ των καλλιτεχνών Voltaire της Ζυρίχης γεννήθηκαν οι τάσεις καταστροφής που απέρριπταν κάθε παραδοσιακή μορφή τέχνης. Στον κύκλο καλλιτεχνών της Ζυρίχης υπήρξαν οι ποιητές, Hugo Ball, Tristian Tzara, Richard Hulsenbeck και οι ζωγράφοι Jean Arp, Marcel Janko. Η ακμή του διήρκεσε ως το 1922.Ο Ντανταϊσμός εξαπλώθηκε στη συνέχεια και σε άλλες Ευρωπαϊκές πόλεις και στη Νέα Υόρκη με πρωταγωνιστές τους Francis Picabia και .Marcel Duchamp. Με την ανατροπή των παραδοσιακών αξιών και την επικράτηση του τυχαίου στοιχείου κληροδότησε ιδέες στο Σουρεαλισμό που υπήρξε η συνέχεια του.

Η υπέρβαση της πραγματικότητας, με το όρο Σουρεαλισμός, επινοήθηκε από τον Γκιγιόμ Απολώλανα το 1917 και αφορά το ομώνυμο λογοτεχνικό και καλλιτεχνικό κίνημα που εκδηλώθηκε στη Γαλλία. Το 1924 με την «διακήρυξη του Σουρεαλισμού» από τον Αντρέ Μπρετόν, το κίνημα περιγράφεται ως καθαρά ψυχικός αυτοματισμός, χωρίς κανένα έλεγχο της λογικής και πέρα από κάθε αισθητική ή ηθική ανησυχία. Συνθέτει μια υπερπραγματικότητα μέσω του ονείρου και του υποσυνείδητου με το παράλογο το υπερλογικό το τυχαίο και το απρόοπτο. Στοιχεία του είχαν όλοι οι δημιουργοί του παρελθόντος από τον Ιερώνυμο Μπος μέχρι τον Γκόγια, όπως επίσης στη μεταφυσική ζωγραφική και στον Ντανταϊσμό. Σπουδαίοι εκπρόσωποι ήταν οι , Μαξ Ερνστ, Σαλβαντόρ Νταλί, Ρενέ Μαγκρίτ, Υβ Τάνγκυ, Χουάν Μιρό, Αντρέ Μασσόν και στον Ελληνικό χώρο οι Νίκος Εγγονόπουλος, Αλέκος Γκίνης, Γιώργος Δέρπαπας και Βασίλης Κελαιδής.

Αντίθετα, με σκοπό μια τέχνη κατανοητή από το λαό, αναπτύχθηκε στη Σοβιετική ένωση ο Σοσιαλιστικός υπερρεαλισμός, μια σύγχρονη άποψη του ρεαλισμού και καθιερώθηκε το 1934 ως επίσημη τέχνη της. Με καθαρά ρεαλιστικό λεξιλόγιο διαπραγματεύεται την κοινωνική πάλη του ανθρώπου. Οι εξιδανικευμένες εικόνες εργατών από διάφορες φυλές και επαγγέλματα που προσφέρονται ως το πρότυπο του σοσιαλιστικού πολίτη είναι ενδεικτικές για το ιδεολογικό υπόβαθρό του. Ορισμένα έργα του Βάλια Σεμερτζίδη εντάσσονται στα πλαίσια του.

Λίγο πριν τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο στη Ρωσία και αργότερα στην Ευρώπη και στις Ηνωμένες Πολιτείες το κίνημα του Κονστρουκτιβισμού συνδέει την νόηση και την αισθητική αντίληψη με την τεχνολογική πρόοδο. Η νοητική διεργασία στηρίζεται σε μαθηματικούς υπολογισμούς και καταλήγει στην απεικόνιση φαινομενικά χρηστικών μορφών με έμφαση στα δομικά στοιχεία και στους γεωμετρικούς τύπους. Στο «Ρεαλιστικό Μανιφέστο» (1920) αναδεικνύονται ως θεμελιακά στοιχεία για την τέχνη, ο χώρος και ο χρόνος και λιγότερο η μάζα και ο όγκος. Στην Ελλάδα κονστρουκτιβιστικά στοιχεία παρουσιάζουν τα έργα της Οπυς Ζούνη και του Κοσμά Ξενάκη.

Την δεκαετία του 1950 εμφανίστηκε η Νεοπαραστική τέχνη, ένας όρος που περιλαμβάνει ποικίλες τάσεις που αποτελούν απάντηση στην προσπάθεια επιβολής των αφηρημένων ρευμάτων. Χρησιμοποιεί εικονιστικούς τύπους, ταυτόχρονα όμως αποκόβεται από την παραδοσιακή παραστατική τέχνη εξαιτίας του άκρως υποκειμενικού χαρακτήρα της. Στα πλαίσια της εντάσσονται υφολογικά ανεξάρτητες τάσεις, όπως ο νεορεαλισμός, ο νεοντανταϊσμός και η ποπ-αρτ, στοιχεία των οποίων αξιοποιεί στην Ελλάδα ο Παύλος. (Διονυσόπουλος)

Φυσικά και στα άλλα μεγάλα κινήματα (όπως στην Αναγεννησιακή ζωγραφική, την Αφαίρεση, την Γεωμετρική αφαίρεση, την Λυρική αφαίρεση, τον Μανιερισμό, την Μεταφυσική ζωγραφική, τον Πουαντιγισμό ή Νεομπρεσιονισμό, τον Ρεαλισμό και Ρομαντισμό ακόμη και στις εμμονές της Σχολής του Μονάχου, των υπαιθριστών και του Ακαδημαϊσμού) αποκαλύπτεται η ενόραση της σύλληψης, η επαναστατικότητα, η συνθετική μεταξύ των διαφόρων πνευματικών εκφάνσεων, η φιλοσοφική αναζήτηση, καθώς και αυτή η αλληλεξάρτηση πνευματικού-ψυχικού κόσμου που ωθεί σε αυτή τη μαγική εκφραστική πολυμορφία.

Σε αυτό το συναρπαστικό παιχνίδι της αναζήτησης της δημιουργίας και της αισθητικής σύλληψης διαμορφώνεται και εμπλουτίζεται συνεχώς το λεξιλόγιο της εικαστικής δημιουργίας που όπως και οι δυνατότητες της νόησης είναι απύθμενο και ατέλειωτο.

 Η δημιουργία είναι ένα έργο αέναο όπως δηλώνει και ο όρος Non Finito για το έργο, που σκόπιμα μένει ατελείωτο , επειδή ο δημιουργός πιστεύει ότι οι προθέσεις του ολοκληρώνονται καλύτερα όταν αφήνει περιθώριο για ποικίλες προεκτάσεις και εικασίες. Γνώση που διέθεταν καλλιτέχνες όλων των εποχών, όπως ο Μιχαήλ Άγγελος και ο Λεονάρντο ντα Βίντσι που παρόλη την τελειοποίηση της τεχνικής, άφησαν σκόπιμα έργα τους ανολοκλήρωτα.

Απόσπασμα από το δοκίμιο συγκριτικής γνωσιολογίας

«ΕΝΟΡΑΣΗ & ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ»

(ανέκδοτο)

*Εικ.: Πάμπλο Πικάσο οι «Δεσποινίδες της Αβινιόν» – απόσπασμα (1907)

Θανάσης Πάνου*

© schooltime.gr

Δείτε ακόμα: «Κινήματα και Εικαστικά Ρεύματα – Α’ μέρος»