Ελλάδα 2016. Η ανεργία στα ύψη. Ολοένα και περισσότεροι νέοι μεταναστεύουν σε χώρες του εξωτερικού αναζητώντας μια καλύτερη τύχη. Ολοένα και περισσότεροι πτυχιούχοι σπουδαίων τμημάτων εγκαταλείπουν τη χώρα τους αναζητώντας μια καλύτερη ζωή. Καλύτερη ζωή; Ποια καλύτερη ζωή μακριά από την οικογένεια του, το φιλικό περιβάλλον του και τη χώρα του μπορεί να επιθυμεί πόσο μάλλον να επιδιώκει ένας 22χρονος γεμάτος όνειρα και όρεξη για δουλειά; Θα με αντέκρουε κάποιος με το εξής ερώτημα: Πόσοι και πόσοι γονείς δεν παροτρύνουν τα παιδιά τους να εγκαταλείψουν την Ελλάδα ώστε να αποκατασταθούν επαγγελματικά αφού εδώ η κατάσταση πηγαίνει από το κακό στο χειρότερο; Οι περισσότεροι θα απαντούσα και δεν έχει κι άδικο. Ο κάθε γονιός ονειρεύεται το καλύτερο για το παιδί του, αυτό είναι αναντίρρητο. Και το εξωτερικό, είτε είναι Ευρωπαϊκή χώρα είτε μιλάμε για υπερπόντιο ταξίδι φαντάζει η μοναδική λύση. Λύση όχι όμως απαραίτητα και προσωπική επιλογή ή επιθυμία. Τις περισσότερες φορές θυμίζει αναγκαστική προσγείωση αεροσκάφους για να εξασφαλιστεί η επιβίωση των επιβαινόντων.

Στο εξωτερικό ‘κυνηγάνε’ τα  ταλέντα και τα αξιοποιούν, ο κάθε εργαζόμενος αξιολογείται ορθά και αμείβεται παραπάνω από ικανοποιητικά για την προσφορά του στην παραγωγή ενός αγαθού ή μιας υπηρεσίας, είναι μερικά από τα πλεονεκτήματα που ακούγονται για την επαγγελματική πορεία εκτός συνόρων. Αντίθετα, στην Ελλάδα ‘κυνηγάμε’ το μέσον, το ρουσφέτι, και  κυρίως το βόλεμα στο δημόσιο. «Γίνε δάσκαλος, παιδάκι μου, να διοριστείς στο δημόσιο, να εξασφαλίσεις το μισθό σου και δεν θα μπορεί να σε ‘κουνήσει’ κανείς. Θα κάθεσαι 3 μήνες το καλοκαίρι συν τα Σαββατοκύριακα ενώ θα πληρώνεσαι κανονικά »,  ήταν η παρότρυνση-συμβουλή του γονιού προ δεκαετίας που είχε φάει τη ζωή με το κουτάλι και ήξερε κάτι παραπάνω. Κι έτσι φτάσαμε ως εδώ. Κοσμοπλημμύρα στο δημόσιο τομέα, διόγκωση μισθών και το ρουσφέτι έγινε το αγαπημένο  σπορ των Ελλήνων. Δε πειράζει που ο γείτονας άξιζε περισσότερο την οργανική θέση που κατέχω εγώ στην σχολείο της συνοικίας μου, εγώ είχα γερό βουλευτικό μέσον. Τι στο καλό, χαμένοι θα πάνε οι 100 σταυροί που με τόσο κόπο του έδωσα; Μου χρωστά αιώνια ευγνωμοσύνη και πρέπει να βολέψει μέχρι και τα εγγόνια μου.

Αυτή η νοοτροπία οδήγησε τη χώρα μας στην κατρακύλα. Κανονικά δεν θα έπρεπε κανείς να απορεί για την σημερινή κατάσταση. Ένας έξυπνος και νοήμων άνθρωπος έπρεπε να το ξέρει. Αυτό, όμως,  που με θυμώνει πραγματικά είναι ότι η στάση και η νοοτροπία αυτή επιβιώνει σαν κληρονομικό μίασμα από γενιά σε γενιά. Κανένας νέος δεν αντιστάθηκε στο μέσον του μπαμπά, κανένας δεν έβαλε φρένο σ’ αυτήν την ρουσφετολογία. Αντίθετα, την έκανε κτήμα του και την φύλαξε σαν σπουδαίο κληροδότημα για τη μελλοντική γενιά. Λίγο πολύ όλοι έχουν κάνει εξυπηρέτηση σε κάποιον πολιτικό, οπότε αυτομάτως ενεργοποιείται ο μηχανισμός των αρχαίων ημών προγόνων ‘δώρον-αντίδωρον’.

Και μετά αναρωτιόμαστε όλοι γιατί οι νέοι φεύγουν, γιατί ανοίγουν τα φτερά τους για μια ξένη χώρα με εντελώς αλλιώτικη νοοτροπία. Διότι η Ελλάδα είναι μια σύγχρονη Μήδεια που καταβροχθίζει τα παιδιά της με ευκολία. Γιατί εμμέσως πλην σαφώς αναγκάζονται. Αναγκάζονται να ξενιτευτούν για να μην μαραζώσουν σε μια χώρα που τα τελευταία χρόνια το μόνο που κάνει καλά είναι  να παράγει ανθρωπόμορφους πολιτικούς που στο βωμό του προσωπικού κέρδους έχουν προδώσει έθνος, πατρίδα, θρησκεία, προγονικά ιδανικά κι αξίες στις οποίες στηρίχτηκε ο αρχαιοελληνικός πολιτισμός. Είναι κρίμα πραγματικά να μην έχουμε αξιωθεί τίποτα από το ένδοξο παρελθόν του πολιτισμού μας. Κι αν κάποτε η Ελλάδα ήταν ο πυλώνας της δικαιοσύνης, της αξιοκρατίας, της ισοπολιτείας και της ισονομίας κι έδινε τα φώτα της στους άλλους λαούς, σήμερα έχει κατεβάσει χρεωκοπημένη τον γενικό.-

Παναγιώτα Κόττα
Φιλόλογος
e-mail: [email protected]

© schooltime.gr – Άρθρα αναγνωστών