Ένα μεγάλο ερώτημα όλων των γονιών είναι πότε θα μιλήσουν τα παιδιά τους, για να ακολουθήσει το επόμενο ερώτημα αν τα «λέει καλά» και να συνεχιστεί με το αν «είναι φυσιολογικό όπως τα λέει». Η πρώτη γρήγορη απάντηση είναι ότι από πολύ νωρίς το παιδί μαθαίνει να χρησιμοποιεί την μητρική του γλώσσα μέσα από το στενό του περιβάλλον με την απλή έκθεση του στην αυθόρμητη χρήση της γλώσσας. Σίγουρα τα παιδιά δεν γεννιούνται διαθέτοντας Λεξικό, με λίγα λόγια γεννιούνται και δεν γνωρίζουν καμία λέξη.

Φυσικά τόσο οι γονείς όσο και οι υπόλοιποι ενήλικες που μιλούν στα παιδιά δεν χρησιμοποιούν μεμονωμένες λέξεις για να τις διδάξουν σε αυτά (κάτι που δεν χρειάζεται), αλλά χρησιμοποιούν προτάσεις μέσα από ένα λόγο συνεχή (ρέοντας λόγος), ο οποίος μπορεί να εμπεριέχει λάθη (γραμματικά-συντακτικά), αλλοιώσεις ήχων και φυσικά σε όλα τα προηγούμενα προστίθεται η επίδραση του θορύβου από το περιβάλλον, που δεν μπορεί να απομονωθεί. Ως γνωστόν τα σπίτια μας είναι γεμάτα από ενοχλητικούς θορύβους προερχόμενοι από την τηλεόραση, το ραδιόφωνο, ή ακόμα από τα ίδια άτομα της οικογένειας που μιλούν ο ένας πάνω στον άλλο επηρεάζοντας τον τρόπο με τον οποίο τα παιδιά κατακτούν τις λέξεις στα πρώιμα στάδια ανάπτυξής τους.

 Γνωρίζουμε πλέον ότι τα περιβάλλοντα με θόρυβο μπορεί να μειώσουν την ικανότητα της γλωσσικής κατάκτησης, κάτι που τόσο οι γονείς όσο και οι ενήλικες που εμπλέκονται στην καθημερινότητα των παιδιών θα πρέπει να το γνωρίζουν και να το λαμβάνουν υπόψη τους ιδιαίτερα όταν προσπαθούν να επικοινωνήσουν και να αλληλεπιδράσουν μαζί τους. Για να το καταλάβουμε καλύτερα στο περιοδικό Child Development περιγράφεται ακριβώς η παραπάνω επίδραση του περιβάλλοντος μέσα από τρία πειράματα. Τα δυο πρώτα πειράματα μέτρησαν την ικανότητα των παιδιών, ηλικίας 22-24 μηνών και 28-30 μηνών, στην αναγνώριση άγνωστων πραγματικών λέξεων μέσα από προτάσεις. Από τα αποτελέσματα φάνηκε ότι μόνο τα παιδιά που είχαν εκτεθεί στο πιο ήσυχο περιβάλλον μπορούσαν να μάθουν τις λέξεις και για τις δυο ηλικιακές ομάδες.

Το να ακούνε τα παιδιά νέες λέξεις χωρίς παρασκηνιακό θόρυβο, πριν ακόμα μάθουν σε ποια αντικείμενα αντιστοιχούν οι νέες αυτές λέξεις, μπορεί να αρκεί για να τα βοηθήσει να τις κατακτήσουν ευκολότερα.

Στο τελευταίο πείραμα οι ερευνητές παρουσίασαν δυο νέες λέξεις μέσα από προτάσεις που διάβαζαν δυνατά σε παιδιά ηλικίας 27-30 μηνών σε ήσυχο περιβάλλον. Αφού εκπαίδευσαν τα παιδιά στην αντιστοίχηση λέξης- αντικειμένου πρόσθεσαν άλλες δυο νέες λέξεις από τα δυο προηγούμενα πειράματα αλλά σε πιο θορυβώδες περιβάλλον. Τα αποτελέσματα κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι τα παιδιά μπορούσαν να μάθουν μόνο τις πρώτες λέξεις που είχαν ακούσει σε ήσυχο περιβάλλον.

Τα συμπεράσματα λοιπόν καταλήγουν στο εξής: “Το να ακούνε τα παιδιά νέες λέξεις σε ρέοντα αυθόρμητο λόγο χωρίς παρασκηνιακό θόρυβο, πριν ακόμα μάθουν σε ποια αντικείμενα αντιστοιχούν οι νέες αυτές λέξεις, μπορεί να τα βοηθήσει να κατακτήσουν ευκολότερα ένα νέο λεξιλόγιο. Αλλά ακόμα και όταν το περιβάλλον είναι θορυβώδες, εφιστώντας την προσοχή των παιδιών στον θόρυβο των νέων λέξεων μπορούμε να τα βοηθήσουμε να αντισταθμίσουν την επίδραση του περιβάλλοντος.”

Πέρα όμως από την επίδραση του περιβάλλοντος αυτό που θα πρέπει να γνωρίζουμε είναι ότι η κατάκτηση της γλώσσας γίνεται μέσα από αναπτυξιακά στάδια που ισχύουν για όλα τα παιδιά και σε όλες τις γλώσσες μέσα στα πρώτα 3 χρόνια τους. Δηλαδή αρχίζουν όλα τα παιδιά απόλυτα φυσικά με μεμονωμένες λέξεις, ακολουθεί η σύνθεση φράσεων δύο λέξεων και αργότερα προτάσεων με περισσότερες λέξεις κτλ. Συνήθως αρχικά χρησιμοποιούν λέξεις σημασιολογικού περιεχομένου, δηλαδή ουσιαστικά, ρήματα, επίθετα κι επιρρήματα και παραλείπουν λέξεις που έχουν περισσότερο γραμματικό νόημα, όπως μόρια θα, να, άρθρα και συνδέσμους. Αυτό λοιπόν που ακούμε ως γονείς είναι ένας λόγος απλοποιημένος, με γραμματικά και συντακτικά λάθη φυσιολογικά, που πρέπει να περάσει ομαλά μέσα από όλα τα στάδια.

Το βέβαιο είναι ότι δεν χρειάζεται να διδάξουμε την γλώσσα στα παιδιά μας ως δάσκαλοι γιατί πολύ απλά κατακτάται με την άμεση έκθεση στο λόγο. Βασικό μέλημα μας για να βοηθήσουμε τα παιδιά στην κατάκτηση της είναι να επιδιώκουμε την αποτελεσματική επικοινωνία και την αλληλεπίδραση μαζί τους μέσα από περιβάλλοντα που θα λειτουργούν υποστηρικτικά σε αυτή την διαδικασία χωρίς πολύπλοκα ερεθίσματα (πχ. τηλεόραση, tablet κλπ), πολλούς θορύβους (φασαρία, μουσική) και δίνοντας τους την απαραίτητη προσοχή που χρειάζονται (βλεμματική επαφή).

Χαρά Αναστασοπούλου*
Λογοπαθολόγος-Λογοθεραπεύτρια

© schooltime.gr