Η έντονη διεθνική συγκοινωνία και επικοινωνία της εποχής μας έχουν καταστήσει  περισσότερο από ποτέ άλλοτε τη γλωσσομάθεια αδήριτη ανάγκη. Ιδιαίτερα για το νέο που οι προκλήσεις ανοίγονται μπροστά του, τα σύνορα δεν αποτελούν φραγμό στις βλέψεις και τα όνειρά του. Η γνώση μιας ή και περισσοτέρων ξένων γλωσσών αποτελεί το διαβατήριο και το εφαλτήριο συνάμα για τη σταδιοδρομία του εκτός  των ελληνικών συνόρων, ιδιαίτερα σήμερα που οι συνθήκες στη χώρα μας δεν είναι και οι πλέον καλύτερες. Ίσως του εξασφαλίσουν και μια θέση στον… ήλιο στην αγορά εργασίας. Πολύ πιθανό.

Άλλωστε, εμείς οι Έλληνες έχουμε έφεση  στην εκμάθηση ξένων γλωσσών, γεγονός που επιβεβαιώνεται περίτρανα και από έρευνες, που πιστοποιούν ότι είναι ένα από τα αγαπημένα μας χόμπι. Είναι τέτοια η νοοτροπία μας – δικαολογημένα εν μέρει , αλλά με μέτρο  – που ωθούμε τα παιδιά μας στις ξένες γλώσσες. Βέβαια, μερικές φορές ξεφεύγουμε κάπως από τα όρια κι εκεί που το παιδί δεν έχει καν έλθει σ΄επαφή με τη μητρική του γλώσσα  το «βομβαρδίζουμε»  με λέξεις και κανόνες που το αποπροσανατολίζουν και το οδηγούν σε σύγχυση. Πόσες φορές δεν έχουμε ακούσει από το στόμα μαθητών μας «δεν μου έρχεται η λέξη στα ελληνικά, αλλά στα αγγλικά». Κατάντια ή φυσιολογική συνέπεια της εποχής μας;

Η Ευρώπη είναι πολυγλωσσική και πολυπολιτισμική. Κανείς δεν το αμφισβητεί. Πλέον σύνορα δεν υπάρχουν. Όλοι είμαστε μια μεγάλη οικογένεια. Οι αποστάσεις έχουν πλέον εκμηδενιστεί και ανά πάσα στιγμή μπορούμε να βρεθούμε εκεί που επιθυμούμε. Δεν είναι τυχαίο ότι τα τελευταία χρόνια άμεση προτεραιότητα της πολιτικής της  Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν είναι άλλη από την πολυγλωσσία. Και δείχνει να τα καταφέρνει. Και η Ελλάδα δεν ξεφεύγει από τον κανόνα, καθώς με χώρες όπως η Φινλανδία, το Λουξεμβούργο και η Ολλανδία, καταλαμβάνει υψηλή θέση στην πανευρωπαϊκή κατάταξη σε θέματα εκμάθησης ξένων γλωσσών.

Η γλωσσομάθεια ήταν, είναι και θα συνεχίσει όπως φαίνεται να είναι το «κλειδί» για την επαγγελματική κυρίως ανέλιξη του νέου στην εποχή της παγκοσμιοποίησης και του διαδικτύου. Αλλά και η επιστημονική του κατάρτιση απαιτεί την εκμάθηση ξένων γλωσσών που θα καταστήσει πιο προσιτή την ξενόγλωσση βιβλιογραφία.  Έρευνα εξάλλου έδειξε ότι όσο νωρίτερα ένα παιδί μαθαίνει μια ξένη γλώσσα τόσο μεγαλύτερη είναι η έκταση της φαιάς ουσίας στον εγκέφαλό του.

Το σημαντικότερο όμως είναι ότι μέσω της εκμάθησης μιας ή και περισσότερων ξένων γλωσσών ερχόμαστε σε άμεση επαφή με τον πολιτισμό, την κουλτούρα, τη σκέψη, τη νοοτροπία και το βαθύτερο πνεύμα που διακρίνει κάποιο λαό. Αποκτούμε άμεση πρόσβαση στην απέραντη λογοτεχνική κληρονομιά στη γλώσσα του πρωτοτύπου.  Αίρονται προκαταλήψεις, αντιπάθειες, ο ρατσισμός και η ξενοφοβία, προσδίδοντας ίσως κι ένα πιο βαθύ περιεχόμενο στην έννοια της ευρωπαϊκής ιθαγένειας.

Βέβαια, σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να παραγκωνίζουμε τη μητρική μας γλώσσα, την ελληνική, που αποτέλεσε  τον πυρήνα  – ασχέτως αν πολλοί το αμφισβήτησαν στο παρελθόν και δυστυχώς συνεχίζουν να το  αμφισβητούν ακόμη και σήμερα – των περισσότερων ευρωπαϊκών γλωσσών. Η ορθή – το τονίζω ορθή – γνώση  των κλασικών γλωσσών, ιδίως των λατινικών και των ελληνικών, ίσως διευκολύνει την εκμάθηση άλλων γλωσσών.  Μα πάνω απ’ όλα απαιτείται σεβασμός στις ρίζες μας, τον πολιτισμό μας και την εθνική μας ταυτότητα. Σεβασμός που πρωτίστως πρέπει να υιοθετηθεί από τους «μεγάλους» κι έπειτα από τους όλους τους υπολοίπους.

Άρης Ιωαννίδης*
Φιλόλογος

© schooltime.gr