Ο Μεγάλος Λιμός στην Ελλάδα (1941-1944) κατά τη διάρκεια της κατοχής των δυνάμεων του Άξονα, υπήρξε το αποτέλεσμα κυρίως των αυθαιρεσιών των κατακτητών εις βάρος της χώρας. Τα περισσότερα θύματα, που στο σύνολό τους υπήρξαν εκατοντάδες χιλιάδες, σημειώθηκαν στα μεγάλα αστικά κέντρα της χώρας. Ιδιαίτερα ο πρώτος κατοχικός χειμώνας του 1941-1942 υπήρξε ο πιο πολύνεκρος.

Κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου, οι δυνάμεις του Άξονα, Γερμανία και Ιταλία προχώρησαν σε συστηματική καταλήστευση των κατεχόμενων χωρών, καθώς τις θεωρούσαν πηγή πρώτων υλών, τροφίμων και εργατικού δυναμικού. Η Ελλάδα βίωσε ιδιαίτερα έντονα την άμετρη δραστηριότητα των κατακτητών με αποτέλεσμα να υποστηριχθεί ότι βίωσε τον χειρότερο λιμό από τους αρχαίους χρόνους.

«-Κύριε, να ειπείτε σ΄ αυτά τα παιδιά εκ μέρους μου, πως όταν ένας λαός τραγουδάει τη «φλαμουριά» τόσο όμορφα, ο λαός αυτός δεν πεθαίνει. Ζει. Χαιρετώ με σεβασμό τα παιδιά της Ελλάδας. Θαυμάζω την ιστορία τους και τον πολιτισμό της Ελλάδας…Ύστερα ο Γερμανός φόρεσε το πηλήκιο του, χτύπησε την μπότα του στο δάπεδο, μας χαιρέτησε στρατιωτικά και φώναξε «αουφίντερζεν». Εμείς τότε κατάπληκτοι ακούσαμε το δικηγόρο να τον αντιχαιρετά με ένα ηχηρό «αουφίντερζεν». Τότε όλοι πήραμε θάρρος , σηκωθήκαμε όρθιοι και με διακόσια στόματα του φωνάζαμε «αουφίντερζεν».

Εν τω μεταξύ τις λαϊκίστικες και «εθνοσωτήριες» δηλώσεις του ναζιστικού καθεστώτος αμέσως υπονόμευσε η επιβολή τριπλής κατοχής, με την επακόλουθη κατάληψη ελληνικών εδαφών από τον ιταλικό και τον βουλγαρικό στρατό. Πολύ σύντομα όμως θα ξεχαστούν και οι ανέξοδες φιλελληνικές διακηρύξεις των πρώτων ημερών θα μετατραπούν σε κατηγορίες κατά της ελληνικής κυβέρνησης ως «υπηρέτη» των βρετανικών συμφερόντων.

Ο ψευδεπίγραφος φιλελληνισμός και η δήθεν αναγνώριση της αρχαιοελληνικής καταγωγής των σύγχρονων Ελλήνων από τη ναζιστική ηγεσία, που προσωρινά ενισχύθηκε από τις πολεμικές επιτυχίες της Ελλάδας στον ελληνοϊταλικό πόλεμο, υποτάχθηκε τελικά στα πλαίσια της «Νέας Τάξης» του Γ’ Ράιχ: έγιναν δημοφιλείς πλέον οι απόψεις του Φαλμεράιερ, ότι οι Έλληνες έχουν φυλετικά διαβρωθεί και επομένως δεν έχουν θέση στις «ανώτερες» φυλετικές τάξεις.

Η δοσίλογη κυβέρνηση Τσολάκογλου ήταν φυσικά αδύνατο να αμβλύνει τις συνέπειες της κατοχικής πραγματικότητας, του υπερπληθωρισμού και των ανεξέλεγκτων επιτάξεων. Χαρακτηριστικά, τα υπέρογκα έξοδα που «όφειλε» η Ελλάδα προς τους κατακτητές υπήρξαν τα υψηλότερα κατά κεφαλήν της κατεχόμενης Ευρώπης, που έφτασαν στο 113,7% του Εθνικού Εισοδήματος της χώρας. Επίσης η επιδρομή στα συναλλαγματικά αποθέματα των τραπεζών κατάφερε και αυτή καίρια πλήγματα στα οικονομικά μεγέθη

«Βάλε κατσαρόλα στο κεφάλι σου…πέφτουν συνέχεια βλήματα…αύριο θα τα μαζέψουμε.»

Ήδη από τα μέσα Μαΐου 1941 αξιωματούχοι του Γραφείου Πολεμικής Οικονομίας της Βέρμαχτ κατάσχεσαν όλα τα διαθέσιμα ζωτικά εμπορεύματα και τα βιομηχανικά προϊόντα, προκειμένου να τα αποστείλουν στη Γερμανία. Επίσης, εξασφάλισαν μακράς διάρκειας παραδόσεις για όλα τα σημαντικά ακατέργαστα υλικά και τα αγροτικά προϊόντα. Κατά παράβαση των κανόνων περί επιτάξεων σε κατεχόμενη χώρα, σύμφωνα με τους Κανονισμούς της Χάγης του 1907, οι γερμανικές και οι ιταλικές κατοχικές αρχές αντιμετώπισαν τα περισσότερα προϊόντα ως λάφυρα πολέμου.

Επιχειρήσεις που δεν δέχονταν να συνεργαστούν με τις κατοχικές αρχές, δημεύονταν και τα κινητά της περιουσιακά στοιχεία (μηχανήματα κάθε είδους) αποστέλλονταν στο Γ’ Ράιχ για εκμετάλλευση.

Γενικότερα δεν ήταν προτεραιότητα του Γ̓ Ράιχ η προστασία των οικονομικών δομών των κατεχόμενων χωρών ή έστω η διατήρηση του ελάχιστου αποθεματικού σε τρόφιμα και πρώτες ύλες για την επιβίωση του πληθυσμού. Προείχε η στήριξη της στρατιωτικής μηχανής και η νίκη της Γερμανίας στον Παγκόσμιο Πόλεμο που ήταν ασύμβατες με τις ανθρωπιστικές ανάγκες. Σε αυτά τα πλαίσια οι επιτάξεις και δεσμεύσεις δημόσιων και ιδιωτικών αποθεμάτων διοχετεύθηκαν για τη συντήρηση του γερμανικού στρατού και του γερμανικού πληθυσμού του Γ’ Ράιχ.

Εκτός από τον απάνθρωπο χαρακτήρα των κατοχικών αρχών μερίδιο ευθύνης φέρει και η Αγγλική κυβέρνηση για την ανθρωπιστική καταστροφή στην Ελλάδα, με την επιβολή ναυτικού αποκλεισμού. Η απόφαση αυτή στέρησε τον ανεφοδιασμό της Ελλάδας με βασικά είδη διατροφής. Επιπρόσθετα την κατάσταση επιδείνωσε ο ιδιαίτερα ψυχρός πρώτος κατοχικός χειμώνας του 1941-1942.

«Τι σου συμβαίνει; Με ρώτησε λιγάκι επιθετικά. Γιατί σηκώθηκες; Γιατί δεν κοιμάσαι;

-Κοιμήθηκα. Χόρτασα.»

Ο λιμός έπληξε κυρίως τις μεγάλες πόλεις της χώρας: Αθήνα, Πειραιά, Θεσσαλονίκη, αλλά και τη νησιωτική Ελλάδα και ιδιαίτερα τη Σύρο και τη Χίο. Τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα υπήρξαν τα πιο ευάλωτα, ενώ στις λίστες των θανάτων μεγάλο τμήμα ήταν άνεργοι, συνταξιούχοι και δημόσιοι υπάλληλοι.

Οι κάτοικοι είχαν εξοικειωθεί με την εικόνα του θανάτου στους δρόμους. Στα απομνημονεύματα του ο Σουηδός διπλωμάτης και μέλος του Ερυθρού Σταυρού στην Ελλάδα από το 1942, Πολ Μον περιγράφει την πρωτεύουσα της χώρας:

«Η πόλη παρουσίαζε θέαμα απελπιστικό. Άντρες πεινασμένοι, με τα μάγουλα ρουφηγμένα, σέρνονταν στους δρόμους. Παιδιά, με όψη σταχτιά και γάμπες λιγνές σαν πόδια αράχνης, μάχονται με τα σκυλιά γύρω στους σωρούς των σκουπιδιών. Όταν το φθινόπωρο του 1941 άρχισε το κρύο, οι άνθρωποι έπεφταν στους δρόμους από εξάντληση. Τους μήνες εκείνου του χειμώνα σκόνταφτε κανείς κάθε πρωί πάνω σε πτώματα. Σε διάφορες συνοικίες της Αθήνας οργανώθηκαν νεκροφυλάκεια. Τα καμιόνια της δημαρχίας έκαναν κάθε μέρα τον γύρο τους, για να μαζεύουν τους πεθαμένους. Στα νεκροταφεία τους σώριαζαν τον έναν πάνω στον άλλο. Ο σεβασμός για τους νεκρούς, τόσο βαθιά ριζωμένος στους Έλληνες, είχε στομωθεί.»

Σύμφωνα με τα αρχεία των κατοχικών αρχών, που παρουσιάζουν πιο συντηρητικά το μέγεθος του λιμού, ο αριθμός των θανάτων τον χειμώνα του 1941-1942 εκτοξεύτηκε: ο μέσος όρος θανάτων τον Νοέμβριο του 1941 τετραπλασιάστηκε από τον αντίστοιχο της περιόδου 1931-1940, ενώ το διάστημα Ιανουαρίου-Μαρτίου εξαπλασιάστηκε. Φυσικά η έκταση της ανθρωπιστικής καταστροφής είναι ακόμη πιο δραματική καθώς ένας μεγάλος αριθμός θανάτων δεν αναφέρονταν στις τότε αρχές. Πολλοί θάνατοι δεν αναφέρονταν σκόπιμα προκειμένου τα κουπόνια διατροφής που χρησιμοποιούσαν για τα συσσίτια χρησιμοποιηθούν κυρίως από συγγενείς τους.

Με το ένστικτο της επιβίωσης ιδιαίτερα έντονο ο κόσμος εφευρίσκει ασυνήθιστες διατροφικές μεθόδους, έτσι συνώνυμο της κατοχικής πείνας γίνονται η μπομπότα, το κουκουτσάλευρο. Παρατηρήθηκαν περιπτώσεις βρώσης σκαντζόχοιρων, ημιόνων και χελωνών.

Τυχεροί μπορούν να θεωρηθούν όσοι ζούσαν σε μέρη όπου υπήρχε παραγωγική, αγροτική και κτηνοτροφική, δραστηριότητα, όσο επέτρεπαν οι κατοχικές συνθήκες. Έτσι στη Θεσσαλία και στην Ήπειρο δεν σημειώθηκε εκτόξευση του αριθμού των θανάτων από λιμό, παρά μόνο όταν ξεκίνησαν στην περιοχή οι μαζικές εκκαθαρίσεις και εμπρησμοί, το 1943

Λόγω των ακραίων καταστάσεων που βίωσε ο άμαχος πληθυσμός από την έλλειψη τροφής, ακόμη και σήμερα στην καθομιλουμένη γλώσσα ο όρος Κατοχή τείνει να είναι συνώνυμος με την πείνα και την εξαθλίωση.

Ο Μεγάλος Λιμός επηρέασε φυσικά τις μεταπολεμικές τέχνες και την λογοτεχνία, με χαρακτηριστικό έργο τον Αλέξη Ζορμπά του Νίκου Καζαντζάκη, που περιγράφει τις συνθήκες αναρχίας και υποσιτισμού της εποχής εκείνης.

Το γεγονός είναι τόσο βαθιά χαραγμένο στην κοινή γνώμη, που η ιδέα υπόδειξης μέτρων αυστηρής λιτότητας από ένα Γερμανό Καγκελάριο προς την Ελληνική Κυβέρνηση, λόγω της σύγχρονης κρίσης χρέους που αντιμετωπίζει η Ελλάδα, λαμβάνεται με εξ ολοκλήρου αρνητικές εντυπώσεις. Αντ’ αυτού τμήμα των Ελλήνων πολιτών έχει ακόμη την ακράδαντη πεποίθηση ότι η Γερμανία οφείλει στην Ελλάδα τεράστιες αποζημιώσεις από τις ληστρικές πολιτικές των κατοχικών στρατευμάτων, που οδήγησαν στον Λιμό και σε σφαγές αμάχων, με αποτέλεσμα των θάνατο εκατοντάδων χιλιάδων πολιτών.

«Από τη μια άκρη ως την άλλη, έτσι όπως έμπαινες, ήταν κατά το πλάτος του μακριά τραπέζια πολύ μακριά, με πάγκους από εδώ κι από εκεί. Τα τραπέζια είχαν πράσινα καθαρά τραπεζομάντιλα από φτηνό ύφασμα, στερεωμένα από κάτω με πινέζες. Στο βάθος της αίθουσας ανατολικά, βρίσκονταν ένα πατάρι, που τώρα χρησιμοποιούνταν για γραφείο αλλά και ως παρατηρητήριο , ενώ την εποχή του καφενείου ήταν το μπιλιάρδο..Στο βορινό τοίχο βρίσκονταν πραγματικά κάτι το θαυμάσιο. Από το ταβάνι, το πολύ ψηλό ταβάνι, ως κάτω έπεφτε ένα γαλάζιο παραπέτασμα και στο φόντο αυτό ένας θαυμάσιος Εσταυρωμένος…».

______________________________________ 

Βιβλιογραφία

-Χιονίδου Βιολέτα, Λιμός και θάνατος στην κατοχική Ελλάδα 1941-1944

-Φιλόπτωχος αδελφότης ανδρών Θεσσαλονίκης, Γερμανική κατοχή, ιστορίες από τα συσσίτια.

* Πρώτη δημοσίευση – Νοέμβριος 2014

Κατερίνα Φωτιάδου*
Φιλόλογος-Ιστορικός

© schooltime.gr