Ο Λεύκιος (ή Λούκιος) Ανναίος Σενέκας (Lucius Anneus Seneca) (περίπου 4 π.Χ. – 65 μ.Χ.) γεννήθηκε στην Κόρδοβα της Ισπανίας που ανήκε στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Γόνος αριστοκρατικής γενιάς, έλαβε σημαντική παιδεία (ρητορική, φιλοσοφία). Η καθημερινότητά του αναδείκνυε την τάση του για έναν βίο λιτό, που λειτουργεί ως μέσο για την ευζωία. Γενικά προασπίζεται την άποψη ότι το άτομο απεγκλωβίζεται από τα αδιέξοδα και τις ευθύνες, ώστε να μπορεί να καταγίνεται πλέον με τη φιλοσοφία. Στην Αίγυπτο επηρεάστηκε από την αρχαία ελληνική φιλοσοφική σκέψη. Στη Ρώμη ανέλαβε αξιώματα και διέπρεψε ως νομομαθής. Διώχτηκε από τη Μεσσαλίνα, σύζυγο του Κλαυδίου, εξορίστηκε στην Κορσική με την κατηγορία της μοιχείας. Ασχολήθηκε με τη στωική φιλοσοφία, τη ρητορική και έγραψε τραγωδίες. Μετά την εξορία του, στη Ρώμη πλέον τον προστάτεψε η μητέρα του Νέρωνα και έγινε δάσκαλός του. Ο Νέρων ενστερνίστηκε ως αυτοκράτορας τις μεθόδους της τυραννίας και του εκφοβισμού των πολιτών. Τότε στράφηκε εναντίον του δασκάλου του, τον κατηγόρησε για την εναντίον του συνομωσία. Έτσι ο Σενέκας καταδικάστηκε σε θάνατο, δόθηκε διαταγή να κόψει τις φλέβες του. Στα δράματά του αντλεί από τους ελληνικούς μύθους και τις αττικές τραγωδίες της κλασικής εποχής. Επιπρόσθετα είναι ενδεικτική η ψευδεπίγραφη αλληλογραφία του με τον απόστολο Παύλο. Το 1475 έγινε η πρώτη έκδοση των τραγωδιών του στη Φερράρα. Το 1529 εκδόθηκαν στη Βασιλεία τα έργα του από τον Έρασμο. Συνήθη θέματα που πραγματεύεται είναι η έννοια του δέοντος, της ηθικής στάσης ζωής, της ευγένειας, της ευδαιμονίας, της αλληλεγγύης, του χρόνου, της εγκράτειας.

Το έργο, «de vita beata» (για μια ευτυχισμένη ζωή) έχει γραφτεί στα τέλη της δεκαετίας του 50 μ.Χ. (δε σώζεται πλήρες). Γίνεται αναφορά προς τον αδερφό του Νοβάτο (Γαλίωνα) στον οποίο και απευθύνεται ο φιλόσοφος απολογούμενος τρόπον τινά για τον τρόπο ζωής του. Συνάμα αποτελεί πραγματεία περί υψηλού προορισμού του βίου μέσα από τη διερεύνηση των αξιών που ορίζουν μια άρτια ηθική συμπεριφορά. Στα αποσπάσματα (4,5) διαφαίνεται η καταγραφή της έννοιας του αγαθού μέσα από αλληγορικές αναλογίες. Τελικά ο παραγκωνισμός των απολαύσεων αποτελεί έναυσμα της απαγκίστρωσης από την ηθική φθορά στο πλαίσιο εναντίωσης του καλού και του κακού. Έτσι σμιλεύεται ολοκληρωμένος ο χαρακτήρας με προοπτική την κατάκτηση της ευδοκίμησης στον αντίποδα της κυριάρχησης φόβων και επιθυμιών.

 

4. Potest aliter quoque definiri bonum nostrum, id est eadem sententia non isdem comprendi verbis. Quemadmodum idem exercitus modo latius panditur modo in angustum coartatur et aut in cornua sinuata media parte curvatur aut recta fronte explicatur, vis illi, utcumque ordinatus est, eadem est et voluntas pro eisdem partibus standi: ita finitio summi boni alias diffundi potest et exporrigi, alias colligi et in se cogi. Idem itaque erit, si dixero: “Summum bonum est animus fortuita despiciens, virtute laetus” aut “Invicta vis animi, perita rerum, placida in actu cum humanitate multa et conversantium cura”. Licet et ita finire, ut beatum dicamus hominem eum, cui nullum bonum malumque sit nisi bonus malusque animus, honesti cultorem, virtute cotentum, quem nec extollant fortuita nec frangant, qui nullum maius bonum eo quod sibi ipse dare potest noverit, cui vera voluptas erit voluptatum contemptio. Licet, si evagari veils, idem in aliam atque aliam faciem salva et integra potestate transferre; quid enim prohibet nos beatam vitam dicere liberum animum et erectum et interritum ac stabilem, extra metum, extra cupiditatem positum, cui unum bonum sit honestas, unum malum, turpitudo, cetera vilis turba rerum nec detrahens quicquam beatae vitae nec adiciens, sine auctu ac detrimento summi boni veniens ac recedens? Hunc ita fundatum necesse est, velit nolit, sequatur hilaritas continua et laetitia alta atque ex alto veniens, ut qui suis gaudeat nec maiora domesticis cupiat. Quidni ista bene penset cum minutis et frivolis et non perseverantibus corpusculi motibus? Quo die infra voluptatem fuerit, et infra dolorem erit; vides autem, quam malam et noxiosam servitutem serviturus sit quem voluptates doloresque, incertissima dominia impotentissimaque, alternis possidebunt. Ergo exeundum ad libertatem est. Hanc non alia res tribuit quam fortunae neglegentia. Tum illud orietur inaestimabile bonum, quies mentis in tuto conlocatae et sublimitas expulsisque erroribus ex cognitione veri gaudium grande et immotum comitasque etet diffusio animi, quibus delectabitur on ut bonis sed ut ex bono suo ortis. 

 

 

 

 

5.Quoniam liberaliter agere coepi, potest beatus dici qui nec cupit nec timet beneficio rationis, quoniam et saxa timore et tristitia carent nec minus pecudes; non ideo tamen quisquam felicia dixerit, quibus non est feliciatis intellectus. Eodem loco pone homines, quos in numerum pecorum inanimalium redegit hebes natura et ignoratio sui. Nihil interest inter hos et illa, quoniam illis nulla ratio est, his prava et malo suo atque in perversum sollers; beatus enim dici nemo potest extra veritatem proiectus. Beata ergo vita est in recto certoque iudicio stabilita et immutabilis. Tunc enim pura mens est et soluta omnibus malis, quae non tantum lacerationes sed etiam vellicationes effugerit, statura semper ubi constitit ac sedem suam etiam irata et infestante fortua vindicatura. Nam quod ad voluptatem pertinet, licet circumfundatur undique et per omnis vias influat animumque blandimentis suis leniat aliaque ex aliis admoveat, quibus totos partesque nostri sollicitet, quis mortalium, cui ullum superest hominis vestigium, per diem noctemque titillari velit et deserto animo corpora operam dare?

Είναι δυνατό να προσδιοριστεί με άλλο τρόπο το δικό μας αγαθό, αυτό δηλώνει ότι η ίδια αντίληψη δεν ερμηνεύεται με τα ίδια λόγια. Με παρόμοιο τρόπο ένας στρατός παραμένει ίδιος, παρόλο που είτε εκτείνεται σε ευρύτερη παράταξη είτε κάμπτεται σε πιο περιορισμένα όρια είτε προέχοντας με κυρτά κέρατα σε κοίλο σχήμα στην κεντρική διάταξη είτε με το μέτωπο σε προέκταση, η ισχύς του, όποια κι αν είναι η τάξη, είναι ίδια και σταθερά τακτοποιείται στο ίδιο μέτωπο: έτσι ο ορισμός της ανώτερης αρετής μπορεί άλλοτε να διασπείρεται και να εκτείνεται και άλλοτε να αθροίζεται και να συλλέγεται[1]. Έτσι ακριβώς θα ειπωθεί, αν ισχυριστώ: «Η ανώτερη αρετή είναι η ψυχή που παραγκωνίζει την τύχη, ευδοκιμεί με την ανδρεία» είτε «η δύναμη του πνεύματος ακατανίκητη προσεγγίζει τα πράγματα, απαθής στη δράση με άφθονο ανθρωπισμό και επιμέλεια της επικοινωνίας»[2]. Είναι εφικτός και αυτός ο ορισμός, δηλαδή να ονομάσουμε ευτυχή αυτόν το άνθρωπο για τον οποίο τίποτα δεν είναι καλό και κακό, παρά μόνο η ενάρετη ψυχή που σέβεται τη εντιμότητα που περιέχει την αρετή που ούτε οι συμπτώσεις προάγουν ούτε καταστρέφουν και που κανένα υψηλότερο αγαθό δε γνωρίζει ο ίδιος, παρά αυτό που μπορεί να παρέχει στον εαυτό του, για τον οποίο καλή επιδίωξη θα είναι η περιφρόνηση των επιθυμιών[3]. Είναι δυνατόν, αν θέλεις, να παραβαίνεις την τάξη, να μεταφέρεις το ίδιο θέαμα σε διάφορες και ποικίλες μορφές με σώα και άρτια τη δύναμη του ονόματος· γατί αυτό μας εμποδίζει να υποστηρίξουμε ότι ευτυχισμένη ζωή είναι να έχουμε ελεύθερη σκέψη και ορθή, ατρόμητη και σταθερή, χωρίς θέση για το φόβο, την επιθυμία και μοναδικό αγαθό είναι η ευπρέπεια, μοναδικό κακό η αισχρότητα και τα υπόλοιπα ένα άχρηστο μείγμα από πράγματα που έρχονται και αποχωρούν, δίχως να επεκτείνουν κάπως την ανώτερη αρετή ούτε να την περιορίζουν, δίχως να αφαιρέσουν και να προσθέσουν μέρος από την ευτυχισμένη ζωή; Με αυτό θεμελιώνεται κανείς αναγκαστικά, θέλει δε θέλει, συνοδεύεται από θετική συναίσθηση και ζωντανή ευπραγία που πηγάζει από ένα υψηλό φρόνημα, εφόσον χαίρεται με τα δικά του προνόμια ούτε επιθυμεί ανώτερα από τα οικεία[4]. Δεν θα ήταν καλό τέτοιες απολαύσεις να συγκριθούν με τα κατώτερα και τα μάταια κι επίμονα πάθη του σώματος[5]; Αυτή τη μέρα θα ξεπεράσει κανείς την απόλαυση και θα βρεθεί πάνω από τον πόνο· εξάλλου βλέπεις σε πόσο κακή και καταστροφική δουλεία θα υπηρετήσει αυτόν που θα τον καταλάβουν επιθυμίες και θλίψεις, δηλαδή δυνάμεις ασταθείς και ανίσχυρες. Βέβαια πρέπει να αναχωρήσουμε με προορισμό την ελευθερία. Αυτή δεν αποδίδεται με άλλο τρόπο, παρά με την παραμέληση της υλικής ευημερίας. Τότε θα γεννηθεί εκείνο το αξιότιμο αγαθό, η ηρεμία του νου που εγκαθίσταται με ασφάλεια κι η πρόοδος. Και όταν τα μειονεκτήματα χαθούν, η μεγάλη και σταθερή ευφροσύνη θα προέλθει από την επίγνωση της αλήθειας μαζί με την ηπιότητα και τη διάχυση της ψυχής και από αυτά θα τέρπεται το άτομο όχι επειδή είναι καλά, αλλά επειδή γεννιούνται από το δικό του εσωτερικό αγαθό[6].

 

5. Εφόσον άρχισα να πραγματεύομαι πιο ελεύθερα το ζήτημα, μπορεί να ειπωθεί ότι ευδόκιμος είναι αυτός που από τη φύση του ούτε επιθυμεί ούτε φοβάται, γιατί και τα βράχια είναι απαλλαγμένα από το φόβο και τη λύπη· γι’ αυτό δε διακρίνονται για την ευπραγία, εφόσον δεν προσεγγίζουν πνευματικά την ευτυχία[7]. Στον ίδιο τόπο τοποθέτησε τους ανθρώπους που η φυσική νωθρότητα και η άγνοια τους συγκαταλέγουν στα ζώα του αγρού και τα άψυχα. Ανάμεσά τους και σε εκείνα κανένα ενδιαφέρον δεν υπάρχει, αφού σ’ εκείνα δε υπάρχει μέριμνα, εφόσον σ’ εκείνα δεν υπάρχει καμιά λογική γι’ αυτούς μεταβαλλόμενη και για το κακό τους και κατευθυνόμενη λάθος· γιατί δεν μπορεί να χαρακτηριστεί κανείς ευτυχής , αν απομακρύνθηκε από την αλήθεια. Ωστόσο είναι ευτυχισμένη η ζωή του, σταθεροποιημένη σε σωστή και καίρια κρίση και αμετάβλητη. Γιατί τότε ο νους είναι διαυγής και απαλλαγμένος από κάθε ελάττωμα, που διαφεύγει όχι μόνο από τόσο μεγάλα πλήγματα αλλά ακόμη και από τις αμυχές, αποφασισμένος πάντοτε να τηρήσει τη δική του θέση, που θα υπερασπίσει ακόμη και απέναντι στην οργισμένη και κακόβουλη τύχη[8]. Γιατί αυτό που σχετίζεται με την ευδοκίμηση, αν και μας περιτριγυρίζει παντού και εισδύει σε όλες τις διόδους, και το πνεύμα νεκρώνει και τα δικά μας θέλγητρα κι επινοεί διαφορετικά μέσα από άλλες πηγές, για να μας δελεάσει συνολικά ή εν μέρει. Ποιος από τους θνητούς στον οποίο θα υπερέχει κάποιο ίχνος ανθρωπιάς θα ήθελε στη διάρκεια της μέρας και της νύχτας να γαργαλίζεται και ερημώνοντας την ψυχή να αφιερώνεται στο σώμα του;

 

[1] Η αναλογική προσέγγιση του αγαθού με τη διάταξη του στρατεύματος (σε ευρεία ή περιορισμένη παράταξη) συμβάλλει στην κατανόηση της διαμόρφωσης του ορισμού του υψηλού αγαθού είτε αναλυτικά είτε συμπυκνωμένα.

[2] Οι ορισμοί της αρετής αφορούν την ανάπτυξη της εσκεμμένης αγαθότητας και την επίγνωση της ζωής απρόσκοπτα με γνώμονα την ελεγχόμενη οικειότητα.

[3] Η οριοθέτηση της αρετής βάσει της προαίρεσης και της αυτεξουσιότητας του νου που απαγκιστρώνεται από κάθε φθοροποιό εθισμό, την ικανοποίηση τω υλικών απολαύσεων με απαθή αντίδραση προς τα συμβεβηκότα.

[4] Θεμελιώνεται ως δέουσα επιλογή η ενάρετη στάση του ατόμου μέσω της ακλόνητης αρετής που δεν κάμπτεται τελικά ούτε από τις επιθυμίες ούτε από τους φόβους, τέμνοντες δυο άξονες, την αισχρότητα και την αγαθότητα, σε απόλυτη σύγκρουση.

[5] Γίνεται αντιληπτός ο διαχωρισμός πνευματικών και υλικών απολαυών σε μια διιστική θεώρηση.

[6] Η ευπραγία συνίσταται στην ηρεμία, την ψυχική ανάπαυση, την πραότητα μέσα από το αντίκρισμα των φαινομένων δια της ενδοσκόπησης, ώστε πλέον κατακτάται σαν εγγενές χαρακτηριστικό.

[7] Η συνειδητοποίηση της αξίας της ευτυχίας συνάμα τεκμηριώνεται και με την κατάκτησή της.

[8] Επιβάλλεται λοιπόν εκ προοιμίου η προσέγγιση της αλήθειας της ζωής με εγρήγορση του πνεύματος, ολοκληρωμένη κρίση και σταθερή εκτίμηση των συνθηκών μέσα από μια διαδικασία ηθικής διάπλασης του εαυτού.

Εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια

Ελευθερία Μπέλμπα*
Φιλόλογος

© schooltime.gr