Η συνείδηση του χρόνου και ως ελάχιστο δείγμα κίνησης και ως εκτενέστερο σημείο βιωματικής πραγματικότητας είναι σαφές ή αδιαφανές δείγμα εγκαρτέρησης ή σκεπτικού. Στην ποιητική εντοπίζεται η φιλοσοφική επίγνωση του χρόνου ως κεντρικό μοτίβο ή ως μέρος ευρύτερης προβληματικής, ενίοτε και παρενθετικό δείγμα συνειδητής-ασύνειδης εγρήγορσης.

«Το παραμιλητό του χρόνου με το εγώ» είναι μια θεωρητική προσέγγιση της αμείλικτης έλευσης του καιρού μέσα στην ανθρώπινη σκέψη[1]. Ο Τάκης Σκανάτοβιτς επιχειρεί τη διαίρεση της χρονικής συγκυρίας τέμνοντας συνάμα και μέρη του θυμοειδούς.

Είχα κοιμηθεί μ’ ορθάνοιχτα μάτια

διαβάζοντας τους πέντε τελευταίους σου στίχους.

Ούτε ξέρω πώς και πότε τα ‘κλεισα ακριβώς.

Όμως σαν τα ξανάνοιξα, θυμήθηκα ότι είχα κοιμηθεί

διαβάζοντας τους πέντε τελευταίους σου στίχους.

Όχι μεγαλόφωνα. Τούτες τις μέρες υποφέρω

από μια κεκτημένη ταχύτητα σιωπής.

(ο συρμός)

Ω χρόνε ανύπαρκτε – υπαρκτό

κι ένα χαμόγελο μικρού παιδιού

χαρίζει ευδαιμονία – θαρρώ πως μου μιλάς,

μα είναι εγώ που μου παραμιλάω!

Μαζί θα ταξιδεύουμε,

σε σφραγισμένο στεγανό συρμό

σαν βαθυσκάφος. Τα θαλασσινά τοπία

θα μας φωτογραφίζουν. Θα καραδοκούν

με σκοτεινά νερένια μάτια

καρχαρίες. Γυναίκες διασκεδάστριες

μέσα στο βαγόνι θα χτυπούν τα ντέφια τους.

Αντικριστά ετερόκλιτα προφίλ –

άλικα χείλια, γαϊτανόφρυδα

και υπερμεγέθη μάτια – ρυθμικά

θα τραγανίζουν -μύγδαλα ψημένα-

ιαμβικά λαϊκά τραγούδια.

Στο απόσπασμα εξαρχής ο αφηγητής (ο ποιητής προφανώς) εκτείνει το λόγο σε δυο φάσεις, αφενός την αυτοαναφορικότητα και αφετέρου το διάλογο με το χρόνο, που συμφύρονται. Έτσι μέσω του υπερσυντελίκου που αφορά τη συγκεκριμένη διάρκεια στο παρελθόν («είχα κοιμηθεί») η συλλογιστική εστιάζει στην θεώρηση του γραπτού λόγου ως επιφανειακής διαδικασίας ανάγνωσης. Δίνεται η εντύπωση της εισαγωγής στο θεματικό πλαίσιο πιο πολύ ως αφορμή μιας ιστορίας που εξελίσσεται. Με την παράθεση ρημάτων οριοθετείται η δράση που δε συμπορεύεται με την ανασκόπηση του φιλοσοφικού προβληματισμού που ακολουθεί.

Η σύναξη των αρνήσεων («ούτε ξέρω», «όχι μεγάφωνα») σχετίζεται με την απονέκρωση της αισθητηριακής κρίσης. Η ανίχνευση μικρών χρονικών μονάδων («τούτες τις μέρες υποφέρω/από μια κεκτημένη ταχύτητα σιωπής», «πότε», «σαν») με επίρρημα, σύνδεσμο, φράση ορίζεται από τη χρήση των χρόνων (υπερσυντέλικος, αόριστος, ενεστώτας). Παρενθετικά η ακολουθία (συρμός) καταλήγει στην αποθέωση του χρόνου μέσω του νοητού διάλογου. Λειτουργεί ανατρεπτικά η κλητική προσφώνηση συνάμα με τις αντιθέσεις («ανύπαρκτε/ υπαρκτό»,  «πως μου μιλάς/ παραμιλάω»). Ο αφηγητής παραθέτει την άκαρπη αναζήτηση του καιρού που εξαφανίζεται ανελέητα με αυτοσαρκασμό ή υφίσταται σαν ψευδαίσθηση (η αυτοαναίρεση εκπορεύεται από την επικοινωνία με τον καιρό και συνάμα την πλασματική παρουσία του). Εντός της αλληγορίας και του αδύνατου, με πρόδρομη αφήγηση ενσαρκώνεται το μοτίβο της θαλασσινής εικόνας που αντλείται από το λαϊκό στερέωμα. Προβάλλεται η ταύτιση με τη χρονική συγκυρία μέσα από την παρομοίωση με «βαθυσκάφος» η στεγανότητα του οποίου επισύρει την απαίτηση του αυτοελέγχου.

Προσωποποιούνται τα «θαλασσινά τοπία» που απεικονίζονται ως φόντο της άλογης συμπόρευσης και οι «καρχαρίες» που τρέφουν ένα κλίμα τρομοκράτησης χωρίς νόημα. Ολοκληρώνεται ειδικά η παράσταση με το αμφίσημο πρίσμα της θυμηδίας γυναικών διασκεδαστριών εντός του τραίνου που «χτυπούν τα ντέφια τους». Συνάμα η εμφαντική ερμηνεία της ιδιαιτερότητας της εξωτερικής μορφής τους με την επισήμανση «αντικριστά ετερόκλιτα προφίλ» προδιαθέτει για την ερωτική διάθεση μέσα από την αφαιρετικότητα των συμβόλων (χείλια, μάτια) και της ηχητικής κλίμακας-απόηχου του κεφιού των προσώπων. Σουρρεαλιστικό σχήμα είναι η εξομοίωση των λαϊκών τραγουδιών με «μύγδαλα ψημένα» ενδεχομένως για τεκμηρίωση του βαθμού εξοικείωσης με τη λαϊκή παράδοση.

Ακόμα και ως εικασία η χρονική στάθμη και οι μεταλλαγές της σε μια ποικιλία σημάνσεων αναγνωρίζεται στο κείμενο («σαν») του Φώτη Γεράσιμου[2].

Σαν την τελευταία μέρα στις διακοπές.

Κοιτάς για τελευταία φορά την παραλία που κολυμπούσες

ως χτες. Είσαι ήδη με τη βαλίτσα στο χέρι.

Οι άλλοι παραμένουν εκεί, αδιάφοροι που φεύγεις,

διαβάζουν, λιάζονται, φλερτάρουν δε το ξέρουν καν πως φεύγεις

(και τι έγινε που φεύγεις;…).

Βλέπεις τα ξαπλωμένα σώματα

εκείνο που επίμονα κοιτούσες

το παιδί που παίζει, το σκυλί που πλατσουρίζει

μια ψάθα που σήκωσε ο αέρας…

το σήμα του τζίτζικα. Μα, τι ώρα πήγε;

Τίποτα δεν αλλάζει πια.

Τίποτα δεν κινείται.

Μόνο εσύ που φεύγεις.

Κοιτάς για τελευταία φορά.

Για πάντα.

Έτσι αρχικά η παρομοίωση της παραλίας με την ύστατη εμπειρία των διακοπών εναποθέτει στο πρόσφατο παρελθόν την τακτική της φυγής από καταστάσεις που αδιάλειπτα ισχύουν και δε μεταβάλλονται από την απουσία του ποιητικού υποκειμένου. Η αντίληψη της κολύμβησης που προηγήθηκε ενισχύει την ανάληψη στο φάσμα του προσωπικού βιώματος αποκλειστικά («οι άλλοι…φεύγεις») σε αντιδιαστολή με την παρατήρηση των άλλων ανθρώπων που ακόμα αφοσιώνονται στη ραστώνη.

Στο ασύνδετο σχήμα ο ενεστώτας («διαβάζουν, λιάζονται, φλερτάρουν δε το ξέρουν») και η τελική αποφατική διατύπωση πραγματικά αποσυνδέουν το εξακολουθητικό παρόν από την πρόδρομη διήγηση της επικείμενης φυγής. Κάθε συνθήκη που ολοσχερώς απομένει στο πριν έτσι εξιδανικεύεται ή αποκτά υπόσταση, κάτι αδύνατο για το απρόσωπο μέλλον («χάνεσαι στο τίποτα του κόσμου»). Το β΄ αφηγηματικό ρηματικό πρόσωπο ωστόσο λειτουργεί ως γενίκευση όσον αφορά τη συναίσθηση της αποδέσμευσης από μια ειδυλλιακή συγκυρία (ευκαιριακά όμως και χωρίς συναισθηματισμό).

Η σύνδεση με τα επόμενα (που αφαιρούνται από την εικόνα του μέλλοντος) πραγματοποιείται με το κλισέ κράτημα της βαλίτσας («είσαι ήδη»). Το επίρρημα μεταβατικό («ήδη») μεταβιβάζει την ενέργεια στο άλλο χρονικό επίπεδο και ακυρώνεται η αξία της ύπαρξης του ενός εντός του συλλογικού («μόνο εσύ που φεύγεις»). Σε προτάσεις αρνητικές για τη σηματοδότηση του στατικού (αμετάβλητου) η αντίθεση ανάμεσα στο τίποτα («τίποτα δεν αλλάζει πια/τίποτα δεν κινείται») και το υπαρκτό εξηγεί την επαναφορά στην περίφραση («για τελευταία φορά») που ερμηνεύεται με τη φράση («για πάντα»).

Φανερή πρόθεση στο κείμενο είναι  η αποσιώπηση της νύξης της ευαισθησίας ακόμα και στα φαινομενικά τυχαία σχόλια αναφορικά με τις συνήθειες («εκείνο που επίμονα κοιτούσες/το παιδί που παίζει, το σκυλί που πλατσουρίζει/μια ψάθα που σήκωσε ο αέρας…») με αφετηρία το αντίκρισμα («βλέπεις τα ξαπλωμένα σώματα»). Η εμβόλιμη απορία για τη χρονική στιγμή («μα τι ώρα πήγε;») πάλι σχετίζεται με τη συμπτωματικότητα των συγκυριών που ακινητοποιούνται στο άχρονο παρόν (με το επίρρημα «πια» επισφραγίζεται η σταθερότητα στο μέλλον).

 «Άωρα και παράωρα» τιτλοφορείται το ποίημα της Κικής Δημουλά στο οποίο εμμένει σε ένα φωτογραφικό σχήμα του εξωτερικού κόσμου μέσα από χρονικές σημάνσεις[3].

Ανάμεσα νύχτας κι αυγής
σφηνωμένη βρήκα την άωρη ώρα.
Ασεβής ευθυμία πουλιών με ξύπνησε τόσο νωρίς
και βγήκα στων σκοταδιών την άμπωτη.
Το μπαλκόνι μου ήσυχα λάμνει
στ` αβαθή χρώματα.
Ονειρεύονται ακόμα οι κήποι
ερχομό αγνώστων ανθέων.
Αργά ξεδιπλώνεται ο περιβόητος ορίζοντας
σαν φθηνή κορδέλα του μέτρου.
Με λήθη μοιάζει η θάλασσα: μας ξέχασαν.
Με λήθη μοιάζει το άπειρο: Άπειρος λήθη.
Ένα καΐκι ξεκουρδίζεται στο βάθος,
το παίρν’ η απόσταση και παίζει.
Μουρμουριστά των χρωμάτων η στάθμη ανεβαίνει.
Με βήμα περιπάτου πλησιάζουνε τα σχήματα.
Ξυπνάει ένα λευκό κουπί,
φτεροκοπάει μια στέγη,
ένα παραθυρόφυλλο σπαρτάρισε.
Έντρομο αφυπνίζεται κάποιο καμπαναριό,
ένοχο: η πίστη πρέπει να ξυπνάει πρώτη.
Πρώτη απ` όλα.
Με βήμα περιπάτου πλησιάζουνε τα σχήματα.
Διαγράφονται κλειστές οι πόρτες
και τα όρια πεισμώνουν.
Σ` ενάργεια βγήκαν τα βουνά
και σε γυρίζουν πίσω.
Κι εσύ προσδοκία πού πας;
Έχουν ξυπνήσει από ώρα οι αρνήσεις.
Κι εγώ, εγώ που είμαι και ονομάζομαι
προχωρημένη ώρα,
τι γυρεύω ανάμεσα σε τούτες τις νήπιες διαθέσεις;

Ο κόσμος λοιπόν αποδίδεται με εικονοπλασία που χαρακτηρίζεται από κινητικότητα («ξυπνάει ένα λευκό κουπί,/φτεροκοπάει μια στέγη») ζωντανεύοντας τις στιγμές που εντυπώνονται στη σκέψη, εξάγονται συναισθήματα ή διαθέσεις («μας ξέχασαν»). Στον τίτλο, το επίθετο «άωρος» αποτελεί επίνοια για ό,τι δεν έχει ωριμάσει, ό,τι είναι πρόωρο και «παράωρος» για το όψιμο, το καθυστερημένο, ώστε κατανοείται η πραγμάτευση των χρονικών συγκυριών που σηματοδοτούν «την άωρη ώρα».

Η αναζήτηση έτσι σχετίζεται με την ώρα της αυγής, η αφήγηση λειτουργεί ως παρατήρηση σιγά σιγά της έλευσής της. Το πέρασμα από τα άωρα στα παράωρα αισθητοποιείται μέσα από τα πράγματα και τους χώρους∙ αυτά όλα φωτίζονται σταδιακά, αρχικά ελάχιστα και στη συνέχεια όλο και πιο διαυγώς όσο δυναμώνει το φως αποκαλύπτονται και ολότελα σχηματοποιούνται όσο επιβάλλεται το φως. Οι παραστάσεις οικοδομούν τμηματικά το κείμενο. Έτσι αρχικά το μειωμένο φως της μέρας κάνει θαμπά τα αντικείμενα, τις φιγούρες («ασεβής ευθυμία πουλιών»). Το πρόσωπο βγαίνει στο μπαλκόνι τοποθετώντας την άωρη ώρα «ανάμεσα νύχτας και αυγής». Το ξύπνημα από κελαηδισμούς πουλιών συνοδεύεται από τη θέα της άμπτωτης των σκοταδιών, συμφύροντας αταίριαστες έλλογες εκδοχές του διαστήματος της απομάκρυνσης του ερέβους μεταφορικά, ενώ «το μπαλκόνι λάμνει» στα απροσδιόριστα χρώματα ουρανού και θάλασσας.

Οι κήποι προσωποποιούνται νωθροί «ονειρεύονται ακόμα» «ερχομό αγνώστων ανθέων». «Σα φτηνή κορδέλα του μέτρου» ο ορίζοντας ξετυλίγεται (η παρομοίωση από τις γυναικείες οικιακές απασχολήσεις). Η λήθη, απότοκο της κίνησης των νερών, αίσθηση κυριαρχεί στο μισοσκόταδο και στο άπειρο, ενώ «ξεκουρδίζεται» ένα καΐκι, δηλαδή μετακινείται στο αχνό μοτίβο που ξεγελά όσον αφορά την τοπική έκταση. Η λησμονιά εξάλλου εξυφαίνει την κρίση της αφηγήτριας περί της αποστασιοποίησης από τους άλλους και του φυσικού ντετερμινισμού («άπειρος λήθη») μέσα από παρομοιώσεις με τη θάλασσα και το άπειρο (το λογοπαίγνιο δεν είναι τυχαίο, προβάλλει την πικρία). «Μουρμουριστά», κλιμακωτά ζωηρεύει το αντίκρισμα των αποχρώσεων με υποτυπώδη πεζολογική ειρωνεία («ο περιβόητος ορίζοντας») και «με βήμα περιπάτου» διαφαίνεται καθαρά το περίγραμμα των πραγμάτων, γεφυρώνεται το μεταξύ τους χάσμα («πλησιάζουνε τα σχήματα»).

Στο σημείο αυτό η χρονική στάθμη ακινητοποιείται στην επίγνωση των αντικειμένων (με αόριστο προσδιορισμό) που αναζωογονούνται σε ένα παραμυθικό μοτίβο: «ένα λευκό κουπί», «μια στέγη, ένα παραθυρόφυλλο». Η διακριτική εικόνα της εκκλησιάς επισφραγίζει τη δεοντολογία («κάποιο καμπαναριό») για τον προορισμό της πίστης. Φαίνεται σχεδόν εύλογος ο περιορισμός («κλειστές οι πόρτες») που αποσαφηνίζει την ατμόσφαιρα που μας περικλείει, επιβεβλημένος (η προσωποποίηση καταφανής: «τα όρια πεισμώνουν»). Εσκεμμένη η ασαφής ρήση του σχήματος («σ’ ενάργεια βγήκαν τα βουνά») που απευθύνεται στο β΄ ρηματικό πρόσωπο του ενικού της καθολικής συνείδησης για την επικάλυψη του υπαρξιακού κενού («σε γυρίζουν πίσω»).

Ερωτηματικά στοχαστικά με εναλλαγή ρηματικών προσφωνήσεων (η δεύτερη, δηλαδή το «εγώ», αποσιωπάται, εφόσον προειπώθηκε επαναληπτικά) επιτείνουν την λογική απόγνωση της ματαιότητας μιας ευτυχούς ζήσης («κι εσύ προσδοκία πού πας;») και της πνευματικής ολοκλήρωσης («τι γυρεύω ανάμεσα σε τούτες τις νήπιες διαθέσεις;»). Εδρεύει η ύπαρξη και η επίγνωση της ωριμότητας (συναισθηματικής-νοητικής) που ταυτίζεται απόλυτα με το χρονικό σήμα της ενσυνείδητης οντότητας («εγώ, εγώ που είμαι και ονομάζομαι/προχωρημένη ώρα»)  σε αντιπαράθεση με τη μωρία των ανυποψίαστων («νήπιες διαθέσεις»).

«Στη νύχτα που έρχεται» η έννοια του χρόνου μεταβιβάζεται στα διάφορα στάδια που διέρχεται η ζωή του καθενός, προτού ολοκληρωθεί με απόληξη το θάνατο[4].

Ξεκινᾶμε ἀνάλαφροι καθὼς ἡ γύρη
ποὺ ταξιδεύει στὸν ἄνεμο
Γρήγορα πέφτουμε στὸ χῶμα
ρίχνουμε ρίζες, ρίχνουμε κλαδιὰ
γινόμαστε δέντρα ποὺ διψοῦν οὐρανὸ
κι ὅλο ἁρπαζόμαστε μὲ δύναμη ἀπ᾿ τὴ γῆ.
Μᾶς βρίσκουν τ᾿ ἀτέλειωτα καλοκαίρια
τὰ μεγάλα κάματα.
Οἱ ἄνεμοι, τὰ νερὰ
παίρνουν τὰ φύλλα μας.

Ἀργότερα
πλακώνουν οἱ βαριὲς συννεφιὲς
μᾶς τυραννοῦν οἱ χειμῶνες κι οἱ καταιγίδες.
Μὰ πάντα ἀντιστεκόμαστε,
ὀρθωνόμαστε
πάντα ντυνόμαστε μὲ νέο φύλλωμα.
Ὡσότου, φτάνει ἕνας ἄνεμος παράξενος
-κανεὶς δὲ ξέρει πότε κι ἀπὸ ποὺ ξεκινᾶ-
μᾶς ρίχνει κάτω
μ᾿ ὅλες μας τὶς ρίζες στὸν ἀέρα.
Γιὰ λίγο ἀκόμα μὲς στὴ φυλλωσιά μας
κάθεται κρυμμένο
-νὰ πεῖ μία τρίλια του στὴ νύχτα ποὺ ἔρχεται-
ἕνα πουλί.

Έτσι πλησιάζει ο θάνατος, όπως η νύχτα που εγκλωβίζει το άτομο μέσα στο σκοτάδι. Η αλληγορική διατύπωση συμβάλλει στην αποσαφήνιση των χρονικών φάσεων του βίου, πριν την έλευση της τελικής σκηνής. Δεσπόζει η παρομοίωση του ανθρώπου με φυτό καθολικά με έμφαση στη γύρη που ταξιδεύει στον άνεμο, ταυτόσημη της αρχής της ζωής, συνακόλουθα πέφτει στο χώμα, ριζώνει («κι ὅλο ἁρπαζόμαστε μὲ δύναμη ἀπ᾿ τὴ γῆ»), θεριεύει βγάζοντας κλαδιά, αναπτύσσεται και ενδυναμώνεται («ἡ γύρη/ποὺ ταξιδεύει στὸν ἄνεμο»). Ελαύνουν λοιπόν οι εποχές του χρόνου (οι λιακάδες του θέρους, νεφελώματα του φθινοπώρου, χειμωνιάτικες καταιγίδες).

Το δέντρο επιβιώνει πάντοτε, αντιτάσσεται στη φθορά του χρόνου, αποκτά φύλλωμα την άνοιξη. Μολονότι κάθε καινούριος άνεμος άγνωστης προέλευσης το ρίχνει κάτω, το ξεριζώνει, στις φυλλωσιές του κρύβεται ένα πουλί προσφέροντας μια τρίλια στο αναπότρεπτο του θανάτου. Κι ο άνθρωπος, γύρη στους ανέμους, ως οντότητα αόριστη, με δεδομένο την τυχαιότητα στην εξέλιξή του, αυξάνεται, σταθεροποιείται στη γη, αναζητά τον ουρανό («γινόμαστε δέντρα ποὺ διψοῦν οὐρανὸ»). Το πέρασμα του χρόνου ανεξίληλα τον σημαδεύει (τα καλοκαίρια τον ταλαιπωρούν τα λιοπύρια, το φθινόπωρο οι βροχοπτώσεις), τον εξασθενεί.

Η συμβολική γραφή της Μελισσάνθης απεγκλωβίζει τον ποιητικό λόγο από την αντικειμενική διήγηση, τις ρητορείες και την απόλυτη πληροφόρηση («ὀρθωνόμαστε/πάντα ντυνόμαστε»). Αντίθετα ο ψυχισμός και τα πράγματα του κόσμου απεικονίζουν τη μετάβαση από την αρχή στο τέλος της ζωής, ενώ το λυρικό στοιχείο και η μουσικότητα υπηρετούν τη συμβολική τακτική («οἱ βαριὲς συννεφιὲς/μᾶς τυραννοῦν οἱ χειμῶνες κι οἱ καταιγίδες»). Το καλυμμένο τραγικό ίχνος λειτουργεί υποβολιμαία, ενώ ο χαμηλός τόνος του ελεύθερου ρυθμού είναι εσωτερικό χαρακτηριστικό, ώστε ο αναγνωστης μυείται σε αυτή την πνευματική κλίμακα της αυτεπίγνωσης. Συνάμα τα μεταφυσικά περάσματα του νου τιθασεύουν την ακραία κατάληξη κάθε αγώνα, μέσα από την οντολογική αναζήτηση του ολοκληρωμένου στοχασμού σχετικά με την ανθρώπινη μοίρα («φτάνει ἕνας ἄνεμος παράξενος», «μᾶς ρίχνει κάτω
μ᾿ ὅλες μας τὶς ρίζες στὸν ἀέρα»).

Στις «εποχές» ο Αντώνης Φωστιέρης εμπλέκει δύο ποιότητες, του φθινοπώρου και της άνοιξης[5].

Ἲσως μιά μέρα ἀποδειχτεῖ

Πώς τό φθινόπωρο αὐτό

Ἦταν ἡ ἂνοιξη ἑνός ἂλλου φθινοπώρου.

Ἒτσι περνοῦν οἱ ἐποχές

Ἡ μιά βαθιά μέσα στήν ἂλλη

Ἓνα τόπι ὑφάσματος ἓνα ἲδιο τοπίο

Ὁ ἀκαθόριστος καιρός πού καθορίζεται

Στό μέλλον μόνο

Πού καπνίζει αμέριμνο

Ἢδη σκαλίζοντας τίς ἂγρυπνες φωτιές

τῆς κόλασής του.

Συνείδηση τοῦ χρόνου μου.

Ἀνατινάζοντας τά μέγαρα τῶν αἰώνων-

Πέτρες καί σίδερα.

Η χρονική προσήμανση («μια μέρα») σε μελλοντικό αόριστο επίπεδο παραπέμπει σε μια σκοπιμότητα που καθορίζει ο άνθρωπος ως θετική συνέπεια των δυσκολιών. Οι εποχές του χρόνου αφορούν εκφάνσεις του θυμοειδούς αλληγορικά («τό φθινόπωρο αὐτό/ἦταν ἡ ἂνοιξη ἑνός ἂλλου φθινοπώρου»). Το φθινόπωρο της απογοήτευσης ή της παρακμής και η άνοιξη η ανασύσταση της ζωής που φθίνει συνυφαίνονται χωρίς έλλογη ακολουθία στο σκεπτικό της αφήγησης του νοήματος των πραγμάτων («ἒτσι περνοῦν οἱ ἐποχές»). Με φιλοσοφική εστίαση εκθειάζεται ως φύσει στατική η αλληλοσυμπόρευση της ευωχίας με τη δυσχέρεια σε παρομοιαστικό λόγο (σκιαγραφείται ως «τόπι υφάσματος» και «ένα ίδιο τοπίο»).

Αναπάντεχα βέβαια «ο ακαθόριστος καιρός» οριοθετείται, όχι σαφώς, αλλά τουλάχιστον σταθεροποιημένος «στο μέλλον μόνο». Η εκδοχή της σημασίας των περιστάσεων που έχουμε μπροστά μας με τα σύμβολα μιας άλλης εποχής που έπεται ουσιαστικά επιδεικνύει τη δυναμική της ανάπτυξης της αισθητηριακής αντίληψης («συνείδηση τοῦ χρόνου μου»). Μάλιστα παριστάνεται να «καπνίζει αμέριμνο» συσσωρεύοντας όλες τις εμπειρίες (ενδεικτική είναι η εικόνα του πυρός της κόλασης που αναζωπυρώνεται) που συνιστούν έναν καταιγισμό κακουχιών, όπως γράφεται προδιαγραμμένων (« ήδη»).

Το συνειδητό με το ασυνείδητο ανιχνεύουν τμηματικά το χρόνο που εν τέλει αποτελεί ενιαίο κατασκεύασμα για την προσωπική λογικά οικοδομημένη γνώση του αφηγητή μέσα από υπερχρονικά κριτήρια.  Το άτομο αναφύεται σε καθολική παρουσία εξηγώντας την οντολογική θεώρηση της ισχύος του στην κλίκα παρελθόν-παρόν-μέλλον σε μια θεωρητική προσέγγιση της κοσμογονίας (της σύνθεσης και δομής του κόσμου). Τα ουσιαστικά «μέγαρα», «πέτρες καί σίδερα» σκιαγραφούν το ηχητικό κύρος μιας καταστροφής («ἀνατινάζοντας») φύσει αναμενόμενης.

[1] Σκανάτοβιτς, Τ. 2000. Η αυτοκτονία του χρόνου. Αθήνα: Ιωλκός

[2] Γεράσιμος, Φ. 2012. Γεύμα στη χλόη. Αθήνα: Κουκούτσι

[3] Δημουλά, Κ. 1997. Το λίγο του κόσμου. Αθήνα: Στιγμή

[4] Μελισσάνθη. 1965. Το φράγμα της σιωπής. Αθήνα: Δίφρος

[5] Φωστιέρης, Α. 1999. «Οἱ ἐποχές», Ελληνομουσείον, αρ.τ.41.52

Ελευθερία Μπέλμπα*
Φιλόλογος

© schooltime.gr