«Η επικράτηση της Νέας Ελληνικής στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος στον προφορικό λόγο και της καθαρεύουσας στον γραπτό»

Μετά την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους προέκυψε η ανάγκη να υπάρξει και ένα ενιαίο γλωσσικό όργανο για την καλή λειτουργία του. Μέχρι την Επανάσταση του 1821 δεν υπήρχε κοινή ομιλούμενη γλώσσα, αλλά υπήρχε ένα «μωσαϊκό» διαλέκτων που μιλιόταν στην Πόλη, την Αθήνα, τη Μακεδονία, Κρήτη, Κύπρο, Κάτω Ιταλία, κλπ.

Προτού ακόμα υπάρξει νεοελληνικό κράτος, συζητιόταν με μεγάλο πάθος ήδη από τον 18ο, ποια γραπτή γλώσσα θα καθιερωθεί στο εν δυνάμει νέο ελληνικό κράτος. Προτείνονταν τρεις λύσεις: η αρχαΐζουσα γλώσσα, η καθαρεύουσα και η δημοτική.  Όσοι ασπάζονταν την πρώτη λύση είχαν το επιχείρημα ότι έτσι θα πείσουν τους Ευρωπαίους για τη στενή τους σχέση με την αρχαία Ελλάδα και θα κατάφερναν να δουν ευνοϊκά οι Ευρωπαίοι την ελληνική επανάσταση λόγω της αρχαιολατρίας τους. Η αρχαΐζουσα ξεκίνησε από την εποχή του Βυζαντίου και κυριάρχησε τρεις αιώνες με το κίνημα του αττικισμού. Η κυριαρχία αυτής της γραπτής γλώσσας για πολλούς αιώνες δεν μας επιτρέπει να παρακολουθήσουμε την εξέλιξη της γλώσσας που μιλάει ο λαός. Το πιο πιθανό είναι η νέα ελληνική να άρχισε να διαμορφώνεται γύρω στο 1000 μΧ. Η δεύτερη λύση την οποία υποστήριξε ο Αδαμάντιος Κοραής, ήταν η «καθαρεύουσα». Αυτός και οι υποστηρικτές του προτείνουν να «καθαριστεί» η ομιλούμενη γλώσσα και να εισαχθούν λέξεις της αρχαίας ελληνικής και λέξεις της δημοτικής να ενταχθούν στο κλητικό σύστημα της αρχαίας ελληνικής. Έτσι το ψάρι έγινε οψάριον, το χτυπώ έγινε κτυπώ, το μάτι έγινε οφθαλμός, το γιατί έγινε διότι κλπ. Έτσι γεννήθηκε η καθαρεύουσα, η οποία και θα γίνει η επίσημη γραπτή γλώσσα του ελληνικού κράτους μέχρι το 1976. Η Τρίτη πρόταση αφορούσε την υιοθέτηση της δημοτικής, γλώσσα που μιλούσε ο λαός, να γίνει και η γλώσσα του κράτους στην παιδεία και τη διοίκηση. Θα χρειαστούν μακροχρόνιοι αγώνες του δημοτικιστικού κινήματος μέχρι την επικράτησή της σαν επίσημης γλώσσας γραπτής στην διοίκηση και την παιδεία.

Στον προφορικό λόγο η πορεία της γλώσσας ήταν εντελώς διαφορετική. Η ύπαρξη διαλέκτων δεν δημιουργούσε σοβαρά προβλήματα επικοινωνίας, παρά μόνον στις περιπτώσεις της μεγάλης γεωγραφικής απόστασης, όπως τα ποντιακά. Οι δυσκολίες επικοινωνίας στην Ελλάδα του 1836 περιγράφονται με χαρακτηριστικό τρόπο στο θεατρικό έργο η «Βαβυλωνία» του Δ. Βυζάντιου. Εκεί φαίνεται καθαρά ότι υπάρχει η ανάγκη μιας «κοινής» ομιλούμενης γλώσσας.

Πώς γεννήθηκε όμως η κοινή νεοελληνική γλώσσα; Ήδη από τα χρόνια του Βυζαντίου στα μεγάλα αστικά κέντρα της αυτοκρατορίας είχε διαμορφωθεί μια «κοινή» ομιλούμενη γλώσσα, η οποία είχε επιδράσεις από τις τοπικές διαλέκτους και την αρχαΐζουσα γλώσσα. Με την ίδρυση του νεοσύστατου ελληνικού κράτους αυτή η «κοινή» θα συναντηθεί με την πελοποννησιακή διάλεκτο και αυτή η συνάντηση θα δώσει το νέο γλωσσικό όργανο την «κοινή δημοτική». Η συνάντηση έγινε με την πελοποννησιακή διάλεκτο, γιατί από εκεί ξεκίνησε η επανάσταση και η Πελοπόννησος απετέλεσε τον πυρήνα του ελληνικού κράτους. Οι λόγοι λοιπόν είναι καθαρά ιστορικοί. Αν η επανάσταση ξεκινούσε από τη Μακεδονία, τότε η κοινή νεοελληνική θα είχε άλλη μορφή. Επομένως η σημερινή νεοελληνική βασίστηκε σε μια διάλεκτο η οποία τότε ήταν ισχυρή, επειδή ισχυροί πολιτικά και ιστορικά ήταν οι ομιλητές της. Η Πελοποννησιακή λοιπόν διάλεκτος απετέλεσε την βάση της νέας ελληνικής και κατέληξε να μιλιέται από όλους, έγινε δηλαδή κοινή.

Χρειάστηκε όμως να «αναβαθμιστεί» και να αποκτήσει μια δομή κοινωνικά πιο σύνθετη. Έτσι προστέθηκαν πολλές καινούριες λέξεις είτε με δανεισμό από τα αρχαία ελληνικά είτε από μεταφράσεις από άλλες γλώσσες – κυρίως τα γαλλικά – είτε δημιουργήθηκαν νέες λέξεις (νεολογισμοί). Όροι διοικητικοί και εξουσίας με τούρκικα ονόματα έπρεπε να αντικατασταθούν με αντίστοιχες ελληνικές. Έτσι οι τουρκικές ντοβλέτι, φιρμάνι, αγάς, πασάς, μπέης κ.α., έδωσαν τη θέση τους σε αντίστοιχες ελληνικές όπως εξουσία, νόμος, βουλευτής, εφετείο κλπ.

Από την καθαρεύουσα στην κοινή νεοελληνική έμειναν κάποιες εκφράσεις π.χ. εν τω μεταξύ, εν πάση περιπτώσει κλπ. Η κατασκευασμένη καθαρεύουσα, μια γλώσσα που έντυσε με αρχαία ρούχα λέξεις της δημοτικής, δεν μιλήθηκε ποτέ σαν ζώσα γλώσσα, μια γλώσσα απολίθωμα δεν εξυπηρετεί τις ανάγκες μιας κοινωνίας και έτσι μοιραία έδωσε τη θέση της στη δημοτική. Οι γλώσσες υπηρετούν τις κοινωνίες και όταν δεν συμβαίνει αυτό, πεθαίνουν.

Γιώτα Ιωακειμίδου*
Φιλόλογος

© schooltime.gr