Στον αντίποδα της προσωπικής έκθεσης των πραγμάτων του κόσμου, ανιχνεύεται η πεποίθηση της πολιτικής προέκτασης των ατομικών εντυπώσεων. Ο πολιτικός προβληματισμός άλλοτε εκφράζει καθολικές ιδέες και άλλοτε συνυφαίνεται με την προοπτική της εξέλιξης των συνθηκών, βάσει της στράτευσης εντός των ομάδων. Έτσι επιχειρείται η ερμηνεία των δεδομένων με την οπτική της διάψευσης ή της κλιμάκωσης των συλλογικών προσπαθειών σε μια συναινετική διεκπεραίωση των προβλημάτων.

Στην «οφειλή» του Τίτου Πατρίκιου κυρίαρχο ζητούμενο είναι το καθήκον του πνευματικού ανθρώπου απέναντι σ’ αυτούς που έδωσαν τη ζωή τους στην Κατοχή και στον Εμφύλιο.

Μέσα από τόσο θάνατο που έπεσε και πέφτει,
πολέμους, εκτελέσεις, δίκες, θάνατο κι άλλο θάνατο
αρρώστεια, πείνα, τυχαία δυστυχήματα,
δολοφονίες από πληρωμένους εχθρών και φίλων,
συστηματική υπόσκαψη κ’ έτοιμες νεκρολογίες
είναι σα να μου χαρίστηκε η ζωή που ζω.
Δώρο της τύχης, αν όχι κλοπή απ’ τη ζωή άλλων,
γιατί η σφαίρα που της γλύτωσα δε χάθηκε
μα χτύπησε το άλλο κορμί που βρέθηκε στη θέση μου.
Έτσι σα δώρο που δεν άξιζα μου δόθηκε η ζωή
κι όσος καιρός μου μένει
σαν οι νεκροί να μου τον χάρισαν
για να τους ιστορήσω.

Εξαρχής διατυπώνεται η άποψη ότι η ζωή για τους σύγχρονους τουλάχιστον ως  χάρισμα της θυσίας όσων χάθηκαν σε σκληρές περιόδους ξένης επιβολής και εμφύλιας διαμάχης μπορεί να ειδωθεί. Ο ποιητής πρώτιστα κατοχυρώνει την αναγκαιότητα της έκφρασης της «οφειλής» προς τους νεκρούς που ευθύνονται για τη ζωή που εξακολουθεί να βιώνει («είναι σα να μου χαρίστηκε η ζωή που ζω»). Η περιρρέουσα κατάσταση που περιβάλλει τη συγκαιρινή της εποχής του ποιητή επιβίωση (το ποίημα ανήκει στα κείμενα της δεκαετίας 1952-1962) είναι απόρροια κάποιων παραμέτρων που διοχετεύονται με μια αφαιρετική γραφή, υπαινικτική του τραγικού.

Σε ασύνδετο σχήμα μια αλυσίδα ουσιαστικών («πολέμους, εκτελέσεις, δίκες», «αρρώστεια, πείνα, τυχαία δυστυχήματα,/δολοφονίες») ορίζει σαφώς συγκυρίες του ιστορικού ρεαλισμού, με κοινό παρονομαστή την απειλή της αμετάκλητης απώλειας που προκύπτει από δεδομένα πολιτικά˙ θάνατοι σε μάχες, από κακουχίες, δολοφονίες, τυχαία δυστυχήματα, εκτελέσεις. Το πολιτικό σχόλιο επιστρατεύει τη μεθοδική διαπόμπευση της ατομικής αξίας ή την υπόσκαψη της κομματικής ταυτότητας («συστηματική υπόσκαψη κ’ έτοιμες νεκρολογίες») που επισφραγίζει τόσες απώλειες.

Ο θάνατος («που έπεσε και πέφτει») μέσα από τα χρονικά ευρεία φάσματα είναι αναπότρεπτη κατάληξη σε συνεχές σκηνικό τελμάτωσης, αν και οριστικός («τόσο θάνατο», «θάνατο κι άλλο θάνατο»). Στη βασική αντίθεση με τη ζωή εστιάζει το ποιητικό υποκείμενο μέσα από μια προσωπική επισήμανση ότι του χαρίστηκε η ζωή, δεν την απέκτησε πασχίζοντας («σα να μου χαρίστηκε η ζωή»). Την παρομοιάζει με δώρο, δηλαδή αυτό που δόθηκε, δεν οικοδομήθηκε, εξαιτίας της τύχης (με την έννοια της καλής σύμπτωσης) ή εξαιτίας της «κλοπής» («κλοπή απ’ τη ζωή άλλων»). Αυτή η παλινδρόμηση της συνείδησης δεν αποτελεί ουσιαστικό δίλημμα, αλλά επιφανειακή διερεύνηση της πηγής της ζωής. Η συναίσθηση της ευθύνης του ποιητή για την επιβίωσή του μετά την αποφυγή της εκτέλεσης («η σφαίρα που της γλύτωσα δε χάθηκε/μα χτύπησε το άλλο κορμί που βρέθηκε στη θέση μου») προβάλλει ως ενοχή για την άλλη ζωή που χάθηκε και σαν ανέλπιστη προσφορά μολονότι δεν του άξιζε («σα δώρο που δεν άξιζα μου δόθηκε η ζωή»), πράγμα που αφορά το κλίμα της αυτοκριτικής.

Στο ίδιο κλίμα αποσαφηνίζεται η σημασία του τίτλου, δηλαδή της οφειλής, στους στίχους 11-13, με το χρονικό υπολογισμό στην πρόδρομη αφήγηση («όσος καιρός μου μένει») του υπολειπόμενου καιρού μέχρι το θάνατο, συνεπώς επανέρχεται στο ίδιο μοτίβο. Συνάμα η παρόμοια αβεβαιότητα που εισάγεται με το τροπικό «σαν» σηματοδοτεί τη δωρεά της ζωής («σαν οι νεκροί να μου τον χάρισαν»). Έτσι το χρέος συνίσταται στην απαθανάτιση του έργου, τη μνημόνευση των αγώνων, την τιμή γενικά προς τους νεκρούς («για να τους ιστορήσω») μέσα από την ποίηση. Το χαμηλών τόνων μήνυμα του χρέους του διανοούμενου δημιουργού στο κείμενο αποτυπώνεται μέσα από το στοχαστικό λόγο, την πεζολογική αφήγηση, το ρεαλισμό των αφαιρετικών εικόνων.

Το «ημερολόγιο καταστρώματος» (γραμμένο την εποχή 1941-1944) του Γιώργου Σεφέρη περιλαμβάνει και τον «Τελευταίο σταθμό»[1]. Τελευταίο λιμάνι πριν την επιστροφή στην Ελλάδα είναι η Cava dei Tirreni  όπου θα παραμείνει ο ποιητής με κυβερνητικά στελέχη (27 Σεπτεμβρίου-17 Οκτωβρίου). Μαρτυρεί άλλωστε ο ίδιος («Μέρες Δ΄») ότι στη σύνθεση του κειμένου επιδρούν οι αντίξοες συνθήκες. Δυο μέρες μετά φεύγει για Αθήνα, έτσι στη σημείωση η ημερομηνία (5-10-1944) δηλώνει την αρχή της συγγραφής.

Λίγες οι νύχτες με φεγγάρι που μ’ αρέσαν.

Τ’ αλφαβητάρι των άστρων που συλλαβίζεις

όπως το φέρει ο κόπος της τελειωμένης μέρας

και βγάζεις άλλα νοήματα κι άλλες ελπίδες,

πιο καθαρά μπορείς να το διαβάσεις. 5

Τώρα που κάθομαι άνεργος και λογαριάζω

λίγα φεγγάρια απόμειναν στη μνήμη∙

νησιά, χρώμα θλιμμένης Παναγίας, αργά στη χάση

ή φεγγαρόφωτα σε πολιτείες του βοριά ρίχνοντας κάποτε

σε ταραγμένους δρόμους ποταμούς και μέλη ανθρώπων 10

βαριά μια νάρκη.

Κι όμως χτες βράδυ εδώ, σε τούτη τη στερνή μας σκάλα

όπου προσμένουμε την ώρα της επιστροφής μας να χαράξει

σαν ένα χρέος παλιό, μονέδα που έμεινε για χρόνια

στην κάσα ενός φιλάργυρου, και τέλος 15

ήρθε η στιγμή της πληρωμής κι ακούγονται

νομίσματα να πέφτουν πάνω στο τραπέζι∙

σε τούτο το τυρρηνικό χωριό, πίσω από τη θάλασσα του

Σαλέρνο

πίσω από τα λιμάνια του γυρισμού, στην άκρη

μιας φθινοπωρινής μπόρας το φεγγάρι 20

ξεπέρασε τα σύννεφα, και γίναν

τα σπίτια στην αντίπερα πλαγιά από σμάλτο.

Σιωπές αγαπημένες της σελήνης.

Είναι κι αυτός ένας ειρμός της σκέψης ένας τρόπος

ν’ αρχίσεις να μιλάς για πράγματα που ομολογείς 25

δύσκολα, σε ώρες όπου δε βαστάς σε φίλο

που ξέφυγε κρυφά και φέρνει

μαντάτα από το σπίτι κι από τους συντρόφους,

και βιάζεσαι ν’ ανοίξεις την καρδιά σου

μη σε προλάβει η ξενιτιά και τον αλλάξει. 30

Ερχόμαστε απ’ την Αραπιά, την Αίγυπτο, την Παλαιστίνη,

            τη Συρία∙

το κρατίδιο

της Κομμαγηνής, που ‘σβησε σαν το μικρό λυχνάρι

πολλές φορές γυρίζει στο μυαλό μας,

και πολιτείες μεγάλες που έζησαν χιλιάδες χρόνια35

κι έπειτα απόμειναν τόπος βοσκής για τις γκαμούζες

χωράφια για ζαχαροκάλαμα και καλαμπόκια.

Ερχόμαστε απ’ την άμμο της έρημος απ’ τις θάλασσες του

            Πρωτέα,

ψυχές μαραγκιασμένες από δημόσιες αμαρτίες,

καθένας κι ένα αξίωμα σαν το πουλί μες στο κλουβί του.40

Το βροχερό φθινόπωρο σ’ αυτή τη γούβα

κακοφορμίζει την πληγή του καθενός μας

ή αυτό που θα ‘λεγες αλλιώς, νέμεση μοίρα

ή μονάχα κακές συνήθειες, δόλο και απάτη,

ή ακόμη ιδιοτέλεια να καρπωθείς το αίμα των άλλων.45

Εύκολα τρίβεται ο άνθρωπος μες στους πολέμους∙

ο άνθρωπος είναι μαλακός, ένα δεμάτι χόρτο∙

χείλια και δάκτυλα που λαχταρούν ένα άσπρο στήθος

μάτια που μισοκλείνουν στο λαμπύρισμα της μέρας

και πόδια που θα τρέχανε, κι ας είναι τόσο κουρασμένα,50

στο παραμικρό σφύριγμα του κέρδους.

Ο άνθρωπος είναι μαλακός και διψασμένος σαν το χόρτο,

άπληστος σαν το χόρτο, ρίζες τα νεύρα του κι απλώνουν∙

σαν έρθει ο θέρος

προτιμούν να σφυρίξουν τα δρεπάνια στ’ άλλο χωράφι∙55

σαν έρθει ο θέρος

άλλοι φωνάζουνε για να ξορκίσουν το δαιμονικό

άλλοι μπερδεύονται μες στ’ αγαθά τους, άλλοι ρητο-

ρεύουν.

Αλλά τα ξόρκια τ’ αγαθά τις ρητορείες,

σαν είναι οι ζωντανοί μακριά, τι θα τα κάνεις;60

Μήπως ο άνθρωπος είναι άλλο πράγμα;

Μην είναι αυτό που μεταδίνει τη ζωή;

Καιρός του σπείρειν, καιρός του θερίζειν.

Πάλι τα ίδια και τα ίδια θα μου πεις φίλε.

Όμως τη σκέψη του πρόσφυγα τη σκέψη του αιχμάλωτου65

            τη σκέψη

του ανθρώπου σαν κατάντησε κι αυτός πραμάτεια

δοκίμασε να την αλλάξεις, δεν μπορείς.

Ίσως και να ‘θελε να μείνει βασιλιάς ανθρωποφάγων

ξοδεύοντας δυνάμεις που κανείς δεν αγοράζει

να σεργιανά μέσα σε κάμπους αγαπάνθων70

ν’ ακούει τα τουμπελέκια κάτω απ’ το δέντρο του μπαμπού,

καθώς χορεύουν οι αυλικοί με τερατώδεις προσωπίδες.

Όμως ο τόπος που τον πελεκούν και που τον καίνε σαν

            το πεύκο, και τον βλέπεις

είτε στο σκοτεινό βαγόνι, χωρίς νερό, σπασμένα τζάμια,

            νύχτες και νύχτες

είτε στο πυρωμένο πλοίο που θα βουλιάξει καθώς το δεί-75

            χνουν οι στατιστικές,

ετούτα ρίζωσαν μες στο μυαλό και δεν αλλάζουν

ετούτα φύτεψαν εικόνες ίδιες με τα δέντρα εκείνα

που ρίχνουν τα κλωνάρια τους μες στα παρθένα δάση

κι αυτά καρφώνονται στο χώμα και ξαναφυτρώνουν∙

ρίχνουν κλωνάρια και ξαναφυτρώνουν δρασκελώντας80

λεύγες και λεύγες∙

ένα παρθένο δάσος σκοτωμένων φίλων το μυαλό μας.

Κι α σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές

είναι γιατί τ’ ακούς γλυκότερα, κι η φρίκη

δεν κουβεντιάζεται γιατί είναι ζωντανή85

γιατί είναι αμίλητη και προχωράει∙

Στάζει τη μέρα στάζει στον ύπνο

μνησιπήμων πόνος.

Να μιλήσω για ήρωες να μιλήσω για ήρωες: ο Μιχάλης

που έφυγε μ’ ανοιχτές πληγές απ’ το νοσοκομείο90

ίσως μιλούσε για ήρωες όταν, τη νύχτα εκείνη

που έσερνε το ποδάρι του μες στη συσκοτισμένη πολιτεία,

ούρλιαζε ψηλαφώντας τον πόνο μας∙ «Στα σκοτεινά

πηγαίνουμε στα σκοτεινά προχωρούμε…»

Οι ήρωες προχωρούν στα σκοτεινά. 95

Λίγες οι νύχτες με φεγγάρι που μ’ αρέσουν.

Cava dei Tirreni, 5 Οκτωβρίου ’44

Η φράση, «οι θάλασσες του Πρωτέα», παραπέμπει στα παράλια της Αιγύπτου, στο νησί Φάρος, με τον Πρωτέα που αντιστοιχεί σε μια θαλάσσια θεότητα ανάλογη του Ποσειδώνα[2]. Στο ποίημα αποτυπώνεται το κλίμα του πολέμου. Ο θρήνος για τους συντρόφους που έχασαν τη ζωή τους αποτελεί παρακαταθήκη του διάχυτου σκεπτικισμού όσον αφορά τον πατριωτικό εκφυλισμό. Κυρίαρχο είναι το στοιχείο της προσωπικής εκτίμησης των πραγμάτων μέσα από μια φωνή υποβόσκουσα και γνώμη κατατιθέμενη προς το αδιευκρίνιστο «εσύ» («πάλι τα ίδια και τα ίδια θα μου πεις φίλε»). Ο έντονος συμβολισμός του φεγγαριού, ως απαύγασμα μιας πρωτυτερινής εμπειρικής κρίσης, ενισχύει τον ατμοσφαιρικό τόνο («τώρα που κάθομαι άνεργος και λογαριάζω/λίγα φεγγάρια απόμειναν στη μνήμη») σε μια διαλεκτική ανάμεσα στο παρόν και το αμιγές παρελθόν. Η αναμονή στο τυρρηνικό χωριό δίνει την εντύπωση εξύφανσης σταδιακού ημερολογιακού λόγου (στ.1-23)[3].

Το ιστορικό υπόβαθρο του έθνους δε δίνει παρά τη δυνατότητα στον ποιητή να αναδείξει την απογοήτευση («ψυχές μαραγκιασμένες από δημόσιες αμαρτίες») λόγω της ιδιοτέλειας, της μεμψιμοιρίας, της ποταπότητας (στ. 24-63). Η υποκειμενική θέαση των υφιστάμενων συνθηκών («κι η φρίκη/δεν κουβεντιάζεται γιατί είναι ζωντανή/γιατί είναι αμίλητη και προχωράει») και η αξιολόγηση των πεπραγμένων υποβάλλεται εν τέλει (στ.64-88). Η εμπειρία του Σεφέρη από το διπλωματικό σώμα τον υποκινεί σε κρίσεις αυξημένης βαρύτητας, με την έννοια ότι ο φιλελληνισμός τουλάχιστον δεν θεωρούνταν παρά μόνο ως επιφανειακό σύστημα αξιών βάσει της ιστορικής προοπτικής. Στη συμφωνία της Γιάλτας μορφοποιήθηκε από τα ισχυρά κράτη, προς ικανοποίηση των συμφερόντων τους, η μεταπολεμική πολιτική αναφορικά με τις χώρες που είχε καταλάβει η ναζιστική Γερμανία και τις συμμαχικές, με απόρροια την εκμηδένιση των αδύναμων εθνών. Συνάμα εμφανής ήταν και η εσωτερική πολιτική της αστάθειας και επιρρέπειας σε ξένες στρατηγικές, με την αλλαγή κυβερνήσεων. Στη Μέση Ανατολή η ελληνική επιτροπή επιζητούσε την παραίτηση του Γεωργίου. Η πολιτική δεν προέκρινε τη βούληση της πλειοψηφίας, τη συνταγματική οργάνωση, την ανανέωση και ο εμφύλιος καραδοκούσε (με αφετηρία το 1946). Οι κομματικές διαφορές, οι πολιτικές διαμάχες ίσχυαν στον αντίποδα της ανάγκης για εθνική συσπείρωση.

Ένα φυσικό τοπίο συμβολικό αποπνέει μια ευαισθησία όσον αφορά το κλίμα της νύχτας και συναισθήματα πεσιμισμού, λειτουργεί αποπροσανατολιστικά όσον αφορά το πολιτικό σύστημα αξιών που θα εισηγηθεί, ενώ λανθάνει ένας ερωτισμός σαρκαστικός μέσα στην αναπόληση («τ’ αλφαβητάρι των άστρων», «ο κόπος της τελειωμένης μέρας», «άλλα νοήματα κι άλλες ελπίδες»). Η ενσωμάτωση της προσωπικής αφήγησης εκπλήσσει  («τώρα που κάθομαι άνεργος και λογαριάζω») με τη συναισθηματική επιφόρτιση σε αχανές χρονικό πλαίσιο πιο πολύ εστιάζοντας στην πατρίδα των νησιών και στην ξενιτιά του δυτικού κόσμου («νησιά, χρώμα θλιμμένης Παναγίας, αργά στη χάση/ή φεγγαρόφωτα σε πολιτείες του βοριά») με μια επιμονή στη νύχτα. Παραστάσεις εσχάτως αποτρόπαιες εισάγουν στο βασικό μοτίβο της απογοήτευσης («σε ταραγμένους δρόμους ποταμούς και μέλη ανθρώπων/βαριά μια νάρκη») χωρίς ειδικό ιστορικό βάρος. Το χρονικό όριο καθορίζεται αναδρομικά, συγκριτικά με το απώτερο παρελθόν («λίγα φεγγάρια απόμειναν στη μνήμη»), τη στιγμή της επιστροφής («χτες βράδυ»). Υφίσταται μια ευρεία αίσθηση της συμφωνίας του ακαθόριστου συνόλου ανθρώπων έχοντας ως κοινό έρεισμα την εμπειρική ευθύνη («σαν ένα χρέος παλιό»). Όλο το υπόβαθρο της ανάμνησης διατυπώνεται μέσα από μια παρομοίωση του υλικού χρέους, τη μονέδα του φιλάργυρου («σαν ένα χρέος παλιό, μονέδα που έμεινε για χρόνια/στην κάσα ενός φιλάργυρου, και τέλος/ήρθε η στιγμή της πληρωμής»). με τη σημασία της αρρωστημένης προσκόλλησης σε πατροπαράδοτα ιδεώδη.  

Στο κείμενο αλληλοδιαδέχεται το πλασματικό με το φανταστικό στοιχείο, έντονη περιγραφή, σήμανση στις κακουχίες, τους εξευτελισμούς που ουσιαστικά προηγούνται κάθε ευγενούς προσδοκίας ανταμοιβής  με επίγνωση της υλικής κλίμακας των συνθηκών, της ζώσας ύλης εντός μιας ηχητικής κακής εντύπωσης («ακούγονται/νομίσματα να πέφτουν πάνω στο τραπέζι»)[4]. Κάποιοι βρίσκονται στον Τυρρηνικό τόπο («σε τούτο το τυρρηνικό χωριό, πίσω από τη θάλασσα του Σαλέρνο») με σκόπευση στην επιστροφή στα πεπραγμένα («πίσω από τα λιμάνια του γυρισμού») σε μια εικόνα στην οποία αλληγορικά  η τοπιογραφία περικλείει την εποχιακή νοοτροπία («στην άκρη/ μιας φθινοπωρινής μπόρας το φεγγάρι/ξεπέρασε τα σύννεφα»). Το φως έκδηλο («και γίναν/τα σπίτια στην αντίπερα πλαγιά από σμάλτο») σε μια διαλεκτική με το Βιργίλιο σμιλεύει την ειδυλλιακή παράσταση[5].

Συνειρμικά απλώνεται στο μυαλό του διπλωμάτη το κρατίδιο της Κομμαγηνής σβησμένο πλέον· παρομοιάζεται με λυχνάρι, αφού δεν ισορρόπησε την ελληνικότητα με το ασιατικό στοιχείο, χάνοντας την εθνική φυσιογνωμία, πράγμα που εγείρει ενδόμυχο φόβο για την εξέλιξη του ελληνισμού εντός της χώρας. Μια σειρά ονομάτων συγκεκριμενοποιεί το ακαθόριστο των συλλογισμών που προτάθηκαν πάλι σε μια μνημονική διαδικασία («το κρατίδιο της Κομμαγηνής», «το μικρό λυχνάρι», «πολιτείες μεγάλες», «χιλιάδες χρόνια», «τόπος βοσκής», «γκαμούζες»), ετούτοις πλέον οι παρελθοντικοί χρόνοι απλώς συνοδεύουν τη συντακτική λογική («‘σβησε», «έζησαν», «απόμειναν»). Έτσι ένα ενιαίο νοηματικό σχήμα συμπληρώνει τα τεκταινόμενα («χωράφια για ζαχαροκάλαμα και καλαμπόκια») δίνοντας την εντύπωση των ταξιδιωτικών στιγμιότυπων από παράθυρα μεταφορικών μέσων.

Η ενδοσκόπηση αισθητοποιείται με το δεύτερο ενικό ρηματικό πρόσωπο σε εξομολογητικό ύφος και υπαινικτικότητα, όπως άλλωστε υφίσταται καθολικά στο κείμενο («ένας ειρμός της σκέψης ένας τρόπος/ν’ αρχίσεις να μιλάς για πράγματα που ομολογείς/δύσκολα»). Η ισορροπία σε αντίρροπα ρεύματα μοιάζει με συμπλοκή των ειρμών, δυσχέρεια αναδίπλωσης των λογισμών του διανοούμενου που βλέπει, κατανοεί όλα όσα συμβάλουν στην απομάκρυνση από την πατρίδα («και βιάζεσαι ν’ ανοίξεις την καρδιά σου/μη σε προλάβει η ξενιτιά και τον αλλάξει»), ενώ η σύνδεση με αυτή πλέον επιτυγχάνεται με διαμεσολάβηση ανάμεσα στο νοσηρό αποκλεισμό και τη λανθάνουσα επανάκαμψη («δε βαστάς σε φίλο/που ξέφυγε κρυφά και φέρνει/μαντάτα από το σπίτι κι από τους συντρόφους»).

Η παραπομπή στο ξένο κλίμα και τις επιδράσεις του αποτελεί μια προσπάθεια αιτιολόγησης της αποξένωσης του άνθρωπου από τις ρίζες από τότε που επέδειξε ιδιοτελή κίνητρα («καθένας κι ένα αξίωμα») εντός εθών ζημιογόνων στον αντίποδα της εθνικής ευαισθησίας. Μια τάση αυτοελέγχου ανασύρει τη φωνή του «εμείς» σε λόγο κωδικοποιημένο, που εστιάζει πιο πολύ σε μια μειοψηφία προνομιούχο που πρέπει να λογοδοτήσει για τις επιλογές της («το βροχερό φθινόπωρο σ’ αυτή τη γούβα/κακοφορμίζει την πληγή του καθενός μας») και συνάμα να υποστεί τις συνέπειες της πτώσης της. Στην επισήμανση των αποδοκιμασιών το ύφος μεταλλάσσεται, υπό το πρίσμα των μεταπτώσεων, στο λόγο του δείχνει οργή («ιδιοτέλεια να καρπωθείς το αίμα των άλλων»).

Παρατηρήσεις σχετικά με την ανθρώπινη φύση και τη ζημιογόνα επίδραση των πολέμων κρίνονται ως συνέχεια της δικαιολόγησης συμπεριφορών («νέμεση μοίρα», «κακές συνήθειες, δόλο και απάτη») με βαρύτητα στο ουσιαστικό που ορίζει τις προτάσεις κρίσεως. Ο άνθρωπος λοιπόν αδύναμος στο κακό, ευαίσθητος στην πίεση ταυτίζεται με το χόρτο («ένα δεμάτι χόρτο», «διψασμένος σαν το χόρτο,/άπληστος σαν το χόρτο») επίπλαστος, επικίνδυνα επιρρεπής στις ροπές του περιβάλλοντος («εύκολα τρίβεται ο άνθρωπος μες στους πολέμους»). Ο οίστρος σμιλεύει την καθολική παράσταση του ατόμου που χωρίς αντιστάσεις αποφεύγει το φως («λαμπύρισμα της μέρας»), την αλήθεια, ταλαιπωρημένος∙ τα σωματικά μέλη («χείλια και δάκτυλα», «μάτια», «πόδια»), συμβολικά σκήπτρα στη σεφερική ποιητική του χειρισμού της ζωής, περισσότερο στηρίζουν την έννοια της κερδοσκοπίας («σφύριγμα του κέρδους»), που κυοφορεί ταπεινές ενέργειες σε μιαν εποχή θερισμού των προνομίων, της ραστώνης («σαν έρθει ο θέρος/προτιμούν να σφυρίξουν τα δρεπάνια στ’ άλλο χωράφι»).

Η αμετάκλητη καταστροφή («για να ξορκίσουν το δαιμονικό»), κάλεσμα και για όσους επαναπαύονται στον πλούτο («άλλοι μπερδεύονται μες στ’ αγαθά τους») και την εξουσία («άλλοι ρητορεύουν») είναι πεδίον απόδειξης της ανικανότητάς τους να ενστερνιστούν τη συλλογική οπτική. Αποφθεγματικά διατυπώνεται ότι επιβάλλεται να τοποθετηθούν οι συγκυρίες στην κλίμακα που ορίζει η ανάγκη («καιρός του σπείρειν, καιρός του θερίζειν»). Η ειρωνεία εξαρτάται από τη λογική της μάταιης επίτασης των προσπαθειών στην περίπτωση της αναζήτησης της αλήθειας, της υπηρεσίας προς το συνάνθρωπο («αλλά τα ξόρκια τ’ αγαθά τις ρητορείες,/σαν είναι οι ζωντανοί μακριά, τι θα τα κάνεις;») και κλιμακώνεται με την επιδίωξη της ξεκαθάρισης των ιδεωδών σε ένα διαχρονικό σκεπτικό («μήπως ο άνθρωπος είναι άλλο πράγμα;/μην είναι αυτό που μεταδίνει τη ζωή;»).

Πολιτικάντηδες και πνευματικοί ταγοί ικανοποιούν συμφέροντα, καλλιεργούν τον ατομικισμό, όχι την προσφορά προς το λαό με ανυστεροβουλία. Κατ’ επέκταση και η έλλειψη στήριξης του κράτους στον πρόσφυγα (εμπειρία του ποιητή) στην ξένη γη, αιχμάλωτο των περιορισμών, τον καταντά είδος προς διαπραγμάτευση («τη σκέψη του πρόσφυγα τη σκέψη του αιχμάλωτου/ τη σκέψη του ανθρώπου σαν κατάντησε κι αυτός πραμάτεια»), ακούσιο θύμα του πολέμου. Έτσι φαίνεται ότι θα προτιμούσε να γίνει «βασιλιάς ανθρωποφάγων» διατηρώντας την δυναμική, το ήθος του, πράγμα δυσχερές εφόσον έχει ριζώσει μέσα του η προσκόλληση στο τόπο τον αδικημένο που βάλλεται, ασφυκτιά, εξολοθρεύεται («δυνάμεις που κανείς δεν αγοράζει», «σε κάμπους αγαπάνθων», «τα τουμπελέκια κάτω απ’ το δέντρο του μπαμπού», «οι αυλικοί με τερατώδεις προσωπίδες»).

Ωστόσο ο τόπος («που τον πελεκούν και που τον καίνε σαν/ το πεύκο») συνδέεται με τη φύση του ποιητή, μεταφέρει μαζί του την παράδοση και τα χαρακτηριστικά της («ετούτα ρίζωσαν μες στο μυαλό και δεν αλλάζουν»). Χρησιμοποιείται μια παρομοίωση μάλιστα∙ όπως μετατοπίζονται κάποια δέντρα των τροπικών (η συκομορέα) χάρη στις εναέριες ρίζες που φυτρώνουν από τα κλαδιά, πέφτουν και ριζώνουν στο έδαφος από όπου αναδύονται νέα δέντρα («ετούτα φύτεψαν…ξαναφυτρώνουν»), παρόμοια οι σκέψεις διακλαδώνονται οδυνηρές, αναφύονται από τον πόνο για την πάσχουσα πατρίδα ή την εμμονή στην άδικη απώλεια όσων άφησαν πίσω τους την παρακαταθήκη («ένα παρθένο δάσος σκοτωμένων φίλων το μυαλό μας»).

Απλόχερα καταγράφονται εκφάνσεις ενός τόπου που κινδυνεύει και τα προγνωστικά για την τύχη του είναι κακά («είτε στο σκοτεινό βαγόνι, χωρίς νερό, σπασμένα τζάμια», «στο πυρωμένο πλοίο που θα βουλιάξει καθώς το δείχνουν οι στατιστικές») είτε αναφορικά με τον εσωτερικό πολιτισμικό θησαυρό του που απεμπολείται είτε την αποδόμηση της δυναμικής του στο διεθνές σκηνικό («μνησιπήμων πόνος»). Η επεξήγηση της χρήσης του αλληγορικού λόγου, της μεταφορικότητας («παραμύθια και παραβολές», «γλυκότερα»), αντί της κυριολεξίας, οφείλεται στην αποφυγή της δεινής ωμότητας που προκαλεί την ανησυχία του αναγνώστη για τις άμεσες συνέπειες των σύγχρονων πεπραγμένων στη ζωή του∙ ο αποτροπιασμός εξαιτίας των φρικαλεοτήτων εγκυμονεί, ως πραγμάτωση που δεν εφάπτεται σε κανένα θεωρητικό πλαίσιο, αλλά σε μια αναπόφευκτη πραγματικότητα («η φρίκη/δεν κουβεντιάζεται γιατί είναι ζωντανή/γιατί είναι αμίλητη και προχωράει»).  

Οι ηρωικές μορφές με επανάληψη παρουσιάζονται διέξοδος από το καταθλιπτικό κλίμα («να μιλήσω για ήρωες να μιλήσω για ήρωες», «ίσως μιλούσε για ήρωες») λόγω της κακοδαιμονίας, των συμπτωμάτων της απελπισίας, φορέων του αναπόδραστου θανάτου, αντίτιμο της αυταπάρνησης («ο Μιχάλης/που έφυγε μ’ ανοιχτές πληγές απ’ το νοσοκομείο», «που έσερνε το ποδάρι του», «ούρλιαζε»). Γίνονται προϊόν επισφράγισης του ελπιδοφόρου μέλλοντος, ανιδιοτελείς, με συλλογικές ιδέες, δεν επιδιώκουν την αναγνώριση, τη φήμη, την ανάληψη εξουσιών. Δρουν με γενναιότητα, στην αφάνεια («μες στη συσκοτισμένη πολιτεία») αναλαμβάνοντας την ευθύνη των τεκταινόμενων, προκρίνοντας την αξία του συνανθρώπου που υποφέρει, του τόπου που γίνεται έρμαιο των σχεδίων των εκμεταλλευτών του.

Έτσι η επαναφορά στην κοίτη της απογοήτευσης, με τη γνωμική σημασία του στίχου («οι ήρωες προχωρούν στα σκοτεινά»), σηματοδοτεί την  κυρίαρχη αντίληψη για τους ήρωες που αγωνίζονται σε κλίμα αβεβαιότητας, χωρίς να υπολογίζουν την έκβαση, το κόστος των συμφορών. Και η παραλλαγμένη επανάληψη του μοτίβου του φεγγαριού, για πέμπτη φορά στο κείμενο, γίνεται κατακλείδα ολοκληρώνοντας το νόημα (σχήμα του κύκλου) σε χρόνο παροντικό, σε διαχρονική διάσταση («λίγες οι νύχτες με φεγγάρι που μ’ αρέσουν»).  

Στο ποίημα του, «σαν ιπποπόταμος», ο Γιάννης Δάλλας αναφέρεται στην κατάλυση της δημοκρατίας από το στρατιωτικό καθεστώς της 21ης Απριλίου 1967.

Καιρός να παραδώσω την κατάθεσή μου:

Όπως όταν ακούγεται από μακριά βροντή ή πυροβολισμός εφόδου

Και διαλύεται η παρέλαση σαν φίδι με φολιδωτήν ουρά στο ρίγος του

μεσημεριού

Άδειασε τότε η πολιτεία κι έμεινε η κεντρική πλατεία με τα δέντρα

της δεκατισμένα

Με τις σημαίες πατημένες τις κραυγές της στον αγέρα ασπρόρουχα

του πανικού

Κι έγινε η νύχτα ποταμός απ΄ όπου στης αυγής τα ξέφτια αναδυόμενα

Τα τανκς με βήματα βαριά τεντώνοντας την προβοσκίδα τους

Σαν ιπποπόταμος της λεωφόρου.

Ο προσωπικός τόνος της ανάσυρσης της μνήμης του ποιητή σχετίζεται με το στρατιωτικό πραξικόπημα που έλαβε χώρα στην τεράστια πολιτεία, όταν τα τανκς εισέβαλλαν επιβάλλοντας πανικό. Επιγραμματικά αποδεικνύεται η αναγκαιότητα της μαρτυρίας του («καιρός να παραδώσω την κατάθεσή μου») ως αυτόπτη μάρτυρα. Χωρίς ρητορισμούς και μεγαλοστομίες σχηματοποιείται η πραγματικότητα από την οπτική του. Παρομοιάζεται η μεταβολή συνθηκών στο άστυ με την απρόσμενη  βροντή που προέρχεται από μακρινή περιοχή («όταν ακούγεται από μακριά βροντή») και με τον πυροβολισμό μιας αιφνιδιαστικής επίθεσης («πυροβολισμός εφόδου»).

Εξάλλου ο αποσυντονισμός της παρέλασης απεικονίζεται με φίδι («με φολιδωτήν ουρά»). Αποδίδει η κινητική εικόνα την ανατρεπτική ενέργεια με την έκφραση, «στο ρίγος του μεσημεριού», υπονοώντας τη συναισθηματική απήχηση της αγωνίας. Στην παρομοίωση που εστιάζει στον ιπποπόταμο με την επισήμανση του τανκ προβάλλει το κοινό σημείο του όγκου και του βάρους. Τα τανκς προτείνουν τα όπλα, όπως η προβοσκίδα, προφανώς του ελέφαντα στον οποίο αναλογούν, μολονότι χωρίς άμεση καταγραφή, αλλά υπόνοια της προσωποποίησης («τα τανκς με βήματα βαριά τεντώνοντας την προβοσκίδα τους»). Η παράσταση της πολιτείας, αχανούς απόκοσμης, στην ερμητικότητα του φόβου εξαιτίας της μεταστροφής των συνηθειών, με το επίρρημα «τότε» και τον στιγμιαίο αόριστο «άδειασε», λαμβάνει συγκαιρινή χροιά («άδειασε τότε η πολιτεία»).

Η εγκατάλειψη, η ερημιά του τοπίου αισθητοποιείται με την καταστροφή του πράσινου («η κεντρική πλατεία με τα δέντρα της δεκατισμένα») και τα εθνικά σύμβολα καταπατημένα («με τις σημαίες πατημένες»). Πιο πολύ εδράζει η ηχητική επίδραση του πανικού («τις κραυγές της στον αγέρα ασπρόρουχα του πανικού») με σήμασνη του ονοματικού μέρους της φράσης, βασικού πόλου των επιμέρους προβεβλημένων σταθερών, της αγωνιώδους οιμωγής για την υποβάθμιση της ανθρώπινης αξίας, της διαφάνειας της καταρρακωμένης ελευθερίας. Όλο το σκηνικό διαδραματίζεται με χρονικό στίγμα συμπαγές, από τη νύχτα ως το ξημέρωμα («έγινε η νύχτα ποταμός απ΄ όπου στης αυγής τα ξέφτια»), στους δημόσιους χώρους σε μια πορεία («της λεωφόρου») αναχαιτισμένη ανεπιστρεπτί για την αυτόνομη συνείδηση.

……………………………………………..

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

٠ Πατρίκιος, Τ. 1963. Μαθητεία· Αθήνα: Πρίσμα

٠Σεφέρης, Γ.1989. Ποιήματα (16η έκδοση). Αθήνα: Ίκαρος

٠ Δάλλας, Γ. 1971. Ανατομία. Αθήνα: Κείμενα

[1] Σεφέρης (1989),σσ.212-215

[2] ο Όμηρος στην Οδύσσεια  (δ 387) αναφέρεται στον Πρωτέα ως θαλάσσια γερασμένη θεότητα από την Αίγυπτο με προφητικές ικανότητες

[3] «φεγγάρι σήμερα βράδυ∙ το χωριό στην αντικρινή πλαγιά σαν από σμάλτο» («Μέρες Δ΄», σ.362).

[4] η πληρωμή με κίνητρα αναβάθμισης στην κοινωνική, πολιτική ιεραρχία είναι υπαινιγμός, στοιχείο του ύφους.

[5] «σιωπές αγαπημένες της σελήνης»: “silentia lunae”

Ελευθερία Μπέλμπα*
Φιλόλογος

© schooltime.gr  Ροή Ειδήσεων