Για να κατανοήσουμε καλά το Βυζάντιο δεν φτάνει να γνωρίζουμε τα εδαφικά του όρια, τη χρονική διάρκεια της ιστορίας του και την εθνολογική του σύσταση. Πρέπει, πρώτα πρώτα να καταλάβουμε ποιες δυνάμεις το ωθούσαν στη μακρόχρονη ζωή του, ποιες μεταβολές προσδιόριζαν την κοινωνική του εξέλιξη και ποιος ήταν ο ρόλος του νέου ιστορικού καταλύτη της μεσαιωνικής εποχής, της Εκκλησίας και του Χριστιανισμού.

Μόνο όταν εξετάσουμε τις δυναμικές αυτές κατηγορίες θα μπορέσουμε να ολοκληρώσουμε τις αντιλήψεις μας για το Βυζάντιο και να αποκτήσουμε σωστή ιστορική θεώρηση της μακρόχρονης ελληνικής αυτοκρατορίας.

Στην εποχή του Βυζαντίου, η παγκοσμιότητα αναφέρεται στην οικουμένη της Μεσογείου και τις προεκτάσεις της, τον Εύξεινο Πόντο και την Ερυθρά θάλασσα. Οπωσδήποτε η διεκδίκηση της παγκοσμιότητας ως θεμελιώδες συστατικό της αυτοκρατορίας ήταν ίδιο της Ρωμαϊκής κοσμοκρατορίας, αυτής ακριβώς της οποίας το Βυζάντιο φέρεται ως κληρονόμος και συνεχιστής της. Η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, η έκταση του Orbis Romanus, υπακούει σε μια αρχή, σε μια τάξη, έκφραση μιας πολιτικής συνοχής και ενότητας: στον αυτοκράτορα δηλαδή που είναι σύμβολο και εγγυητής αυτής της ενότητας, είτε αυτή λέγεται «pax», ειρήνη, είτε λέγεται «ordo», τάξη.

Έτσι, το Βυζάντιο είναι η μόνη αυτοκρατορία που δεν έγινε αλλά γεννήθηκε παγκόσμια δύναμη, είναι επίσης η πρώτη που επωμίσθηκε και την ευθύνη να αντιπροσωπεύσει τον ουρανό στη γη διαμέσου του αυτοκράτορα της.

Η αναγνώριση της υπεροχής του βυζαντινού αυτοκράτορα ως τοποτηρητού του μόνου θεού αποκρυσταλλώνεται στη λεγόμενη «εικονική μυθική οικογένεια» των ηγετών της οικουμένης, έτσι όπως καθόριζε η βυζαντινή διπλωματία και την αποδέχτηκαν αγόγγυστα και οι καγκελαρίες των ξένων κρατών.

Όπως ο ηγεμόνας εμφανίστηκε στη ρωμαϊκή ιστορία επειδή οι Ρωμαίοι ήθελαν να σώσουν τη res publica, έτσι και οι Βυζαντινοί ζητούν πρώτα πρώτα από την κυβερνητική εξουσία να διαφυλάξει το κράτος τους και ό,τι αυτό μπορεί να τους προσφέρει. Η res publica είναι το πεδίο όπου ο ηγεμόνας πρέπει να καταξιωθεί ως ενοποιητικός παράγοντας.

Αυτό το πεδίο πρέπει να περιφρουρηθεί και να αναζωογονηθεί ως υπαρκτή συνισταμένη των ατομικών θελήσεων, που διατηρεί το νόημα και εξασφαλίζει την ανάπτυξη μιας οριοθετημένης κοινωνικοπνευματικής πραγματικότητας. Το πρώτο καθήκον του ηγεμόνα δεν μπορεί να είναι άλλο από το να ταυτιστεί με αυτή τη λογική θέληση. Πέρα από την καθαυτό αντίληψη για τη res publica, αυτός ο συλλογικός χώρος ορίζεται στο Βυζάντιο ακόμα ακριβέστερα και αποκτά ιδιαίτερο περιεχόμενο χάρη στην έννοια της πολιτικής ορθοδοξίας, την οποία όμως, για πρακτικούς λόγους, πρέπει να επικαλείται κανείς μόνο επειδή αναδείχνει την ιδιαίτερη δομή της βυζαντινής πολιτείας.

Πίσω από αυτές τις ιδέες βρίσκεται η γενικότερη αλλά και όχι και χλωμότερη αντίληψη ότι όλη η εξουσία σε αυτή τη res publica εξαρτάται από την consensus omnium (τη γενική συναίνεση). Όσο ουτοπική κι αν είναι θεωρητικά μια τέτοια αντίληψη, όσο απίθανο και αν είναι να υλοποιηθεί ακέραιη, ωστόσο, αν εφαρμοστεί σε συγκεκριμένες εθιμικές εκφράσεις αυτού του consensus omnium (τη γενική συναίνεση).

Με αυτές τις προϋποθέσεις το Βυζάντιο δέχεται στην κορυφή της πολιτείας του έναν αυτοκράτορα, έναν μονάρχη. Φυσικά, από ιστορική άποψη, δέχεται τον μονάρχη ως δεδομένη πραγματικότητα, ως κληρονόμο της αυτοκρατορίας, αλλά ταυτόχρονα εγκρίνει αυτή την αυτοκρατορία και σχεδόν ποτέ δεν την αμφισβητεί ούτε στην ουσία της.

Ο βυζαντινός ηγεμόνας δεν είναι σε καμιά περίπτωση απόλυτος μονάρχης. Η έννοια του αυτοκράτορα με την ιστορική και συνταγματική σημασία της, είναι σύγχρονη έστω και αν ανάγεται στο Βυζάντιο. Μόνο που εκεί η λέξη αυτοκράτωρ δεν είναι τίποτα άλλο από το λατινικό αντίστοιχο του imperator.

Είπαμε στην αρχή ότι η βυζαντινή αυτοκρατορία είναι το εκχριστιανισμένο imperium. Αυτό σημαίνει ότι την αποτελούσαν δύο στοιχεία: το imperium romanum και ο εκχριστιανισμός. Ο Χριστιανισμός όμως δεν στέκεται εχθρικός απέναντι στο imperium. Αντίθετα η Εκκλησία ο οργανωμένος δηλαδή Χριστιανισμός και το imperium συμπληρώνονται αμοιβαία και έχουν υποχρέωση να αλληλοβοηθούνται. Ο βυζαντινός αυτοκράτορας πάνω στη γη είναι ο φυσικός προστάτης της εκκλησίας που από τη μεριά της, τον βοηθά με τα πνευματικά της όπλα να επιτελέσει την αποστολή του.

Ωστόσο, παρά τη θεωρητική αυτή αρμονία το ίδιο το γεγονός ότι συνυπάρχουν και αλληλοεξαρτώνται οι δύο οργανισμοί, το Κράτος και η Εκκλησία, υπέθαλπε σπέρματα διαφωνίας και ανταγωνισμού μεταξύ τους. Για τον αυτοκράτορα η Εκκλησία και οι κληρικοί ανήκουν στο κράτος και του οφείλουν τέλεια υπακοή. Ο αυτοκράτορας που είναι υπεύθυνος για την υπακοή του νόμου και τάξης αντλεί από την αποστολή του αυτή το δικαίωμα να επεμβαίνει στα ζητήματα της οργάνωσης και της εσωτερικής ζωής των εκκλησιαστικών ιδρυμάτων και της Εκκλησίας γενικότερα.

Ο αυτοκράτορας διέθετε έναντι της εκκλησίας την κοσμική εξουσία. Η Εκκλησία έναντι του αυτοκράτορα φοβερά όπλα: τη μυστηριακή ζωή που μόνο αυτή μπορεί να προσφέρει, τη λύτρωση που μόνο μέσα από αυτήν μπορούσε να επιτευχθεί, την επίκληση των θείων δυνάμεων που μόνο με τη βοήθεια της μπορούσε να πραγματοποιηθεί.

Η εκλογή και αναγόρευση του αυτοκράτορα γίνεται από τις οργανωμένες ομάδες που αντιπροσωπεύουν τη λαϊκή βούληση: τη σύγκλητο, το στρατό, τους δήμους. Σε όλη τη διάρκεια της βυζαντινής ιστορίας η παρουσία των παραγόντων αυτών αποτελεί το συστατικό στοιχείο της αυτοκρατορικής εκλογής. Αλλά και η ύψωση του νεοκλεγμένου αυτοκράτορα πάνω στην ασπίδα, συνήθεια που πραγματοποιήθηκε από τη στρατιωτική παράδοση και εξακολούθησε να ισχύει σε όλη τη διάρκεια της βυζαντινής ιστορίας, δεν είχε συστατικό χαρακτήρα αλλά παρέμεινε σαν συμβολική πράξη.

Βιβλιογραφία

-Hans Georg Beck Η Βυζαντινή Χιλιετία, Μορφωτικό Ίδρυμα Τραπέζης Αθήνα 1992

-Καραγιαννόπουλος Ι. Το βυζαντινό κράτος, εκδόσεις Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2001 (4η έκδοση)

Κατερίνα Φωτιάδου*
Φιλόλογος-Iστορικός

© schooltime.gr  Ροή Ειδήσεων