«Πρωτομαγιά 1944: Η εκτέλεση στο Σκοπευτήριο Καισαριανής» της Αντιγόνης Καρύτσα

Κατά τη διάρκεια της Κατοχής πάρα πολλές εκτελέσεις αγωνιστών αλλά και απλών πολιτών λαμβάνουν χώρα σε ελληνικό έδαφος από τους κατακτητές. Στις 27 Απριλίου 1941 οι Γερμανοί μπαίνουν στην Αθήνα. Συλλήψεις, βασανιστήρια και εκτελέσεις γίνονται συχνό φαινόμενο ενώ τα γραφεία της Κομαντατούρ γεμίζουν ασφυκτικά από νέες ψυχές.

Σύμφωνα με το δίκαιο του πολέμου ήταν θεσμοθετημένες οι εκτελέσεις αμάχων ως αντίποινα για τις απώλειες Γερμανών ή Ιταλών αξιωματικών που σκοτώνονταν από μέλη αντιστασιακών οργανώσεων. Στις 27 Απριλίου  1944, μία διμοιρία του 8ου  Συντάγματος του ΕΛΑΣ, υπό τον ανθυπολοχαγό του Ελληνικού Στρατού Μανώλη Σταθάκη, επιτέθηκε κατά του διοικητή της 41ης Μεραρχίας Οχυρών και υποστράτηγου της Γερμανίας Φράντς Κρέχ στους Μολάους της Λακωνίας με αποτέλεσμα το θάνατο αυτού και  τριών μελών της συνοδείας του.

Ως αντίποινα για το θάνατό τους, αποφασίζεται η εκτέλεση στο σκοπευτήριο της Καισαριανής, στην Αθήνα, 200  αιχμαλώτων , μελών  του ΚΚΕ και του ΕΑΜ. Από αυτούς περίπου 170 ήταν πρώην πολιτικοί κρατούμενοι επί δικτατορίας Μεταξά, που είχαν φυλακιστεί  στο φρούριο της Ακροναυπλίας και τότε είχαν μεταφερθεί στο Χαϊδάρι ενώ οι υπόλοιποι ήταν εξόριστοι από την Aνάφη, τον Άη Στράτη και την Ικαρία. Την παραμονή της εκτέλεσης, οι Ναζί πήγαν στο στρατόπεδο του Χαϊδαρίου, απ’ όπου και επέλεξαν τα θύματά τους. Ανάμεσά τους οι Ν.Σουκατζίδης, Γ.Πιττακάς, Γ.Κρόκος, Μ.Τσερμέγκας, Ν.Μαριακάκης, Α.Βαρθολομαίος, Μ,Ρεμπούτσοκας, Α.Τζίμος, Π.Τζόανος, Κ.Τζωρτζάτος, Θ.Τούμπας, Κ.Τσίρκας, Π.Τούμπας, Ν.Τσίκος, Τ.Τσαλίκης, Α.Τσίκας, Χ.Σούλας, Η. Μήτσης,  Μ.Πανταζής, Γ.Κοβάνης, Δ.Γιανακουρέας, Β.Τζαματζάς, Π. Aνδρώνης.Σ. Σαββόπουλος, Α.Αγραφιώτης, Ν.Αλατζάς, Δ.Αλεξόπουλος, Ζ.Βεκίδης, Γ.Αθανασιάδης, Μ.Βοσνάκης, Β.Βαλασόπουλος, Στ.Σκλάβαινας, Δ.Τσάτσου  και η Ηρώ Κωνσταντοπούλου.

H διαταγή για τις εκτελέσεις δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Καθημερινή, στις 30 Απριλίου του 1944 αλλά και  στις πλατείες και τα κεντρικά σημεία βρέθηκε θυροκολλημένη η εξής ανακοίνωση που υπέγραφε ο Στρατιωτικός Διοικητής Ελλάδος:

«Την 27ην Απριλίου 1944 κομμουνιστικαί συμμορίαι παρά τους Μολάους κατόπιν μιας εξ ενέδρας επιθέσεως εδολοφόνησαν ανάνδρως έναν Γερμανόν Στρατηγόν και τρεις συνοδούς του. Πολλοί Γερμανοί στρατιώται ετραυματίστησαν. Ως αντίποινα διατάχτηκε:1.Ο τυφεκισμός 200 κομμουνιστών την 1.5.1944. 2. Ο τυφεκισμός όλων των ανδρών τους οποίους θα συναντήσουν τα γερμανικά στρατεύματα επί της οδού Μολάοι προς Σπάρτην έξωθεν των χωρίων. Υπό την εντύπωσιν κακουργήματος τούτου Έλληνες εθελονταί εφόνευσαν αυτοβούλως 100 άλλους κομμουνιστάς».

Την 1η Μάη του 1944, στο Χαϊδάρι, μετά το προσκλητήριο, άρχισε η εκφώνηση του καταλόγου των μελλοθανάτων, που συντάχτηκε σε ειδικό γραφείο της οδού Μέρλιν, όπου συστεγάζονταν τα Ες-Ες με την Ειδική Ασφάλεια. Δέκα γερμανικά φορτηγά ξεκίνησαν από το στρατόπεδο του Χαϊδαρίου κουβαλώντας τους  μελλοθάνατους στο Σκοπευτήριο Καισαριανής.

Αρχικά το Σκοπευτήριο ήταν εγκατεστημένο στην Καλλιθέα. Μετά την μικρασιατική καταστροφή, ο χώρος απαλλοτριώθηκε και χρησιμοποιήθηκε για την εγκατάσταση των προσφύγων. Αναζητήθηκε νέος χώρος και επιλέχθηκε η Καισαριανή. Ο χώρος του Σκοπευτηρίου, πριν το 1922, ήταν μια δασώδης, βραχώδης περιοχή που χρησίμευε για τη σκόπευση των στρατιωτών και ειδικά του πυροβολικού σώματος.

Οι εκτελέσεις στο Σκοπευτήριο ήταν καθημερινό φαινόμενο. Από το 1942 μέχρι το 1944 εκτελέστηκαν στην Καισαριανή 739 άνθρωποι από όλη την Ελλάδα. Μόνο τον Μάιο του 1944 εκτελέστηκαν 309 αγωνιστές.  Εκτός απ’ αυτούς εκτελέστηκαν και 25 αντιφασίστες στρατιώτες του κατακτητή (20 Ιταλοί και 5 Γερμανοί). Η  μαζική εκτέλεση 200 πατριωτών την Πρωτομαγιά του 1944 ήταν και η πιο τραγική στιγμή.

Ο δρόμος προς το Σκοπευτήριο γέμισε ρούχα και σημειώματα των μελλοθάνατων. Τα πετούσαν οι ίδιοι από τα γερμανικά καμιόνια για να τα βρουν συγγενείς και φίλοι.  Οι αυτόπτες μάρτυρες διηγήθηκαν, ότι το χώμα δεν προλάβαινε να ρουφήξει  τόσο αίμα. Οι στρατιώτες της Βέρμαχτ τους εκτελούσαν ανά 20 άτομα. Τα πτώματα των εκτελεσθέντων τα φόρτωναν στα φορτηγά, οι επόμενοι 20 οι οποίοι στη συνέχεια έπαιρναν τη θέση τους στο τοίχο, μέχρι που δεν έμεινε κανένας ζωντανός. Ήταν λίγο μετά τις 10 το πρωί όταν οι εκτελέσεις τελείωσαν. Τα πτώματα μεταφέρθηκαν στο Γ’ νεκροταφείο, όπου αναγνωρίστηκαν οι περισσότεροι αν και ακόμα και σήμερα παραμένουν 30 νεκροί αγνώστων λοιπών στοιχείων.

Την επόμενη ημέρα οι καμπάνες της Καισαριανής χτυπούσαν πένθιμα και οι κάτοικοι της περιοχής με μπογιά έσβηναν τις πινακίδες που έγραφαν «οδός Σκοπευτηρίου» και έγραφαν «οδός Ηρώων».

Το ΚΚΕ, μόλις πληροφορήθηκε την εκτέλεση, μελέτησε τις δυνατότητες να αποσπάσει τους μελλοθάνατους από τα χέρια του εχθρού και να τους σώσει. Ήταν όμως αδύνατο να χτυπήσουν τους Γερμανούς και έτσι πραγματοποιήθηκε η εκτέλεση, μια από τις πιο μελανές στιγμές της Κατοχής για τη χώρα μας. Γύρω από την περιοχή φυτεύτηκαν 20 κυπαρίσσια, ένα για κάθε δεκάδα νεκρών, αλλά ο χώρος συνέχισε να λειτουργεί σαν Σκοπευτήριο.

Εμπνευσμένος από την σκληρή εκτέλεση, ο ποιητής Κώστα Βάρναλης στο ποίημά του «Πρωτομαγιά του 1944» γράφει: «Είτανε πρώτη του Μαγιού, φως όλα μέσα κι έξω (έξω τα χρυσολούλουδα και μέσα η καλοσύνη) που αράδιασε πα στο σοβά, πιστάγκωνα δεμένους και θέρισε με μπαταριές οχτρός ελληνομάχος,όχι, έναν, όχι δυο και τρεις, διακόσια παλληκάρια.Δεν ήρθαν μελλοθάνατοι με κλάμα και λαχτάρα, μον’ ήρθανε μελλόγαμπροι με χορό και τραγούδι. Και πρώτος άρχος του χορού, δυο μπόγια πάνου απ’ όλους κι από το χάρο τρεις φορές πιο πάνου ο Ναπολέος. Κ’ είναι από τότες Μάης εδώ, φως όλα μέσα κι έξω».

Ενώ ο Ασημάκης Πανσέληνος στο βιβλίο του «Τότε που ζούσαμε» αναφέρει χαρακτηριστικά: «Τώρα πια ο θάνατος περιφερόταν στους δρόμους με κίτρινη μάσκα, τον νιώθαν οι άνθρωποι πίσω από τα βήματά τους και δε γύριζαν να τον κοιτάξουν ο φόβος σήμαινε ενοχή. Είχανε φτάσει οι εχτροί σ’ αυτό το σημείο, να μη μπορούν να σταθούν παρά μόνο σκοτώνοντας. Την πρωτομαγιά 1944 πήραν διακόσους από το στρατόπεδο του Χαϊδαριού και τους σκοτώσαν αράδα στο σκοπευτήριο της Καισαριανής. Φορτώσαν τα πτώματα, ζεστά σε καμιόνια και τα περάσαν μέσα από το συνοικισμό, τρέχαν ποτάμι τα αίματα όθε περνούσαν, κι ο κόσμος έκλεινε τα παράθυρα δε βαστούσε να βλέπει. Μερικοί σκοτωμένοι δεν είχαν καλά καλά ξεψυχήσει…»

Και η Ρίτα Μπούμη –Παππά  στο ποίημά της  « Οι διακόσιοι» αναρωτιέται:«Για ποιο βαρύ σας κρίμα σας θερίζουνε Πρωτομαγιά σαν χλωρά στάχυα πίσω από ‘να μαντρότοιχο γεμάτο χαμομήλια;  Για την πατρίδα εσείς στενάζατε κι ονειρευόσαστε τη λευτεριά της. Τέσσερις ώρες γάζωναν οι σφαίρες την καρδιά σας (… ) και πέφτοντας αμίλητοι κατά οκτάδες αγκάθινο στεφάνι μας φορέσατε/ χαλκά ζεματιστό στην εποχή μας να ντρέπεται αιώνια για τη φρίκη της και τα εγκλήματά της. Η οδός Φορμίωνος, οδός του Γολγοθά σας σπάρθηκε όλη με κόκκινα λουλούδια από το πλούσιο αίμα σας τ’ αψύ που τα μαζεύομε μεσ’ σε λευκά μαντήλια τη Λευτεριά να ράνομε που αργεί/(… )». 

Μια ακόμη «ματωμένη» Πρωτομαγιά έμεινε ανεξίτηλα χαραγμένη στη μνήμη των Ελλήνων και τιμάται μέχρι σήμερα.

Αντιγόνη Καρύτσα*
Φιλόλογος

© schooltime.gr  Ροή Ειδήσεων