Αρχαία Ελληνικά Β’ και Γ’ Λυκείου: Οδηγίες προσέγγισης Αδίδακτου κειμένου

(Σύμφωνα με το Π.Δ. 86/2001, όπως τροποποιήθηκε με το Π.Δ. 26/2002 και το Π.Δ. 60/2006)

Τρόπος εξέτασης των διαφόρων μαθημάτων

Δίνεται αδίδακτο πεζό κείμενο αττικής διαλέκτου 10-12 στίχων με νοηματική συνοχή  και ζητείται από τους υποψηφίους:

α) να το μεταφράσουν στη νέα ελληνική  (20 μονάδες) και
β) να απαντήσουν σε:

  1. Μία (1) ερώτηση γραμματικής και
  2. Μία (1) ερώτηση συντακτικού. (20 μονάδες – σύνολο)

Κάθε ερώτηση του αδίδακτου κειμένου μπορεί να αναλύεται σε δύο υποερωτήματα, ανάλογα με το είδος των ερωτήσεων που χρησιμοποιούνται.

Επιμέρους παρατηρήσεις: Στη γραμματική παρατήρηση τα λάθη που εμφανίζονται, εκτός από εκείνα που οφείλονται σε άγνοια, είναι: τύποι διαφορετικοί από αυτούς που ζητούνται, επειδή ο μαθητής δεν είναι προσεκτικός στην ανάγνωση παρατήρησης, κι ελλιπής εφαρμογή του πολυτονικού συστήματος, αφού από ορισμένους μαθητές δεν χρησιμοποιούνται ποτέ τα πνεύματα και η περισπωμένη. Οι μαθητές, λοιπόν, πρέπει να διαβάζουν προσεκτικά αυτά που ζητούνται από την παρατήρηση και να μην ξεχνούν το πολυτονικό σύστημα, που ισχύει στην αρχαία ελληνική γλώσσα. Στη συντακτική παρατήρηση ο συντακτικός ρόλος των λέξεων πρέπει να αποδίδεται ολοκληρωμένος και να δηλώνεται οπωσδήποτε η εξάρτησή τους.

Οδηγίες για τη σωστή προσέγγιση των κειμένων

Σε είδος εν ανεπαρκεία κινδυνεύουν να κηρυχθούν οι υποψήφιοι της Θεωρητικής Κατεύθυνσης που αριστεύουν στο μάθημα των Αρχαίων Ελληνικών (και δη στο αδίδακτο), καθώς την τελευταία πενταετία δεν ξεπερνούν ποσοστιαία το 3,62%, ενώ τα ποσοστά με βαθμολογία «κάτω από τη βάση» (0-9,9) είναι σταθερά άνω από 50%. Μάλιστα το 2006 εκτοξεύτηκαν στο 56%.  Παρ’ όλα αυτά, όμως, δεν είναι αρκετά δύσκολη υπόθεση είναι η κατανόηση – σύνταξη ενός κειμένου και κατ’  επέκταση η μετάφρασή του, αν βέβαια δουλέψουμε μεθοδικά. Παρακάτω δίνουμε ορισμένες πρακτικές οδηγίες προς τους εξεταζομένους, ώστε να αντιμετωπίσουν κυρίως το αδίκως χαρακτηριζόμενο ως «φόβητρο», αδίδακτο κείμενο. Βέβαια, απαραίτητες προϋποθέσεις προβάλλουν:

  • Επαρκής γνώση της Γραμματικής
  • Επαρκής γνώση κανόνων Συντακτικού
  • Επαρκής γνώση Λεξιλογίου: αποκτάται με την εμπειρία που κατακτάται μέσα από τα κείμενα, από λεξικά, από τα συμφραζόμενα και πολλές φορές με τη βοήθεια της Νεοελληνικής γλώσσας.

Απαραίτητη διευκρίνιση: Ο μαθητής ενδείκνυται να ολοκληρώνει τη μετάφραση του διδαγμένου κειμένου και τις παρατηρήσεις, ώστε να αφιερώνει τον υπολειπόμενο χρόνο στη μετάφραση του αδίδακτου, που απαιτεί περισσότερο χρόνο κι άνεση.

Συγκεκριμένα:

  • Διαβάζουμε αρχικά, χωρίς να επιχειρήσουμε άμεσα τη μετάφραση, αρκετές φορές (δύο – τρεις ) το κείμενο, έτσι που να το προσεγγίσουμε νοηματικά και να κατανοήσουμε κάπως την πλοκή του κι ενδεχομένως τους πρωταγωνιστές. Βοηθός στην παραπάνω διαδικασία μπορεί να είναι ο συγγραφέας κι ο τίτλος – εφόσον υπάρχει – του ευρύτερου έργου, απ’  όπου προέρχεται το απόσπασμα, ώστε να προσδιοριστεί ο χρόνος και το είδος του λόγου (δικανικό, φιλοσοφικό, ιστορικό, ρητορικό …). Προσπαθούμε κατόπιν να εντοπίσουμε την κεντρική ιδέα του θέματος, σε βαθμό που να μπορούμε να βάλουμε μια δική μας «επικεφαλίδα» στο θέμα, κάτι που είναι εφικτό, καθώς τα θέματα συνήθως διακρίνονται από νοηματική αυτοτέλεια.
  • «Σπάζουμε» το θέμα σε περισσότερες ενότητες, προσπαθώντας να συλλάβουμε το νοηματικό τους πυρήνα.
  • Μετάφραση και συντακτικός προσδιορισμός των λέξεων πρέπει να ακολουθούν παράλληλη πορεία. Υπενθυμίζουμε ότι δεν κάνουμε λεπτομερή συντακτική ανάλυση, γιατί είναι περιττή, γεγονός που ισοδυναμεί και με απώλεια πολύτιμου χρόνου. Ανάλυση θα γίνει μόνο σ’ εκείνα τα σημεία που παρουσιάζουν δυσκολίες κι οπωσδήποτε, βέβαια, στα σημεία που οι ασκήσεις απαιτούν συντακτική ανάλυση (συνήθως όρων του κειμένου). Άρα, σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να γίνεται η μετάφραση αυτοσκοπός, αλλά απλώς ένα βοηθητικό εργαλείο που θα βοηθήσει τη νοηματική αναπαράσταση.
  • Αφού θα έχουμε κατανοήσει επαρκώς το θέμα, σε βαθμό που θα μπορούμε να λέμε το «νόημά» του, προβαίνουμε σε απόδοση πιστής μετάφρασης, επιλέγοντας τις πιο κατάλληλες λέξεις, έτσι που το τελικό μεταφραστικό αποτέλεσμα να αποτελεί αυθεντικό νεοελληνικό κείμενο, με φυσική ροή του λόγου κι αλληλουχία νοημάτων (βέβαια μερικές φορές η πιστή μετάφραση στη βάση της συντακτικής θέσης των λέξεων ή φράσεων, πρέπει να αποφεύγεται, ώστε να μην προκύπτει «ξύλινος» λόγος που δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του νεοελληνικού λόγου. Προσοχή! Δε μεταφράζουμε ποτέ μεμονωμένες λέξεις ούτε και φράσεις. Η προφορική ανάγνωση της μετάφρασης ενδεχομένως θα φέρει στην επιφάνεια άκαμπτες κι ασύμβατες με τη νεοελληνική εκφράσεις.
  • Καλό θα ήταν να προχωρούμε, μεταφράζοντας σταδιακά, δηλαδή, όταν τελειώνουμε μια πρόταση την ξαναδιαβάζουμε και πάμε στην άλλη και ούτω καθ’ εξής, ώστε να συνθέσουμε τα επιμέρους σ’ ένα σύνολο. Αν η ανάγνωση της μετάφρασης παρουσιάζει σκοτεινά σημεία, σημαίνει ότι δεν αποδόθηκε σωστά το κείμενο και πρέπει να επανέλθουμε σε νέα προσέγγιση του σ’ αυτά τα δυσνόητα σημεία. Προσοχή: μεταφράζουμε, αν είναι δυνατόν, στο «πρόχειρο» κάθε πρόταση ξεχωριστά και μετά τις συνδέουμε , αντιγράφοντας τη μετάφραση στο «καλό». 
  • Προσπαθούμε να μην αφήσουμε κανένα τμήμα του κειμένου αμετάφραστο. Δεν αφήνουμε λέξεις – φράσεις αμετάφραστες ούτε κενά – τρύπες στο κείμενό μας. Καλύτερα μια φράση μεταφρασμένη στο περίπου παρά ένα κενό στο γραπτό μου.

Απαραίτητες διευκρινίσεις για την προσπέλαση των οποιωνδήποτε δυσκολιών στη μεταφραστική προσπάθεια:

  • Εντοπίζουμε τα ρήματα ( προσοχή: όχι απαρέμφατα και μετοχές, μόνο εγκλίσεις – οριστική, υποτακτική, ευκτική, προστακτική. Εξαίρεση αποτελούν οι δευτερεύουσες απαρεμφατικές προτάσεις).
  • Όσα είναι τα ρήματα, τόσες θα είναι και οι προτάσεις (εκτός αν βέβαια εννοούνται κάποιοι ρηματικοί τύποι).
  • Σε κάθε περίοδο ή ημιπερίοδο αναγνωρίζουμε τις προτάσεις σωστά (όχι με βάση πάντα το κόμμα, αλλά με βάση τους υποτακτικούς και παρατακτικούς συνδέσμους), δηλαδή σημειώνουμε τα καθοριστικά στοιχεία: το εισαγωγικό της πρότασης (με τι αρχίζει), το ρήμα της, την τελευταία λέξη της (ποτέ την πρώτη λέξη της επόμενης πρότασης). Εισαγωγικά στοιχεία των προτάσεων είναι οι σύνδεσμοι, οι αναφορικές αντωνυμίες και τα επιρρήματα, οι ερωτηματικές αντωνυμίες και τα ερωτηματικά μόρια. Τα στοιχεία αυτά τα επισημαίνουμε κυκλώνοντάς τα. Προσοχή πρέπει να επιδείξουμε στους συνδέσμους που συνδέουν όμοια πράγματα, γιατί πρέπει να ελέγξουμε τι συνδέουν, δηλαδή, προτάσεις ή όρους προτάσεων. Αν όμως ένας σύνδεσμος βρίσκεται μετά από ισχυρό σημείο στίξης – εκτός του κόμματος – τον κυκλώνουμε κι αυτόν, γιατί είναι φανερό ότι πρόκειται για το σύνδεσμο της κύριας πρότασης. Επίσης, οφείλουμε να επιδείξουμε ιδιαίτερη προσοχή στους συνδέσμους, όσον αφορά τη μετάφρασή τους, γιατί συνήθως ξεχνάμε να τους μεταφράσουμε: Μπορεί να είναι μικρές λεξούλες ( μεν – δε, τε – και, δη, ουν…) αλλά έχουν μεγάλη σημασία γιατί εξασφαλίζουν τη συνοχή του κειμένου άρα και το σωστότερο νόημα και σε τελική ανάλυση είναι αυτά που κάνουν τη διαφορά. 
  • Τις προτάσεις τις χωρίζουμε ως εξής: α. Τις κύριες με αγκύλη […], β. Τις δευτερεύουσες με παρενθέσεις (…)
  • Προσοχή! Αν στην αρχή μιας περιόδου ή ημιπεριόδου υπάρχουν δύο εισαγωγικά στοιχεία, θα πρόκειται για τις εξής περιπτώσεις: α. Το ένα εισαγωγικό στοιχείο εισάγει την πρώτη πρόταση ποτ είναι δευτερεύουσα, ενώ το δεύτερο είναι ο σύνδεσμος της κύριας πρότασης που θα συναντήσουμε παρακάτω. β. Όταν μια πρόταση διακόπτεται, δεν πρέπει να βιαστούμε να βρούμε το ρήμα της παρακάτω. Την απομονώνουμε στο παρακάτω κείμενο, αφού πρώτα το διαβάσουμε προσεκτικά για την κατανόηση του νοήματος και σε συνδυασμό με τη συντακτική ανάλυση αποδίδουμε τη μετάφραση.
  • Εντοπίζουμε υποκείμενο κι αντικείμενο (ή κατηγορούμενο) στα ρήματα. Το ίδιο κάνουμε και στα απαρέμφατα και στις μετοχές, με μεγάλη προσοχή γιατί έχει πολύ μεγάλη σημασία για τη μετάφραση ο σωστός εντοπισμός των υποκειμένων τους. Προσοχή: κάθε λέξη που συντάσσω, τη μεταφράζω παράλληλα, ολοκληρώνοντας τις προτάσεις μου σταδιακά με βάση τη λογική αλληλεξάρτηση των συντακτικών όρων. «Χτίζω» τη μετάφραση μου σιγά – σιγά, λέξη προς λέξη – δεν την αφήνω για το τέλος.
  • Παράλληλα, δείχνουμε μεγάλη προσοχή στο είδος των μετοχών, προϋπόθεση απαραίτητη για μια σωστή μετάφραση.
  • Ιδιαίτερη προσοχή στους χρόνους και τις εγκλίσεις των ρημάτων και των ρηματικών τύπων για να μη χάνεται η αίσθηση του χρόνου.
  • Μεταφράζουμε στη συνέχεια κάθε πρόταση χωριστά. Πρώτα την κύρια και στη συνέχεια τις δευτερεύουσες, με λογική σειρά, κι όσες απομένουν, με τη σειρά του κειμένου. Αν προκύψει πρόβλημα στο να μεταφράσουμε, μπορούμε να ξεκινήσουμε από την αρχή το κείμενο μεταφράζοντάς το, οπότε και τυχόν συντακτικό λάθος θα το βρούμε εύκολα, εφόσον δε θα βγαίνει νόημα με την πρώτη προσπάθειά μας. Διευκρίνιση: Συνήθως μόνο οι ρηματικοί τύποι χρειάζεται να ειπωθούν στη γλώσσα μας πιο νωρίς απ’ ό,τι υπάρχουν στο κείμενο.
  • Η αντιμετώπιση των άγνωστων λέξεων : Είναι πιθανό να έχω κάποιες άγνωστες λέξεις είτε επειδή δεν τις έχω συναντήσει ξανά είτε επειδή δεν τις θυμάμαι. Στην πραγματικότητα καμιά λέξη δεν είναι τελείως άγνωστη – ας μην ξεχνάμε ότι πρόκειται για τη γλώσσα μας κι όχι για κάποια ξένη γλώσσα. Με δύο τρόπους, λοιπόν,  ερμηνεύω τις «άγνωστες» λέξεις: α΄ τρόπος: Η ετυμολογία: προσπαθώ να εντοπίσω το «θέμα» της λέξης, τα συνθετικά της μέρη ίσως και να τη συνδυάσω με άλλες λέξεις που έχω βρει σε αρχαία κείμενα ή με λέξεις που χρησιμοποιώ σήμερα και ξέρω το νόημά τους. β΄ τρόπος (και σημαντικότερος): Βρίσκω το νόημα της λέξης από τα συμφραζόμενα. Συμπληρώνω το νοηματικό κενό με κάποια λέξη – φράση που ταιριάζει κι ολοκληρώνει την πρότασή μου αλλά εξυπηρετεί και το γενικότερο νόημα του κειμένου μου. 

Όταν τελειώσω τη μετάφρασή μου, διαβάζω το κείμενό που έγραψα, ελέγχοντας κατά πόσο είναι νοηματικά κατανοητό και αισθητικά ικανοποιητικό («ωραίο κείμενο»). Αν χρειαστεί το βελτιώνω με διορθώσεις.

*Από το βιβλίο του Άρη Ιωαννίδη: «Το αδίδακτο κείμενο στην αρχαία ελληνική: Β’ Λυκείου»

© schooltime.gr