Ο Μπάιρον ανήκει στη ρομαντική σχολή που είναι το μεγαλύτερο κίνημα στην τέχνη γενικά και στη λογοτεχνία ειδικά. Ο ρομαντισμός διαμορφώνει μια «στάση ζωής», είναι ένα πνευματικό κίνημα, μια επανάσταση. Οι ρομαντικοί δείχνουν μια προτίμηση σε θέματα ηρωικά και αγώνες για ελευθερία. Ενδιαφέρονται για την σύνδεση της τέχνης με τη ζωή και γι αυτό αγκαλιάζουν με μεγάλη ζέση τους αγώνες των λαών για ελευθερία, ανεξαρτησία ,δημοκρατία. Πιστεύουν στα ιδανικά της επανάστασης και επιδιώκουν την πολιτική δράση, δεν μένουν απαθείς στα όσα συμβαίνουν γύρω τους.

Σαν γνήσιος ρομαντικός ποιητής εμφορούμενος από τα παραπάνω ιδεώδη ο Λόρδος Μπάιρον αποφασίζει να έρθει στην Ελλάδα και να κάνει πράξη όλα όσα πίστευε και υπηρετούσε μέσα από την τέχνη του. Μέσα από τα ποιήματα του δόξαζε την Ελλάδα και αδημονούσε για την απελευθέρωση της. Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι μέσα από τα ποιήματα αυτά υπήρξε ο πρόδρομος του επικού αγώνα των Ελλήνων.

Όταν πια φούντωσε η Επανάσταση αποφασίζει να κατέβει στην Ελλάδα. Βρίσκεται στη Γένοβα εδώ και έξι χρόνια συμμετέχοντας στο κίνημα των Καρμπονάρων. Από τον Απρίλιο του 1923 κάνει συνεννοήσεις με το Φιλελληνικό κομιτάτο του Λονδίνου και τελικά έρχεται από την Γένοβα στις 21 Ιουλίου της ίδιας χρονιάς  στο Αργοστόλι, όπου παραμένει αρκετούς μήνες.

Γράφει στο ημερολόγιό του:

Οι σκλάβοι επαναστάτησαν

κι εγώ θα κάνω πίσω;

Το στάχυ ξαναωρίμασε

κι εγώ δεν θα θερίσω;»

«Ημερολόγιο της Κεφαλλονιάς», 19 Ιουνίου 1823

(απόδοση: Δημήτρης Βαβάνης-Ρεντής)

Έφτασε φορτωμένος με αρκετά χρήματα. Τέσσερις χιλιάδες λίρες έδωσε για τον στόλο που θα πήγαινε να λύσει την πολιορκία του Μεσολογγίου, τρεις χιλιάδες γρόσια για τους πρόσφυγες Χίου και Πατρών και γενικά όπου έβλεπε ότι υπάρχουν ανάγκες μοίραζε αφειδώς τα χρήματα του. Σκεφτόταν μάλιστα να πουλήσει αντί 120 χιλιάδων λιρών το πατρικό του κτήμα και να κάνει τακτικό στρατό.

Την εποχή που κατέφθασε όμως στην Ελλάδα μαινόταν ο εμφύλιος πόλεμος. Οι παράγοντες της επανάστασης προσπάθησαν να τον πάρουν με το μέρος τους. Ο Μαυροκορδάτος, οι πολιτικοί και οι στρατιωτικοί αλληλογραφούσαν όλοι μαζί του. Ήξερε πολύ καλά το πολιτικό σκηνικό της εποχής. Πριν πάει για το Μεσολόγγι, έγραφε στο ημερολόγιο του: «Καθώς ήρθα εδώ για να υποστηρίξω όχι μια φατρία, αλλά ένα έθνος και για να συνεργαστώ με τίμιους ανθρώπους και όχι με κερδοσκόπους ή καταχραστές, θα χρειαστεί πολύ περίσκεψη για ν’ αποφύγω τη μομφή ότι μεροληπτώ και αντιλαμβάνομαι ότι αυτό θα είναι πολύ δύσκολο, γιατί έχω ήδη λάβει προσκλήσεις από περισσότερα του ενός από τα αλληλοσπαρασσόμενα κόμματα, πάντα με τη δικαιολογία ότι αυτοί είναι οι γνήσιοι εκπρόσωποι του έθνους».

 Το τελευταίο γράμμα που πρόλαβε να γράψει ο Μάρκος Μπότσαρης, είχε παραλήπτη τον Μπάιρον. Έγραφε σε αυτό: «Η εξοχότητά σου είναι ακριβώς ο άνθρωπος που έχομεν ανάγκην. Απόψε έχω να κάμω κάτι με εξ επτά χιλιάδες Αρβανίτες, που είναι στρατοπεδευμένοι εδώ κοντά. Μεθαύριον αναχωρήσω με μερικά εκλεκτά παλληκάρια μου δια να έλθω εις αντάμωσιν της εξοχότητας σου». Δεν ανταμώθηκαν όμως ποτέ, ο Μπότσαρης σκοτώθηκε πολεμώντας τη νύχτα της 21ης Αυγούστου, επικεφαλής 350 Σουλιωτών, κατά των 4.000 Τούρκων του Μουσταφά Πασά, που είχαν στρατοπεδεύσει στο Κεφαλόβρυσο του Καρπενησίου, στη μάχη που έμεινε γνωστή ως Μάχη του Κεφαλόβρυσου.

Ενώ  μαίνεται ο εμφύλιος, Μαυροκορδάτος τον καλεί στην Ύδρα, ο Κολοκοτρώνης στον Μοριά, ο Μαυρομιχάλης του ζητάει χρήματα να καταρτίσει στρατό. Διχόνοιες, αντιζηλίες, αντικρουόμενα συμφέροντα ταλανίζουν τους Έλληνες και ο αγώνας κινδυνεύει να χαθεί. Ο Μπάιρον προσπαθεί να τους συμφιλιώσει γράφοντας τους τα εξής: «Ο εμφύλιος πόλεμος οδηγεί ασφαλώς στην υποδούλωση, επολεμήσατε γενναία, φερθείτε έντιμα στους συμπολίτες σας και στον κόσμο κ έτσι δεν θα πει κανένας, όπως εδώ και δυο χιλιάδες χρόνια είπαν οι ρωμαίοι ιστορικοί, πως ο Φιλοποίμην ήταν ο τελευταίος Έλληνας. Μην αφήσετε τους συκοφάντες να κάμουνε πιστευτό πως ο Έλληνας μετά τις νίκες του είναι απαράλλακτος με τον Τούρκο πασά που κατατρόπωσε». Νοέμβριος του 1923 ήτανε όταν ο Μαυροκορδάτος έρχεται επικεφαλής του ελληνικού στόλου στο Μεσολόγγι. Τότε ο Μπάιρον αποφασίζει να πάει και αυτός εκεί. Ξεκίνησε μόνος πάνω σε ένα μικρό πλοιάριο και καταφθάνει 5 Ιανουαρίου 1825 μετά από μεγάλη αργοπορία λόγω θαλασσοταραχής και τουρκικού στόλου.

Οι πολιορκημένοι τον υποδέχονται με μεγάλο ενθουσιασμό, ήξεραν ποιος είναι, τι πρόσφερε και αυτό που περίμεναν ήταν κυρίως η ηθική συμπαράσταση. Αρχικά προσπαθεί να μονιάσει τους αρχηγούς και αφού χρίστηκε από το Βουλευτικό σώμα στις 12 Ιανουαρίου 1825 ανώτατος αρχηγός, οργανώνει σώμα 600 Σουλιωτών από τους οποίους τους 500 μισθοδοτούσε ο ίδιος και τους 100 η κυβέρνηση. Το σχέδιο του ήταν να πολιορκήσει την Ναύπακτο για αντιπερισπασμό στους Τούρκους. Οι Σουλιώτες όμως απειθάρχητοι μόνον προβλήματα δημιουργούσαν και έτσι αναγκάστηκε να τους διαλύσει. Παρόλο που τον πλήγωσαν βαθιά οι συμπεριφορές των Ελλήνων, ήταν αποφασισμένος να μείνει και να αγωνιστεί μέχρι το τέλος. Ήταν δυσαρεστημένοι πολλοί από αυτούς και τον κατηγορούσαν για φιλάργυρο, επειδή δεν τους έδινε χρήματα. Η αλήθεια όμως είναι ότι ο ποιητής ξόδευε πενήντα χιλιάδες χρυσά φράγκα κάθε εβδομάδα για τον Αγώνα.

Σχεδίαζε να πάει στη Ρούμελη να συναντηθεί στην Άμφισσα με τον Οδυσσέα Ανδρούτσο για να συντονίσει τις ενέργειες του αγώνα. Ήταν όμως άρρωστος από τον Φεβρουάριο, έτσι τον Απρίλιο έπεσε στο κρεβάτι και δεν ξανασηκώθηκε. Η κακή διατροφή, οι κακουχίες και η λανθασμένη ιατρική φροντίδα έφεραν το γρήγορο τέλος του στις 7/19 Απριλίου1824. Μόλις είχε μπει στα τριάντα επτά του. Η κηδεία ήταν πάνδημη και έγινε μετά από τρεις μέρες .Ήταν η Τρίτη μέρα του Πάσχα, φέρανε το λείψανο στην εκκλησία όπου ήταν θαμμένος ο Μάρκος Μπότσαρης. Όλοι τον θρήνησαν και όλες οι κατοπινές γενιές τιμούν την μνήμη του μεγάλου και αγνού φιλέλληνα.

Πάντα έχουμε ανάγκη από ιδεολόγους και αγνούς αγωνιστές, καθόσον σε κάθε εποχή κυριαρχεί το δίκαιο του ισχυρού και οι ανισότητες είναι πιο μεγάλες με θύματα τους αδύναμους λόγω της παγκοσμιοποίησης της οικονομίας. Οι σημερινοί «ελεύθεροι πολιορκημένοι» είναι οι αδύναμοι κάθε κοινωνίας και αυτοί πάντα χρειάζονται τους μπροστάρηδες για τους αγώνες τους, αγώνες επιβίωσης.

Γιώτα Ιωακειμίδου*
Φιλόλογος

© schooltime.gr