«Η Σύμβαση του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων» του Γιώργου Σκάθαρου «Η Σύμβαση του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων»

Του Γιώργου Β. Σκάθαρου

Το τελευταίο διάστημα η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με μια μαζική εισροή μικτών μεταναστευτικών ρευμάτων, όπου τα όρια μεταξύ προσώπων που δικαιούνται διεθνούς προστασίας και οικονομικών μεταναστών είναι δυσδιάκριτα και ρευστά. Η αμηχανία των κυβερνήσεων, που δείχνουν να έχουν υποστεί τον «απόλυτο αιφνιδιασμό», σε συνδυασμό με την έλλειψη ενός αποτελεσματικού – ομοιόμορφου ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου και την αυξανόμενη ξενοφοβία συνθέτουν μια κατάσταση «εκρηκτική» και δημιουργούν πρόσθετες προκλήσεις αναφορικά με την ικανότητα ή ίσως και τη θέληση της Ευρώπης να προστατεύσει αποτελεσματικά τους ανθρώπους που προσφεύγουν στην πόρτα της. 

Το θέμα της νομικής κατάστασης των προσφύγων δεν είναι όσο θα έπρεπε ευρύτερα γνωστό, παρόλο που τα δύο διεθνή βασικά κείμενα, η Σύμβαση της Γενεύης του 1951 και το Πρωτόκολλο του 1967, έχουν καταστεί τόσο διεθνές όσο και εσωτερικό δίκαιο των κρατών που τα έχουν υπογράψει και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος. Η Σύμβαση του 1951 και το Πρωτόκολλο του 1967 προβλέπουν συνεργασία μεταξύ των συμβαλλομένων κρατών και του Γραφείου του Ύπατου Αρμοστή του Ο.Η.Ε. για τους Πρόσφυγες σχετικά με την πρακτική εφαρμογή των διατάξεων που περιέχονται στα κείμενα. Αυτή η συνεργασία εκτείνεται επίσης και στον προσδιορισμό της προσφυγικής ιδιότητας, σύμφωνα με τη διαδικασία που έχει υιοθετηθεί από τα διάφορα συμβαλλόμενα κράτη.

Ας δούμε τα σημαντικότερα άρθρα των δύο κειμένων όπου περιγράφονται τα κριτήρια για τον προσδιορισμό της προσφυγικής ιδιότητας:

Σύμβαση του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων

Υπογράφηκε στην Γενεύη στις 28 Ιουλίου 1951

Έναρξη ισχύος : 22 Απριλίου 1954 σύμφωνα με το άρθρο 43 [όπως κυρώθηκε με το Ν.Δ. 3989 της 19/26 Σ/βρίου 1959 : περί κυρώσεως της πολυμερούς Συμβάσεως περί της Νομικής Καταστάσεως των Προσφύγων (ΦΕΚ Α’ 201)]

Η Σύμβαση του 1951 ορίζει ποιος είναι πρόσφυγας καθώς και τα δικαιώματα των προσφύγων στη χώρα υποδοχής. Το σημαντικότερο από τα δικαιώματα των προσφύγων είναι η προστασία από την επαναπροώθηση. Επίσης, η Σύμβαση υποχρεώνει τα κράτη να συνεργάζονται με την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες. Το Πρωτόκολλο του 1967 αίρει το χρονικό και γεωγραφικό περιορισμό της Σύμβασης.

Καθορισμός του όρου «πρόσφυξ»

Άρθρον 1. – Α. Εν τη εννοία της παρούσης συμβάσεως ο όρος «πρόσφυξ» εφαρμόζεται επί:

2. – Παντός προσώπου όπερ συνεπεία γεγονότων επελθόντων πρό της 1ης Ιανουαρίου 1951 και δεδικαιολογημένου φόβου διώξεως λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητος, κοινωνικής τάξεως ή πολιτικών πεποιθήσεων ευρίσκεται εκτός της χώρας της οποίας έχει την υπηκοότητα και δεν δύναται ή, λόγω του φόβου τούτου, δεν επιθυμεί να απολαύη της προστασίας της χώρας ταύτης, ή εάν μη έχον υπηκοότητα τινά και ευρισκόμενον συνεπεία τοιούτων γεγονότων εκτός της χώρας της προηγούμενης συνήθους αυτού διαμονής, δεν δύναται ή, λόγω του φόβου τούτου, δεν επιθυμεί να επιστρέψη εις ταύτην. Εν ή περιπτώσει πρόσωπόν τι είναι υπήκοος πλειόνων χωρών, ο όρος «ής έχει την υπηκοότητα» αναφέρεται εις μίαν εκάστην των χωρών ών το πρόσωπον τούτο είναι υπήκοος. Δεν θεωρείται στερούμενον της υπό της χώρας ής έχει την υπηκοότητα παρεχομένης προστασίας, πρόσωπον όπερ άνευ αιτίας βασιζομένης επί δεδικαιολογημένου φόβου δεν έκαμε χρήσιν της υφ’ ετέρας των χωρών ών κέκτηται την υπηκοότητα παρεχομένης προστασίας.

Πρόσφυγες παρανόμως διαμένοντες επί του εδάφους της χώρας της εισδοχής

Άρθρον 31. – Αι Συμβαλλόμεναι Χώραι δεν θα επιβάλλουν ποινικάς κυρώσεις εις πρόσφυγας λόγω παρανόμου εισόδου ή διαμονής, εάν ούτοι προερχόμενοι απ’ ευθείας εκ χώρας ένθα η ζωή ή η ελευθερία αυτών ηπειλείτο, εν τη εννοία του άρθρου 1, εισέρχωνται ή ευρίσκωνται ήδη επί του εδάφους αυτών άνευ αδείας, υπό την επιφύλαξιν πάντως ότι ούτοι αφ’ ενός μεν θα παρουσιαστούν αμελλητί εις τας αρχάς αφ’ ετέρου δε θα δώσουν επαρκείς εξηγήσεις περί της παρανόμου αυτών εισόδου ή διαμονής.

2. Αι Συμβαλλόμεναι Χώραι θα εφαρμόζουν επί των κινήσεων των προσφύγων τούτων μόνον τα απαραίτητα περιοριστικά μέτρα. Τα περιοριστικά μέτρα θα εφαρμόζωνται μόνον μέχρις ότου ρυθμισθή το Καθεστώς των επί του εδάφους της χώρας της εισδοχής ευρισκομένων προσφύγων ή αποκτήσουν ούτοι άδειαν εισόδου εις ετέραν χώραν. Προς λήψιν της τοιαύτης αδείας, αι Συμβαλλόμεναι Χώραι θα παράσχουν εις τους πρόσφυγας λογικάς προθεσμίας ως και άπασας τας αναγκαίας διευκολύνσεις.

Απαγόρευσις απελάσεως ή επαναπροωθήσεως

Άρθρον 33. – 1. Ουδεμία Συμβαλλομένη Χώρα θα απελαύνη ή θα επαναπροωθή, καθ’ οιονδήποτε τρόπον, Πρόσφυγας, εις τα σύνορα εδαφών ένθα η ζωή ή ελευθερία αυτών απειλούνται δια λόγους φυλής, θρησκείας, εθνικότητος, κοινωνικής τάξεως ή πολιτικών πεποιθήσεων.

2. Το εκ της παρούσης διατάξεως απορρέον ευεργέτημα δεν δύναται πάντως να επικαλήται πρόσφυξ όστις, δια σοβαράς αιτίας, θεωρείται επικίνδυνος εις την ασφάλειαν της χώρας ένθα ευρίσκεται ή όστις, έχων τελεσιδίκως καταδικασθή δι’ ιδιατέρως σοβαρόν αδίκημα, αποτελεί κίνδυνον δια την Χώραν.

Συνεργασία των Εθνικών Αρχών μετά των Ηνωμένων Εθνών

Άρθρον 35. – 1. Αι Συμβαλλόμεναι Χώραι αναλαμβάνουν να συνεργάζωνται μετά του Υπάτου Αρμοστού των Ηνωμένων Εθνών δια τους πρόσφυγας, ή παντός ετέρου οργάνου των Ηνωμένων Εθνών όπερ τυχόν θα διεδέχετο τούτον εις την άσκησιν των λειτουργιών αυτού, και ειδικώτερον θα διευκολύνουν το έργον αυτού της επιτηρήσεως της εφαρμογής των διατάξεων της παρούσης Συμβάσεως.

Γ. Το Πρωτόκολλο του 1967 για το Καθεστώς των Προσφύγων

6. Σύμφωνα με το γενικό ορισμό που περιλαμβάνει η Σύμβαση του 1951, πρόσφυγας είναι το πρόσωπο που: «συνεπεία γεγονότων, επελθόντων προ της 1ης Ιανουαρίου 1951, και δεδικαιολογημένου φόβου διώξεως….ευρίσκεται εκτός της χώρας της οποίας έχει την υπηκοότητα…».

7. Το χρονικό όριο του 1951 θεσπίστηκε λόγω της επιθυμίας των κυβερνήσεων να περιορίσουν, κατά το χρόνο που υιοθετήθηκε η Σύμβαση, τις υποχρεώσεις τους σε προσφυγικές καταστάσεις γνωστές εκείνη την εποχή ή σ’ αυτές που θα μπορούσαν ν’ ανακύψουν στο μέλλον εξαιτίας γεγονότων που είχαν ήδη συντελεστεί.

8. Με την πάροδο του χρόνου και την εμφάνιση νέων προσφυγικών καταστάσεων, άρχισε να γίνεται ολοένα και περισσότερο αισθητή η ανάγκη να εφαρμοστούν οι διατάξεις της Σύμβασης του 1951 και σε παρόμοιους νέους πρόσφυγες. Για το σκοπό αυτό καταρτίστηκε ένα Πρωτόκολλο σχετικά με το Καθεστώς των Προσφύγων. Ύστερα από την εξέτασή του από τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών, άνοιξε για προσχωρήσεις την 31η Ιανουαρίου 1967 και τέθηκε σε ισχύ την 4η Οκτωβρίου 1967.

9. Με την προσχώρηση στο Πρωτόκολλο του 1967, τα κράτη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να εφαρμόζουν τις ουσιώδεις διατάξεις της Σύμβασης του 1951 στους πρόσφυγες, σύμφωνα με τους ορισμούς της, αλλά χωρίς το χρονικό όριο του 1951. Αν και μ’ αυτόν τον τρόπο συνδέεται με τη Σύμβαση, το Πρωτόκολλο είναι ανεξάρτητο, η δε προσχώρηση σε αυτό δεν περιορίζεται μόνο στο κράτη μέλη της Σύμβασης.

———————————

Βιβλιογραφία

– Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες (Οκτώβριος 2010), Επιλεγμένα κείμενα αναφοράς Διάσωση στη θάλασσα, Αποτροπή και Λαθρεπιβάτες, Αθήνα

– Γραφείο Ύπατου Αρμοστή του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες (2009), ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΓΙΑ ΤΙΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΚΑΙ ΤΑ ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΚΑΘΟΡΙΣΜΟΥ ΤΟΥ ΚΑΘΕΣΤΩΤΟΣ ΤΩΝ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ, Αθήνα