«Αντωνίνη, μια θεσσαλονικιά στην αυτοκρατορική αυλή» της Γιώτας Ιωακειμίδου«Αντωνίνη, μια θεσσαλονικιά στην αυτοκρατορική αυλή»

Η Αντωνίνη έζησε την ίδια εποχή με τη θεοδώρα.Ήταν κόρη ηνιόχων του ιπποδρόμου, με καταγωγή από τη Θεσσαλονίκη. Στον ιππόδρομο ζούσαν ένα πλήθος φτωχών,τους οποίους μίσθωναν οι πράσινοι και οι βένετοι. Αυτοί ήταν οι ηνίοχοι, οι ιπποφύλακες, θεσιάριοι (έδειχναν τις θέσεις στους θεατές),οι επαγγελματίες ποιητές του αυτοκράτορα, κουστωδιάριοι, οι μελιστα ί(μουσικοί), οι μίμοι,οι αρκτοτρόφοι (όπως ο πατέρας της Θεοδώρας),οι φωνοβόλοι, αυτοί που φώναζαν τις προσφωνήσεις του λαού και πολλοί άλλοι φτωχοδιάβολοι.

Αν πιστέψουμε τον ιστορικό Προκόπιο, ήταν μια γυναίκα που ζώντας και αυτή στον ιππόδρομο, είχε ελευθεριάζουσα συμπεριφορά. Όμορφη, ελκυστική, δεν δυσκολεύτηκε να μπλέξει στα δίχτυα της τον 60χρονο Βελισάριο, ο οποίος δήλωνε δημόσια ότι δεν μπορεί να ζήσει χωρίς αυτήν. Κατάφερε με τα θέλγητρά της να γίνει πατρικία Ζωστή, ακόλουθος της Θεοδώρας. Ο τίτλος αυτός ήταν τόσο τιμητικός,που τον απέδιδε ο ίδιος ο αυτοκράτορας με μια λαμπρή τελετή στην οποία συμμετείχε όλο το παλάτι. Λεπτή, κομψή, φιλόδοξη, φιλήδονη, με πανέξυπνα και ανήσυχα μάτια κατάφερε να κατακτήσει τον σκληροτράχηλο στρατηγό. Ψηλός, εύσωμος, πλούσιος, θα μπορούσε να έχει όποια γυναίκα ήθελε την εποχή της δόξας του. Με μεγάλες επιτυχίες στα στρατόπεδα, τον αγαπούσε ο στρατός και ο λαός.

Σαν σύζυγος η Αντωνίνη τον συνόδευε στις εκστρατείες του.Ήταν τόσο έξυπνη, που δεν ήταν λίγες οι φορές που έβρισκε λύσεις σε πρακτικά ζητήματα και προβλήματα του στρατού. Ακόμα και σε διπλωματικές αποστολές την έστελνε ο Βελισάριος, τόσο πολύ την αγαπούσε, παρόλα τα ηθικά της ολισθήματα.

Ο Προκόπιος υποστήριξε ότι τον κατέκτησε με φίλτρα και μαγγανείες, με τη βοήθεια της Θεοδώρας, η οποία προερχόταν από το ίδιο περιβάλλον. Η θεοδώρα την κάλυπτε και τη βοηθούσε στον παράνομο έρωτά της με έναν νεαρό από την Θράκη. Ο νεαρός Θεοδόσιος βαπτίστηκε από τον Βελισάριο και ήταν σαν μέλος της οικογένειας, είχε την ίδια ηλικία με τον νόθο γιο της Αντωνίνης, τον Φώτιο. Ο νεαρός δέχτηκε ασμένως τον έρωτα της ώριμης κυρίας και μαζί της ακλουθούσε στις εκστρατείες του Βελισάριου. Ο ίδιος ο Βελισάριος τους είδε σε τρυφερές στιγμές, την αγαπούσε όμως τόσο πολύ, ώστε αρνήθηκε να πιστέψει στα ίδια του τα μάτια και δέχτηκε τις εξηγήσεις της. Η Αντωνίνη αποθρασύνθηκε και δεν κρατούσε κανένα πρόσχημα. Ξέσπασε σκάνδαλο τότε και ο στρατηγός αντί να τιμωρήσει τη γυναίκα του, αποφάσισε να σκοτώσει τον εραστή του, ο οποίος κατάφερε να ξεφύγει . Όλοι στη Βασιλεύουσα ήταν εναντίον της, εκτός από τον παράφορα ερωτευμένο σύζυγο. Κατάφερε λοιπόν να τον πείσει για την αθωότητα της και να καλέσει πίσω τον νεαρό Θεοδόσιο. Η εκδίκηση της για όσους την συκοφάντησαν ήταν άγρια. Η νεαρή υπηρέτρια,η Μακεδονία, την πλήρωσε πολύ ακριβά, της έκοψαν την γλώσσα και κατόπιν μαζί με τους άλλους δυο μάρτυρες, κομματιάστηκαν και πετάχτηκαν μέσα σε τσουβάλια στον Βόσπορο. Λέει κατά λέξη ο Προκόπιος: «Οὐ πολλῷ δὲ ὕστερον, ἢ μαγγανεύσασα, ἢ θωπεύσασα πείθει τὸν ἄνδρα, ὡς οὐχ ὑγιὲς τὸ κατηγόρημα τὸ ταύτης γένοιτο· καὶ ὃς Θεοδόσιον μὲν μελλήσει οὐδεμιᾷ μετεπέμψατο· Μακεδονίαν δὲ καὶ τὰ παιδία τῇ γυναικὶ ἐκδοῦναι ὑπέστη. Οὓς δὴ ἅπαντας πρῶτα τὰς γλώττας, ὥσπερ λέγουσιν, ἀποτεμοῦσα, εἶτα κατὰ βραχὺ κρεουργήσασα, καὶ θυλακίοις ἐμβεβλημένη, ἐς τὴν θάλατταν ὀκνήσει οὐδεμιᾷ, ἔρριψε, τῶν τινος οἰκετῶν Εὐγενίου ὄνομα ὑπουργήσαντός οἱ ἐς ἅπαν τὸ ἄγος· ᾧ δὴ καὶ τὸ ἐς Σιλβέριον εἴργασται μίασμα.»

 Η εκδικητική της μανία άγγιξε και τον ανώτερο αξιωματικό Κωνσταντίνο, ο οποίος την κακολόγησε στον Βελισάριο. Η τελευταία πράξη της προκάλεσε την οργή ακόμα και του Ιουστινιανού. Ο νεαρός Θεοδόσιος ήταν ο μόνος κερδισμένος αποκομίζοντας μεγάλα ποσά από τα λάφυρα της εκστρατείας στην Καρχηδόνα. Ακόμα και τον γιο της Φώτιο, συνομήλικο σχεδόν του εραστή της, έκανε στην άκρη για χάρη του. Ο Νεαρός φοβισμένος από το πάθος της έφυγε κρυφά στην Έφεσο και έγινε μοναχός.

Η Αντωνίνη έφτασε σε παραλογισμό, έσκιζε τα ρούχα της, δεν έτρωγε, έκλαιγε συνέχεια. Ο δυστυχής Βελισάριος την άκουγε να του λέει ότι ο εραστής της ήταν ο πιο καλός άνθρωπος, ο πιο δραστήριος, πιστός και αξιαγάπητος. Τόσο πολύ την αγαπούσε, ώστε πήγε στο παλάτι και παρακάλεσε τον Ιουστινιανό να διατάξει να τον φέρουν πίσω. Ο νεαρός αρνήθηκε να γυρίσει αρχικά, αλλά όταν ο Βελισάριος έφυγε σε εκστρατεία εναντίον του Χοσρόη, έσπευσε να την παρηγορήσει.

Όλοι στη βασιλεύουσα απορούσαν με τη στάση του σκληρού και χαλκέντερου στρατηγού, η στάση ήταν ανερμήνευτη. ¨Όταν τα νέα έφτασαν στο στρατόπεδο, ζήτησε από τον γιο της Φώτιο που τον ακολουθούσε παντού, να γυρίσει στη Βασιλεύουσα και να σκοτώσει τον νεαρό.

Μετά από πολλές μηχανορραφίες, ακόμα και εναντίον του γιου της, έπεισε πάλι τη Θεοδώρα να τη βοηθήσει. Η Αντωνίνη παίρνει ένα γράμμα από τη θεοδώρα που της γράφει: «Αγαπητή Πατρικία, έχω στα χέρια μου από χτες μαργαριτάρι τόσο όμορφο που κανείς θνητός δεν είδε μέχρι τώρα. Αν θέλεις να το δεις, δεν θα σου αρνηθώ». Η συνάντηση των εραστών ήταν παθιασμένη, η Θεοδώρα υπεσχέθη να τον κάνει στρατηγό, αλλά η τύχη αποφάσισε αλλιώς. Μια δυσεντερία τον έστειλε «εις τας αιωνίους μονάς».

 Σε μεγάλη πια ηλικία ο Βελισάριος έπεσε σε δυσμένεια και τα έχασε όλα. Η Αντωνίνη χάρη στην φιλία της με τη Θεοδώρα τον έσωσε από βέβαιο θάνατο. Ο στρατηγός έπεσε στα πόδια της και ορκίστηκε να είναι δούλος της ,όχι σύζυγος. Πεθαίνει τον Μάρτιο του 565, εννιά μήνες μετά τον θάνατο του Ιουστινιανού.

Η θεοδώρα πεθαίνει 1 Ιουλίου του 548 από καρκίνο, όπως πιθανολογείται. Η Αντωνίνη είναι και αυτή 60 χρονών ήδη και αποσύρεται σε έναν ναό που κτίζει και εκεί πεθαίνει σε βαθιά γεράματα.

Τις πληροφορίες μας τις δίνει ο Προκόπιος, στενός φίλος του Βελισάριου και του Ιουστινιανού. Ο Προκόπιος έγραψε δυο βιβλία εντελώς αντιθετικά μεταξύ τους. Στο πρώτο επαινεί και ανυψώνει στον έβδομο ουρανό τον Ιουστινιανό τη θεοδώρα και τον Βελισάριο. Το δεύτερο βιβλίο του τα «ανέκδοτα» αναιρεί όσα έγραψε στο πρώτο και τους παρουσιάζει με άλλη όψη, να είναι γεμάτοι ελαττώματα. Σε αυτό το βιβλίο περιέλαβε όλα τα κουτσομπολιά, τις συκοφαντίες, τις κουβέντες των καφενείων. Με ένα Θουκυδίδειο ύφος υιοθετεί κάθε ψέμα, κάθε φαντασία και τα άφησε κτήμα στην περιέργεια των επερχόμενων γενεών. Υμνητής και λιβελλογράφος συγχρόνως,είναι ένα αίνιγμα για τη σύγχρονη έρευνα.