«Έκθεση Β’ Λυκείου: Προκαταλήψεις-Στερεότυπα (Προτεινόμενο θέμα-Κριτήριο αξιολόγησης)» της Έρης Ναθαναήλ«Έκθεση Β’ Λυκείου: Προκαταλήψεις-Στερεότυπα (Προτεινόμενο θέμα-Κριτήριο αξιολόγησης)» της Έρης Ναθαναήλ

Κείμενο

Η δύναμη της προκατάληψης

Συνήθως αποκαλούμε «προκατάληψη» μια γνώμη ή ένα σύνολο γνωμών, σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμη και μιαν ολόκληρη θεωρία, που γίνεται άκριτα και παθητικά αποδεκτή από παράδοση, από συνήθεια ή από μιαν αυθεντία της οποίας τις γνωμοδοτήσεις τις αποδεχόμαστε, χωρίς να τις συζητάμε· «άκριτα» και «παθητικά» στο βαθμό που την αποδεχόμαστε χωρίς να την ελέγχουμε, από αδράνεια ή από σεβασμό ή από φόβο και την αποδεχόμαστε με τόση δύναμη ώστε αντιστέκεται σε κάθε ορθολογική ανασκευή, δηλαδή σε κάθε ανασκευή που γίνεται με προσφυγή σε ορθολογικά επιχειρήματα. Γι’ αυτό λέγεται εύλογα ότι η προκατάληψη ανήκει στη σφαίρα του ανορθολογικού, στο σύμπλεγμα εκείνων των πεποιθήσεων που δεν γεννιούνται από την επιχειρηματολογημένη σκέψη και που διαφεύγουν από κάθε αμφισβήτηση θεμελιωμένη σε μια λογική επιχειρηματολογία. Αυτό το στοιχείο ανορθολογικότητας χρησιμεύει στο να διακρίνουμε την προκατάληψη από οποιαδήποτε άλλη μορφή εσφαλμένης γνώμης. Η προκατάληψη είναι μια εσφαλμένη γνώμη την οποία πιστεύουμε ισχυρά σαν αληθινή, αλλά δεν μπορεί να θεωρηθεί προκατάληψη κάθε εσφαλμένη γνώμη. Για να αναφέρουμε ένα κοινότοπο παράδειγμα, όλοι μας, όταν μελετάμε μια ξένη γλώσσα, κάνουμε λάθη. Πρόκειται,  όμως,  για λάθη που δεν πηγάζουν από προκατάληψη, επειδή πηγάζουν απλά και καθαρά από την άγνοιά μας για ορισμένους κανόνες αυτής της γλώσσας.

Ένα άλλο είδος λάθους, που δεν πρέπει να συγχέεται με την προκατάληψη, είναι εκείνο στο οποίο πέφτουμε όταν ξεγελιόμαστε από κάποιον, που μας κάνει να πιστέψουμε ότι είναι αληθινό κάτι που δεν είναι αληθινό. Εμείς μπορεί να πέσουμε καλόπιστα στο λάθος, αλλά και σε αυτή την περίπτωση, όταν αποκαλυφθεί η απάτη, είμαστε σε θέση να αναγνωρίσουμε το λάθος και να αποκαταστήσουμε την αλήθεια. Γενικά μπορούμε να πούμε ότι  διακρίνονται και διαφέρουν από την προκατάληψη όλες οι γνώμες, οι οποίες, επειδή δεν πηγάζουν από ανορθολογικές πηγές, μπορούν να διορθωθούν με τη βοήθεια του λόγου και της εμπειρίας. Ακριβώς επειδή δεν μπορεί να διορθωθεί  ή  μπορεί να διορθωθεί λιγότερο εύκολα, η προκατάληψη είναι ένα πιο ανθεκτικό και κοινωνικά πιο επικίνδυνο λάθος.

Η δύναμη της προκατάληψης εξαρτάται γενικά από το γεγονός ότι το να πιστεύουμε ως αληθινή αυτή την εσφαλμένη γνώμη αντιστοιχεί στις επιθυμίες μας, υποκινεί τα πάθη μας, εξυπηρετεί τα συμφέροντά μας. Πίσω από τη δύναμη της πεποίθησης με την οποία πιστεύουμε σε αυτό που η προκατάληψη μας κάνει να πιστεύουμε βρίσκεται ένας πρακτικός λόγος, μια προδιάθεση να πιστέψουμε στη γνώμη που η προκατάληψη μεταβιβάζει.

Υπάρχουν διάφορες μορφές προκατάληψης. Μια πρώτη χρήσιμη διάκριση είναι εκείνη που πρέπει να κάνουμε ανάμεσα σε ατομικές προκαταλήψεις και συλλογικές προκαταλήψεις. Αποκαλώ «συλλογικές προκαταλήψεις» τις προκαταλήψεις που συμμερίζεται μια κοινωνική ομάδα. Η ταύτιση με την ομάδα μας μάς κάνει να νιώθουμε τον άλλον σαν διαφορετικό ή ακόμη και σαν εχθρό. Σε αυτή την ταύτιση-αντιπαράθεση συμβάλλει ακριβώς η προκατάληψη, δηλαδή η ιδέα που τα μέλη μιας ομάδας σχηματίζουν για τα χαρακτηριστικά της αντίπαλης ομάδας, ιδέα που συνήθως είναι αρνητική. Οι ομαδικές προκαταλήψεις είναι αναρίθμητες αλλά οι δύο ιστορικά πιο σημαντικές και με τη μεγαλύτερη επιρροή είναι η εθνική προκατάληψη και η ταξική προκατάληψη. Διόλου τυχαία, οι μεγάλες\συγκρούσεις που σημάδεψαν όλη την ιστορία της ανθρωπότητας είναι εκείνες που προέκυψαν από τους πολέμους μεταξύ εθνών ή λαών (ή ακόμη και φυλών) και από την πάλη των τάξεων.

Δεν υπάρχει έθνος που να μην συντηρεί μιαν επίμονη, ισχυρή, δύσκολα τροποποιήσιμη ιδέα για την ταυτότητά του, που χαρακτηρίζεται ακριβώς από την υποτιθέμενη διαφορετικότητά του από όλα τα άλλα έθνη. Φυσικά υπάρχει μεγάλη διαφορά, μερικές φορές και αντίθεση, ανάμεσα στον τρόπο με τον οποίο ένας λαός βλέπει τον εαυτό του και στον τρόπο με τον οποίο τον βλέπουν οι άλλοι λαοί. Αλλά γενικά και οι δύο αυτοί τρόποι αποτελούνται από έμμονες ιδέες, από επιφανειακές γενικεύσεις (όλοι οι Γερμανοί είναι αυταρχικοί, όλοι οι Ιταλοί είναι πονηροί κ.λπ.), που αποκαλούνται ακριβώς γι’ αυτό το λόγο «στερεότυπα».

Ασχολούμαστε με την προκατάληψη εξαιτίας των βλαβερών συνεπειών της. Η κυριότερη συνέπεια της ομαδικής προκατάληψης είναι η διάκριση. Τι σημαίνει διάκριση;

«Διάκριση» σημαίνει κάτι περισσότερο από διαφορά , επειδή αυτή χρησιμοποιείται πάντα με έναν αρνητικό χαρακτηρισμό.  Μπορούμε να πούμε , επομένως,  ότι ως «διάκριση» εννοούμε μιαν άδικη ή αθέμιτη διαφοροποίηση και οι φάσεις μέσα από τις οποίες αυτή αναπτύσσεται είναι σταδιακές. Σε ένα πρώτο χρόνο η διάκριση βασίζεται στη διαπίστωση της διαφορετικότητας ανάμεσα σε άνθρωπο και άνθρωπο, ανάμεσα σε ομάδα και ομάδα. Η κρίση που διαχωρίζει  στη συνέχεια γίνεται   αξιολογική.  Η διαδικασία διάκρισης δεν σταματάει εδώ, αλλά ολοκληρώνεται σε μια τελευταία  φάση, που είναι η αληθινά αποφασιστική . Η   αξιολόγηση  του «άλλου» συνήθως μεταβιβάζεται άκριτα στο πλαίσιο μιας ορισμένης ομάδας και πλέον βασίζεται στη δύναμη της παράδοσης ή σε μιαν αναγνωρισμένη αυθεντία (για παράδειγμα, σε ένα κείμενο που θεωρείται αλάθητο από τους οπαδούς του, όπως το βιβλίο του Χίτλερ «Ο Αγών μου »). Φυσικά ,προκειμένου η διάκριση να ξεδιπλώσει όλες τις αρνητικές της συνέπειες δεν αρκεί μια ομάδα, με βάση μιαν αξιολογική κρίση, να υποστηρίζει ότι είναι ανώτερη από μιαν άλλη .

Προχωρώντας η προκατάληψη χτίζει και θεμελιώνει  τεχνητά ιδεολογικά κατασκευάσματα δημιουργώντας έτσι πρόσφορο έδαφος για την επικράτηση ξενοφοβίας, εθνικισμού, ρατσισμού και υποσκάπτοντας τη σχέση μεταξύ ατόμων και λαών.  [… ]

Από τον ΘΑΝΑΣΗ ΓΙΑΛΚΕΤΣΗ

«7» – 26/08/2007

Το κείμενο είναι ένα διασκευασμένο απόσπασμα διάλεξης που έδωσε ο Ιταλός φιλόσοφος Νορμπέρτο Μπόμπιο το Νοέμβριο του 1979, στο Τορίνο, με θέμα «Ο χαρακτήρας της προκατάληψης».

ΘΕΜΑΤΑ

Α.  Να γράψετε την περίληψη του παραπάνω κειμένου σε 100-120 λ  

[μον 25 ]

Β1 .Βρείτε και τεκμηριώστε έναν  τρόπο ανάπτυξης της 1ηςπαραγράφου του κειμένου ( «Συνήθως αποκαλούμε «προκατάληψη» …Πρόκειται,  όμως,  για λάθη που δεν πηγάζουν από προκατάληψη, επειδή πηγάζουν απλά και καθαρά από την άγνοιά μας για ορισμένους κανόνες αυτής της γλώσσας.»

[μον 5 ]

Β2. Να αναφέρετε το ρόλο που παίζουν τα σημεία στίξης  [παρένθεση, εισαγωγικά, ερωτηματικό ]  σε καθεμιά από τις παρακάτω λέξεις ή φράσεις του κειμένου .             

  1. «άκριτα»
  2. «παθητικά»
  3. (ή ακόμη και φυλών)
  4. (όλοι οι Γερμανοί είναι αυταρχικοί, όλοι οι Ιταλοί είναι πονηροί κ.λπ.),
  5. που αποκαλούνται ακριβώς γι’ αυτό το λόγο «στερεότυπα».
  6. Τι σημαίνει διάκριση;
  7. «Διάκριση»
  8. «άλλου»
  9. (για παράδειγμα, σε ένα κείμενο που θεωρείται αλάθητο από τους οπαδούς του, όπως το βιβλίο του Χίτλερ «Ο Αγών μου »)

[μον 5 ]

 Β3. ‘’Ακριβώς επειδή δεν μπορεί να διορθωθεί ή μπορεί να διορθωθεί λιγότερο εύκολα, η προκατάληψη είναι ένα πιο ανθεκτικό και κοινωνικά πιο επικίνδυνο λάθος’’.
Να εντοπίσετε το είδος της σύνταξης που  χρησιμοποιεί ο συντάκτης του κειμένου και να την μετατρέψετε στην αντίθετής της  

[μον 2 ]

Β4. Να αναπτύξετε με τη μέθοδο της διαίρεσης και των παραδειγμάτων σε μια παράγραφο (90 λ.) την ειδολογική διαίρεση της προκατάληψης αντλώντας επιπλέον και  παραδείγματα από την ιστορία και την καθημερινότητα που επιβεβαιώνουν την επικράτησή της.

[μον 10 ]

Β5. Παθητικά, αποδεχόμαστε, ορθολογική, καλόπιστα, εσφαλμένη,  τροποποιήσιμη :Να γράψετε από ένα αντώνυμο για καθεμιά από τις παραπάνω λέξεις του κειμένου .  

[μον. 3 ]

Γ.  ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΛΟΓΟΥ

Σε ένα άρθρο που θα δημοσιευτεί στη σχολική σας εφημερίδα να αναφέρετε τα αίτια από τα οποία εκπορεύεται η υιοθέτηση προκαταλήψεων από τον άνθρωπο και τις συνέπειες που προκαλεί η υιοθέτηση αυτή σε ατομικό και κοινωνικό επίπεδο.   [ 450-500 λ. ]  

[μον 50 ]                                       

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΕΡΗ ΝΑΘΑΝΑΗΛ , ΦΙΛΟΛΟΓΟΣ

Δείτε ακόμα: Έκφραση – Έκθεση Β’ Λυκείου