Η «βιοτεχνία» του Καβάφη, του Αχιλλέα Ε. ΑρχοντήΗ «βιοτεχνία» του Καβάφη

Την Πέμπτη, 21 Ιανουαρίου 2016 είχα την τύχη να παρευρεθώ στην παρουσίαση του βιβλίου του καθηγητή του Παντείου Δημήτρη Δημηρούλη «Κ.Π. Καβάφης, Τα Ποιήματα, δημοσιευμένα και αδημοσίευτα» η οποία έγινε στο «Χατζηγιάννειο Πνευματικό Κέντρο» της Λάρισας. Την εισήγηση και την παρουσίαση του βιβλίου του κ. Δημηρούλη, παρουσίασε ο Δρ Φιλολογίας και Επίτιμος Σχολικός Σύμβουλος Θωμάς Μπεχλιβάνης.

Πρόκειται για μια εξαιρετικά καλαίσθητη έκδοση του οίκου «Gutenberg» η οποία, παρά τον όγκο της (περί τις 800 σελίδες) διαβάζεται εύκολα και ευχάριστα. Ο Δημήτρης Δημηρούλης συγκέντρωσε όλο το υλικό που βρήκε από τον Καβάφη: Δημοσιευμένα, αδημοσίευτα, αποσπάσματα, χειρόγραφα, ποιήματα, πεζά, ξενόγλωσσα, κλπ.

Δεν θα σταθώ, όμως, στον τρόπο που παρουσιάζεται ο ποιητής (η ζωή του, οι σχέσεις του με άλλους ανθρώπους και λογοτέχνες – ή μη – της εποχής του, οι προτάσεις του κ.α). Δεν είμαι γνώστης του αντικειμένου, ούτε φιλόλογος, πόσο μάλλον «καβαφολόγος». Θα σταθώ, ως ακροατής αρχικά και ως αναγνώστης μετέπειτα. τόσο του Δημήτρη Δημηρούλη όσο και του Καβάφη στις εντυπώσεις και στα συναισθήματά μου. Κι αυτά, ήταν πολύ πλούσια.

«Βιοτεχνία» Καβάφη, λοιπόν. Αυτό εισηγείται ο Δ. Δημηρούλης. Δηλαδή, εξηγεί ο ίδιος, η «μέριμνα βίου, η επιμέλεια εαυτού και η μελέτη θανάτου», σημειώνοντας πώς η ποίηση του Καβάφη, όσο κι αν γοητεύει με τον υπαινικτικό λυρισμό της, μας φέρνει αντιμέτωπους με ερωτήματα που απευθύνονται σε αυτά τα τρία κρίσιμα ζητήματα. Βιοτεχνία, δηλαδή, είναι η τέχνη του βίου (για τον τρόπο και το νόημα της ύπαρξης) και συνεπώς η ποίηση του Καβάφη εκπαιδεύει τον αναγνώστη στη βιοτή. Προχωρώντας σε επί μέρους παρατηρήσεις σχετικά με την κατανόηση της μοναδικότητας του ποιητή ανέφερε ότι η ποίηση του Καβάφη δεν αποκαλύπτει κάποια αλήθεια αλλά αναδεικνύει την αξία της τέχνης για τη ζωή.

Δημήτρη Δημηρούλη «Κ.Π. Καβάφης, Τα Ποιήματα, δημοσιευμένα και αδημοσίευτα»Την επομένη ταξίδεψα στο Κίεβο. Πήρα το βιβλίο μαζί μου. Εκεί, στους -16° Κελσίου, είχα για τις τέσσερις ημέρες της παραμονής μου να την ευκαιρία να δω έναν άλλον Καβάφη, διαφορετικό από εκείνον που διδάχτηκα στα σχολικά θρανία. Κάθε ποίημά του είναι σαν ένα θεατρικό έργο. Πρώτα έρχονται με την ανάγνωση οι λέξεις και μετά αναλαμβάνει δράση η φαντασία να τις μεταμορφώσει σε εικόνες. Είδα τον Οδυσσέα να κατεβαίνει στο λιμάνι και να σαλπάρει για την «Εσπερίαν» στη «Δεύτερη Οδύσσεια», ένιωσα μαζί με τους κατοίκους της Αλεξάνδρειας μια ζεστή και ποιητική μέρα επευφημώντας τους «Αλεξανδρινούς Βασιλείς» και πέρασα μια δύσκολη ημέρα, γεμάτη αγωνία, φόβο – ίσως και κρυφή ελπίδα –  «Περιμένοντας τους Βαρβάρους».

Με αποζημίωσε, όμως, η «Μισή Ώρα» που ταξίδεψα με μία Ουκρανή φίλη στην «Ιθάκη» ενώ μας φώτιζαν «Κεριά» διαβάζοντας την ποίηση του Καβάφη (αλλά και του Πούσκιν, και της Αχμάτοβα) πρώτα στα ελληνικά και μετά στα ρώσικα (ο καθείς στη γλώσσα του). Με τράβηξε η μυρωδιά στην «Προθήκη του Καπνοπωλείου και γέλασα με έναν φουκαρά «Ηγεμόνα εκ Δυτικής Λιβύης» και όσους τον θεωρούσαν πάνσοφο εξαιτίας της ανοησίας τους. Σάρκασα κι εγώ μαζί του τα πολιτικάντικα τρωκτικά. «Ας φρόντιζαν», είπα, αναλογιζόμενος αυτά που συνέβαιναν «Εν Μεγάλη Ελληνική Αποικία στα 200 π.χ.». Παρακολούθησα μια ολόκληρη θεατρική παράσταση του » Άμλετ»  του Γ. Σαίξπηρ κατά την οποία έμαθα τι έπαθε και γιατί «Ο Βασιλιάς Κλαύδιος». Μπορεί να ήμουν ο μόνος θεατής, αλλά δεν ήμουνα σε καμία περίπτωση «Θεατής Δυσαρεστημένος».

Παρακολούθησα γεμάτος αγωνία μια παρτίδα σκάκι, βλέποντας πώς κινείται «Το Πιόνι». Με συγκίνησε αυτά που έπαθε «Όποιος Απέτυχε», αλλά πάλι, σκέφτηκα, «Θάταν το Οινόπνευμα». Ή, ίσως, «Η Είδησις της Εφημερίδος». Κι ενώ άρχισε να με κατακλύζει η «Μελαγχολία του Ιάσονος Κλεάνδρου, ποιητού εν Κομμαγγηνή», σαν να άκουσα τον Αλεξανδρινό ποιητή να με προτρέπει: «Όσο μπορείς». Κι ήταν κι αυτή «Η Πόλις» που μου ψιθύριζε «Che fece… il gran rifiuto».

Προσπάθησα, κάποτε, πριν χρόνια, να ερμηνεύσω τον Καβάφη με γνώμονα το γνωστό τρίπτυχο «ιστορικός, ηδονικός, διδακτικός». Λάθος μου.  Το επαναλαμβάνω, δεν είμαι ειδικός επί του θέματος. Αυτές τις λίγες μέρες που ταξίδεψα με τον Καβάφη  ακολούθησα την προτροπή του: Τον ένιωσα  χωρίς να κάνω καμιά προσπάθεια να τον εξηγήσω. Όπως μου είπε κι ο ίδιος:

Απ’ όσα έκαμα κι απ’ όσα είπα

να μη ζητήσουνε να βρουν ποιος ήμουν.

Εμπόδιο στέκονταν και μεταμόρφωνε

τες πράξεις και τον τρόπο της ζωής μου.

Εμπόδιο στέκονταν και σταματούσε με

πολλές φορές που πήγαινα να πω.

Οι πιο απαρατήρητές μου πράξεις

και τα γραψίματά μου τα πιο σκεπασμένα —

από εκεί μονάχα θα με νιώσουν.

Αλλά ίσως δεν αξίζει να καταβληθεί

τόση φροντίς και τόσος κόπος να με μάθουν.

Κατόπι — στην τελειοτέρα κοινωνία —

κανένας άλλος καμωμένος σαν εμένα

βέβαια θα φανεί κ’ ελεύθερα θα κάμει.

(Κρυμμένα, 1908)

Εν κατακλείδι: Στο αιώνιο ερώτημα που έκανα στον εαυτό μου «τι θέλει να πει ο ποιητής;» εκείνος μου απάντησε: «Τι σε νοιάζει; Ο ποιητής λέει αυτό που διαβάζεις. Εσύ, πώς νιώθεις μ’ αυτά που λέει ο ποιητής;»

Προτίμησα να μην ανταπαντήσω. Είναι κι αυτή μια στάσις. Νιώθεται…