«Ποιον έχει να φοβάται η Τέχνη;» του Αχιλλέα Ε. Αρχοντή«Ποιον έχει να φοβάται η Τέχνη;» του Αχιλλέα Ε. Αρχοντή

‘Οπως μας παραδίδει ο Ηρόδοτος, στα 494 π.Χ. η Μίλητος, αβοήθητη από τους συμμάχους Αθηναίους, καταλαμβάνεται μετά από πολιορκία από τους Πέρσες. Ακολουθούν σφαγή και εξανδραποδισμός των Μιλησίων. Είναι, στην ουσία, το τέλος της εξέγερσης των Ιωνικών πόλεων (499 π.Χ. – 493 π.χ.). Ο Θεμιστοκλής προσπαθεί να πείσει τους Αθηναίους ότι ο Περσικός κίνδυνος είναι υπαρκτός και ότι πρέπει να χρηματοδοτηθεί  η ναυπήγηση πλοίων (εκ των υστέρων, όπως ξέρουμε, δικαιώθηκε). Οι Αθηναίοι φοβούνται περισσότερο από τους Πέρσες την αυξανόμενη δύναμη του Θεμιστοκλή. Τότε αυτός προχωράει σε ένα πρωτόφαντο – για την εποχή – επικοινωνιακό παιχνίδι: Γίνεται χορηγός της θεατρικής παράστασης του Φρυνίχου «Μιλήτου Άλωσις».

Το έργο προειδοποιεί τι θα συμβεί  όταν οι Πέρσες θα φτάσουν στην Ελλάδα και  τους βρουν απροετοίμαστους: Καταστροφή και υποδούλωση, όπως συνέβη με τη Μίλητο το 494 π.Χ. Είναι μία προειδοποίηση προς τους Αθηναίους. Πρέπει να ξέρουν ποια θα είναι η τύχη τους. Ολόκληρο το θέατρο έκλαιγε με λυγμούς και οι Αθηναίοι έπαθαν τέτοια κατάθλιψη, ώστε υποχρέωσαν τον Φρύνιχο να πληρώσει πρόστιμο χιλίων δραχμών, γιατί τους έκανε να θυμηθούν δικές τους συμφορές, την δε τραγωδία του την απαγόρευσαν να ξαναπαιχθεί, καθότι  τους θύμισε  «οικεία κακά». Είναι η πρώτη – αν δεν κάνω λάθος – καταγεγραμμένη λογοκρισία που επιβάλλεται από τον θεσμό της δημοκρατίας.

Στα 472 π.Χ., οκτώ χρόνια μετά τη ναυμαχία της Σαλαμίνας και επτά μετά τον θρίαμβο των Πανελλήνων κατά των Περσών, ο Αισχύλος παρουσιάζει την τραγωδία «Πέρσαι». Αυτή τη φορά, η τραγωδία δεν έχει την κακή τύχη εκείνης του Φρυνίχου. Απεναντίας, ο Αισχύλος κερδίζει στους αγώνες. Δεν είναι «οικεία» τα κακά που περιγράφονται. Είναι εκείνα του νικημένου και ταπεινωμένου εχθρού. Ίσως οι Σαλαμινομάχοι να χαμογελούσαν χαιρέκακα όταν ο Ξέρξης σχίζει τα ρούχα του και εμφανίζεται ταπεινωμένος μπροστά στους γέροντες «Πέρσας» και στην Άτοσσα. Η Αθηναϊκή Δημοκρατία μετά τους Περσικούς Πολέμους ήταν πια πανίσχυρη. Μπορούσε ακόμα και να συμπονά του νικημένους εχθρούς. Ως χορηγός της παράστασης  φέρεται ο Περικλής.

Όπως βλέπουμε, το κοινό της Αθήνας επιφύλαξε τελείως διαφορετική υποδοχή στις δυο τραγωδίες: Η μία απαγορεύτηκε και η άλλη βραβεύτηκε. Έχουν όμως και δυο κοινά σημεία: Το πρώτο ότι αναφέρονταν σε επίκαιρα, τότε, γεγονότα και το δεύτερο ότι το κοινό τις παρακολούθησε και έβγαλε την κρίση του. Κάτι που δεν συνέβη στις μέρες μας με την επίμαχη και πολύπαθη παράσταση της Πειραματικής Σκηνής του Εθνικού Θεάτρου «Η Ισορροπία του Νας».

Δεν μπορώ να γράψω τίποτα για την παράσταση αυτή ακριβώς επειδή δεν την παρακολούθησα. Στα σχόλια θεατών που ανέτρεξα, σε άλλους άρεσε και σε άλλους όχι. Φυσικό και λογικό. Όμως, δεν μπορώ παρά να παρατηρήσω βιαστικές κινήσεις:

-Βιάστηκαν να την καταδικάσουν επειδή αναφέρεται στο δεύτερο μέρος της στον βασανισμό κατά την ανάκριση του καταδικασμένου ως τρομοκράτη Σάββα Ξηρού σε κείμενο του ίδιου. «Προσβολή στη μνήμη των θυμάτων των τρομοκρατών η διάδοση των ιδεών του Ξηρού με χρήματα των φορολογουμένων» είναι το επιχείρημα των αντίθετων. 

-Βιάστηκαν να την κατεβάσουν (με απόφαση της Καλλιτεχνικής Διεύθυνσης του Εθνικού Θεάτρου) με μια ανακοίνωση που δείχνει φόβο για τις συνέπειες της επιλογής τους. Μια θεατρική παράσταση μπορεί να κατέβει για διάφορους λόγους (οικονομικούς, πρακτικούς, υγείας συντελεστών, κλπ). Όμως, το να κατέβει μια παράσταση από λόγους φόβου της σωματικής ακεραιότητας των συντελεστών της, του κοινού και των εργαζομένων στο θέατρο  είναι τουλάχιστον τραγικό.

Από τη μια καταδεικνύει τον ξεπεσμό μιας κοινωνίας που βιάζεται να καταδικάσει χωρίς να έχει ιδέα τι είναι αυτό που καταδικάζει. Μια κοινωνία που υπακούει στο θυμικό της και στα κελεύσματα του Αμερικανού (!) πρέσβη.  Από την άλλη όμως, την πιο σημαντική – κατά την ταπεινή μου γνώμη – και λιγότερο προβεβλημένη πλευρά, δείχνει την αδυναμία της ίδιας της Τέχνης να υπερασπίσει το προϊόν της. Δεν είναι το ίδιο με την περίπτωση του Φρυνίχου. Εκεί, η απαγόρευση επιβλήθηκε από την εξουσία της πόλης της Αθήνας. Εδώ, επιβλήθηκε από την εξουσία του φόβου και της αμφιβολίας του ορθού της επιλογής.

Θεωρώ ότι όταν η Τέχνη είναι ισχυρή και ωραία, δεν έχει ανάγκη να ανησυχεί. Το έργο του Μάρτιν Σκορτσέζε πάνω στο βιβλίο του Ν. Καζαντζάκη «Τελευταίος πειρασμός» είναι ένα παράδειγμα ισχυρής και άφοβης Τέχνης. Θα πει κάποιος: «Συγκρίνεται ο Καζαντζάκης με τον Ξηρό;» Και βέβαια όχι. Γι’ αυτό και η ταινία διέπρεψε, παρά τις αντιδράσεις των φονταμελιστών και τις επίσημες απαγορεύσεις. Επειδή, στην περίπτωση αυτή, είχε δύναμη η Τέχνη.        

Και δεν θα έπρεπε να ανεβαίνουν κείμενα του Ξηρού (εν προκειμένω) στο Εθνικό Θέατρο; Αυτό είναι θέμα άλλης συζήτησης. Είναι επιλογή του καλλιτέχνη το τι θα ανεβάσει και τι όχι. Όπως και επιλογή του είναι και ο φορέας που θα παρουσιάσει το έργο του. Κακά τα ψέματα. Όταν εκφράζεσαι μέσω κρατικού φορέα είναι αναμενόμενες -αν και καθόλου θεμιτές – οι παρεμβάσεις, τόσο του κράτους όσο και των πολιτών, οι οποίοι είναι, ας μην το ξεχνάμε, οι μοναδικοί χρηματοδότες των κρατικών σκηνών. Ας σκεφτούμε, για παράδειγμα, τι θα γινόταν στην υποθετική περίπτωση κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας και επιλογή έργου ενάντια στον ναζισμό με επιλογή κειμένων και από το «Ο Αγών μου» του Χίτλερ…

Άστοχη, λοιπόν, κατά τη γνώμη μου, η απόφαση της Καλλιτεχνικής Διεύθυνσης να κατεβάσει την παράσταση μόλις τρεις ημέρες πριν ολοκληρωθεί ο κύκλος της. Άστοχη και η σύγκριση με τον Αισχύλο και τον Σαίξπηρ που επιχείρησε το ΔΣ του Εθνικού Θεάτρου. Ακόμα πιο άστοχη, όμως, η παρέμβαση των διαφωνούντων. Περίμεναν να περάσουν δυο εβδομάδες για να αντιδράσουν, κάτι που σημαίνει ότι δεν την πήραν καν χαμπάρι και ότι μάλλον ακίνδυνη για τους δημοκρατικούς θεσμούς είναι η συγκεκριμένη παράσταση.

Σε κάθε περίπτωση, όμως, θα μας μείνει η πικρή γεύση από τις επιλογές πολιτειακών φορέων, τόσο στο θέμα επιλογής έργων όσο και στο θέμα στήριξης και διαχείρισης αυτών των επιλογών. Δυστυχώς, για μια ακόμα φορά, τα πρόωρα μέτρα φέρνουν μεταμέλεια.

*Photo: Από την παράσταση «Ισορροπία του Nash»