«Τα Καλαντόφωτα και οι καλικάντζαροι» της Γιώτας Ιωακειμίδου«Τα Καλαντόφωτα και οι καλικάντζαροι»

Το δωδεκαήμερο από παραμονή των Χριστουγέννων μέχρι τα Φώτα ήταν τα «καλαντόφωτα» στον Πόντο. Το διάστημα αυτό το θεωρούσαν πολύ επικίνδυνο, γιατί ο κόσμος ήταν «αφώτιστος» και βασίλευαν σ΄ αυτό το διάστημα το γένος των καλικάντζαρων:  κοντολόζ, τζαζούδες, περήδες και χοτλάχ, πίζηλα.

Τα όντα αυτά έβγαιναν νωρίς την νύχτα και εξαφανίζονταν με το πρώτο λάλημα του πετεινού. Αλλοίμονο σε όποιον άνθρωπο συναντούσαν. Είχαν αστείες φάτσες, κοντοί, κουτσοί, άσχημοι, με μαλλιά ανακατεμένα και λανάρια στα κεφάλια τους , ήταν τσεβδοί, σκελετωμένοι, βρώμικοι, μονόφθαλμοι, με ουρές. Ουρλιάζουν εκνευριστικά. Οι καλικάντζαροι ήταν φθονερά πλάσματα και προσπαθούσαν να βλάψουν τους ανθρώπους.

Κατέβαιναν στη γη για να δυσκολέψουν τη ζωή των ανθρώπων. Είναι πολύ ευκίνητοι και μπαίνουν από παντού μέσα στα σπίτια από καμινάδες, ακόμα και από τις κλειδαρότρυπες. Είναι ζωηροί και σκανταλιάρηδες. Κατουρούσαν μέσα στα μαγειρικά σκεύη και έκαναν πολλές άλλες ζημιές. Οι νοικοκυρές για να προστατεύσουν τα σκεύη έκαναν επάνω το σημείο του σταυρού με κάρβουνο. Σκορπίζουν το αλεύρι, χύνουν νερά στο πάτωμα, κατουράνε μέσα στην φωτιά για να τη σβήσουν. Φοβόντουσαν μόνον τα αναμμένα δαδιά. Η πρώτη τους δουλειά είναι να σβήσουν το αναμμένο τζάκι. Αυτός ήταν και ο λόγος που έκαιγε στο τζάκι για πολλές μέρες ένα καλά διαλεγμένο τεράστιο ξύλο το «χριστοκούρ», η φλόγα του οποίου απέτρεπε την είσοδο των καλικαντζάρων για όλο το δωδεκαήμερο. Δεν έπρεπε να σβήσει το χριστοκούρ, γιαυτό είχαν τον νου τους να βάλουν το επόμενο ξύλο, πριν σβήσει το προηγούμενο. Αν έσβηνε η φωτιά εθεωρείτο κακό σημάδι και τότε έμπαιναν στο σπίτι τα δαιμονικά αυτά πλάσματα της φαντασίας. Το κάψιμο παλιόρουχων και βρώμικων πραγμάτων ήταν επίσης ένα καλό μέτρο, το οποίο απέτρεπε την επίσκεψή τους.

Είναι όμως πολύ φοβητσιάρηδες, μια βιτσιά στον αέρα και εξαφανίζονται αμέσως. Για να τους αποφύγουν δεν κάνουν νυκτερινές δουλειές έξω από το σπίτι και δεν πετούσαν νερά. Εξαφανίζονται τα φώτα με τον αγιασμό των υδάτων και επιστρέφουν μετά από έναν χρόνο.

Οι καλικάντζαροι με διαφορετικά ονόματα απαντώνται σε όλη την Ελλάδα. Οι λαογράφοι υποστηρίζουν ότι είναι απομεινάρια του θεού Πάνα ή των Σατύρων που μεταπήδησαν στον χριστιανισμό. Όπως είναι γνωστό έθιμα που δεν μπόρεσε να εκριζώσει ο χριστιανισμός, τα υιοθέτησε. Ο Νικόλαος Πολίτης τα αναφέρει με διάφορα ονόματα: Λυκοκατζαραίοι, Σκαλικαντζέρια,Καρκαντζέλια, Κωλοβελώνηδες, Παγανά,Κάηδες. Η λαϊκή φαντασία τους έπλασε ψηλούς, μαυριδερούς, άσχημους με κόκκινα μάτια. Ενοχλούν τους αδύναμους, γέρους, γυναίκες, παιδιά.

Στο χωριό της γιαγιάς μου Αλτίνογλου τσιφλίκ στη Σεβάστεια τα Φώτα έριχναν αγιασμό στα χωράφια, στα περιβόλια στους στάβλους. Μέσα στο αγιασμένο νερό άναβαν και ένα κερί που το έβαζαν μέσα στο εικονοστάσι. Στις ετοιμόγεννες αγελάδες καίγανε τρίχες με αυτό το κερί για να καλογεννήσει.

Την παραμονή των φώτων ο παπάς πήγαινε σε κάθε σπίτι με τον μικρό αγιασμό και τα «φώτιζε». Οι χωρικοί του πρόσφεραν φρούτα, γλυκά, κουλούρια. Ανήμερα των Φώτων έριχναν τον σταυρό στο μεγάλο καζάνι της εκκλησίας. Αυτός ήταν ο μεγάλος αγιασμός και δεν έπρεπε να μείνει στο σπίτι, γι’ αυτό τον έπιναν αμέσως. Μόνον τον μικρό αγιασμό της παραμονής φυλούσαν στα εικονίσματα. Με τον αγιασμό των νερών έφευγαν και οι καλικάντζαροι για να επανέλθουν την επόμενη χρονιά.