Lucretius, Titus Carus, «De rerum natura» (Για την φύση των πραγμάτων), της Ελευθερίας Μπέλμπα Lucretius, Titus Carus, «De rerum natura» (Για την φύση των πραγμάτων)

εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια

Ρωμαίος ποιητής και φιλόσοφος, ο Τίτος Λουκρήτιος Κάρος (Titus Lucretius Carus) (98/94 – 55/53 π.Χ.) στο ογκώδες ποιητικό του έργο, «De rerum natura», αποδίδει επικούρειες απόψεις. Στην πραγματικότητα πρόκειται για το ελληνικό έργο του Επίκουρου, «Περί φύσεως» που έχει χαθεί και περιλαμβάνει απόψεις περί μεταφυσικής, της υλιστικής θεωρίας. Τα φυσικά φαινόμενα εξηγούνται ως πηγή ευστάθειας του κόσμου, ενώ απορρίπτονται δεισιδαιμονίες και λογής προσεγγίσεις των φυσικών νόμων βάσει υπερφυσικών δεδομένων ή εξωανθρώπινων δυνάμεων. Επιβεβλημένη θεωρείται η απαλλαγή του ανθρώπου από το φόβο του θανάτου που προβάλλεται ως κάτι φυσικό που δεν πρέπει να συνυφαίνεται με τον ακραίο συναισθηματισμό, την απόγνωση κ.λπ. 

Βιβλίο ΙV

Στο τέταρτο βιβλίο γίνεται αναφορά αρχικά στο προοίμιο στην αποστολή του ποιητή˙ ο Λουκρήτιος ερμηνεύει τον ορατό κόσμο, αλλά διαδίδει διαχρονικά ιδεώδη σε μια κατάσταση έμπνευσης υποκινούμενος από τις Μούσες. Πραγματεύεται μια σειρά από θέματα, όπως η φύση των ομοιωμάτων, η αίσθηση, ο συλλογισμός, θέματα φυσιολογίας, ψυχολογίας, ο έρωτας. Οι εικόνες παράγονται αυτόματα ως είδωλα των πραγμάτων του εξωτερικού κόσμου και γίνονται αισθητές στο λόγο με τις παρομοιώσεις. Οι εικόνες ορίζονται ως αληθή δεδομένα μέσω της όρασης. Οι αισθήσεις παραπλανούν την καταγραφή τους. Ωστόσο δεν υιοθετεί το σκεπτικισμό και επιχειρεί να τον ανατρέψει με επιχειρήματα. Συνακόλουθα κάνει αναφορά στην ακοή, τη γεύση, την όσφρηση απεικονίζοντας την αντίθεση της ανθρώπινης αίσθησης με αυτή των ζώων. Τα ζώα αφομοιώνουν τα ερεθίσματα της εξωτερικής πραγματικότητας με διαφορετικά μέσα. Η διαδικασία της ανθρώπινης σκέψης σχετίζεται και με τον καθορισμό των εικόνων. Ο Λουκρήτιος προσπαθεί να ανατρέψει την τελεολογική θεωρία. Υιοθετεί αντιλήψεις για την πείνα, τη δίψα, την ηθελημένη ενέργεια των ανθρώπινων όντων. Σχετικά με τον έρωτα αφορμάται από την προέλευση και την παθολογία του. επισημαίνει τις αυταπάτες, τις αρνητικές επιδράσεις του έρωτα εστιάζοντας στη γυναικεία εμπειρία, την τεκνοποιία, την κληρονομικότητα, τη στειρότητα και την αγάπη. Στο απόσπασμα καταγράφονται κάποιες απόψεις για τα όνειρα. Τα όνειρα συναποτελούνται από παραστάσεις και συλλογισμούς σε μια διαδικασία που λαμβάνει χώρα πέραν των δεδομένων της απτής πραγματικότητας, όπως είναι ο ύπνος.

(στ. 749-818)

[κείμενο]

Haec fieri ut memoro, facile hinc cognoscere possis.

Quatenus hoc simile este illi, quod mente videmus

atque oculis, simili fieri ratione necessest.

Nunc igitur docui quoniam me forte leonum

cernere per simulacra, oculos quae cumque lacessunt,

scire licet mentem simili ratione moveri

per simulacra leonum et cetera quae videt aeque

nec minus atque oculi, nisi quod mage tenvia cernit.

Nec ratione alia, cum somnus membra profudit,

mens animi vigilat, nisi quod simulacra lacessunt

haec eadem nostros animos quae cum vigilamus,

usque adeo, certe ut videamur cernere eum quem

rellicta vita iam mors et terra potitast.

Hoc ideo fieri cogit natura, quod omnes

corporis offecti sensus per membra quiescunt

nec possunt falsum veris convincere rebus.

Praeterea meminisse iacet languetque sopore,

nec dissentit eum mortis letique potitum

iam pridem, quem mens vivom se cernere credit.

Quod super est, non est mirum simulacra moveri

bracchiaque in numerum iactare et cetera membra;

nam fit ut in somnis facere hoc videatur imago.

Quippe, ubi prima petit alioque est altera nata

inde statu, prior hic gestum mutasse videtur.

Scilicet id fieri celery ratione putandumst:

tanta est mobilitas et rerum copia tanta

tantaque sensibili quovis est tempore in uno

copia particularum, ut posit suppeditare.

Multaque in his rebus quaeruntur multaque nobis

claradumst, plane si res exponere avemus.

Quaeritur in primis quare, quod cuique libido

venerit, extemplo mens cogitet eius in ipsum.

Anne voluntatem nostram simulacra tuentur

et simul ac volumus nobis occurit imago,

si mare, si terram cordist, si denique caelum?

Conventus hominum, pompam, convivia, pugnas,

omnia sub verbone creat natura paratque?

Cum praesertim aliis eadem in regione locoque

longe dissimilis animus res cogitet omnis.

Quid porro, in numerum procedere cum simulacra

cernimus in somnis et mollia membra movere,

mollia mobiliter cum alternis bracchia mittunt

et repentunt oculis gestum pede convenienti?

Scilicet arte madent simulacra et docta vagantur,

nocturno facere ut possint in tempore ludos.

 

[μετάφραση]

Αυτά γίνονται, όπως υπενθυμίζω, μπορείς εύκολα να το αναγνωρίσεις

αυτό. Ομοιάζει αυτό που βλέπει το μυαλό μας με αυτό που βλέπουν

τα μάτια, αναγκαστικά είναι κοινός τρόπος σχηματισμού εικόνων.

Τώρα, αφού τυχόν βλέπουμε το λιοντάρι

εξαιτίας των παρομοιώσεων που τυπώνονται στα μάτια

να ξέρεις ότι παρόμοια κινείται ο νους από ομοιότητες

με λιοντάρια και άλλα πράγματα που τα βλέπει εξίσου,

όπως τα μάτια, με εξαίρεση ότι οι παρομοιώσεις είναι λεπτότερες.

Όχι για άλλη αιτία, όταν ο ύπνος τα μέλη κατευνάζει,

ο νους ξυπνά, αν δεν τον υποκινούν οι ίδιες παραστάσεις,

όπως, όταν είναι ξυπνητό το πνεύμα μας,

τόσο που θεωρούμε πράγματι ότι βλέπουμε κάποιον

που εγκατέλειψε πια τη ζωή και νεκρός τάφηκε στη γη.

Αυτό ακριβώς η φύση συμβάλλει να γίνεται, γιατί όλες

οι αισθήσεις υποτονούν και στα μέλη του σώματος ησυχάζουν

και δεν μπορούν να νικήσουν εντελώς το ψέμα με αντικείμενο

την αλήθεια[1]. Εξάλλου παραμένει ακίνητη η μνήμη και ναρκωμένη

ούτε αντιτάσσεται στο πνεύμα που για τον άνθρωπο που

εδώ και καιρό έχει πεθάνει πιστεύει ότι είναι ζωντανός.

Αυτό δεν είναι παράξενο που τα ομοιώματα κινούνται

Και μετακινούν τα χέρια και άλλα μέλη˙

διότι συμβαίνει, όπως στον ύπνο η εικόνα γίνεται ορατή.

Μόλις η πρώτη εικόνα χαθεί και γεννηθεί μια άλλη

σε άλλη στάση, μας φαίνεται ότι η πρώτη άλλαξε στάση.

Είναι κατανοητό ότι ατά γίνονται ταχύτατα: τόση είναι

η ταχύτητα των ειδώλων και τόση η αφθονία των πραγμάτων

και τόση η αφθονία των ατόμων σε ένα τμήμα

του χρόνου, ώστε είναι δυνατό να αυξάνεται η ροή τους.

Και γι’ αυτό το ζήτημα πολλά ερωτήματα για εμάς και πολλά

σημεία πρέπει να είναι καθαρά, αν πούμε αναλυτικά τα πράγματα.

Στο πρώτο ερώτημα ζητείται το πώς μας έρχεται στο νου

οποιοδήποτε θέμα που αυτό το ίδιο το πνεύμα συλλογιέται

μήπως τα ομοιώματα τη θέλησή μας υπονομεύουν

κι αμέσως, όταν θελήσουμε, προσεγγίζουν την εικόνα μας

αν είναι θάλασσα ή γη ή τελικά ουρανός;

Συγκεντρώσεις ατόμων, παρελάσεις, συμπόσια, μάχες

όλα τα δημιουργεί και τα προετοιμάζει η φύση με το λόγο μας;

Όταν για όλους τους άλλους στον ίδιο χώρο άπειρα διαφορετικά

πράγματα σκέφτεται το πνεύμα. Τι επιπλέον να ισχυριστούμε,

όταν τα ομοιώματα κινούνται στον ύπνο μας και τα μαλακά

μέλη κουνούν, εκτείνουν διαδοχικά τα χέρια λυγερά

μπροστά στα μάτια μας, όπως και τα πόδια; Κατέχουν

την τέχνη και εκπαιδεύτηκαν τα ομοιώματα στις κινήσεις,

ώστε να μπορούν τη νύχτα να κάνουν τέτοια παιχνίδια.

[1] σύμφωνα με τον Διογένη Οινοανδέα, ο νους παρουσιάζει συγκεκριμένη λειτουργία στα όνειρα˙ οι αισθήσεις παραλύουν στη διάρκεια του ύπνου, ενώ η ψυχή είναι ξυπνητή χωρίς να γνωρίζει την αντίδραση των αισθήσεων, διαμορφώνοντας μια πλαστή ιδέα για τις παραστάσεις.