«Ακροάματα και θεάματα στα αρχαία ελληνικά συμπόσια» της Γιώτας Ιωακειμίδου «Ακροάματα και θεάματα στα αρχαία ελληνικά συμπόσια»

Από την εποχή ακόμα του Ομήρου τα συμπόσια συνόδευαν ποικίλα θεάματα και ακροάματα. Οι Αοιδοί παρίσταντο στα βασιλικά συμπόσια και διασκέδαζαν τους παρισταμένους με τις απαγγελίες τους. Οι αοιδοί είναι επαγγελματίες ραψωδοί και ταξίδευαν από πόλη σε πόλη και συνοδεύουν τις αφηγήσεις τους με κάποιο μουσικό όργανο τραγουδώντας ή απαγγέλλοντας ρυθμικά. Οι Ίωνες πρώτοι ήδη από τον 7ο π.χ. αιώνα χρησιμοποιούσαν έμμισθους μουσικούς, αυλητρίδες και χορεύτριες. Από την Ιωνία η μόδα αυτή πέρασε και στην Ελλάδα.

Στην Αθήνα του πελοποννησιακού πολέμου στα συμπόσια τραγουδούσαν τα «σκολιά μέλη». Ήταν λιανοτράγουδα με ποικίλο περιεχόμενο και κυκλοφορούσαν από στόμα σε στόμα.Τα τραγουδούσαν με συνοδεία λύρας, πολλές φορές ήταν αυτοσχέδια. Αρχικά τραγουδούσαν όλοι μαζί και στη συνέχεια μόνος του ο εμπειρότερος του συμποσίου, ο οποίος με ένα κλαδί δάφνης ή μυρσίνης προσκαλούσε τον επόμενο να τραγουδήσει. Να ένα δείγμα: μακάρι να γινόμου να μαλαματένιο γκόλφι/μια όμορφη να με φορεί, γυναίκα μυαλωμένη. Ακόμα και γνωστοί ποιητές έγραψαν σκόλια, όπως ο Σιμωνίδης, ο Αλκαίος και ο Ανακρέων.

Καθώς όμως περνούσαν τα χρόνια επιζητούσαν περισσότερες διασκεδάσεις. Έτσι εμπλουτίστηκαν με μίμους, θαυματοποιούς, παράσιτους, γελωτοποιούς. Οι παράσιτοι ήταν αυτόκλητοι, πήγαιναν δηλαδή ακάλεστοι και πρόσφεραν διασκέδαση. Ο παράσιτος έπρεπε να έχει πολλά προσόντα: γελωτοποιός, βωμολόχος, κόλακας. Ο Αθήναιος στους «Δειπνοσοφιστές» μας δίνει την εικόνα τους, είναι οι Διονυσοκόλακες, δηλαδή οι κόλακες που παρασιτούν στην αυλή του Διονυσίου της Σικελίας. Τύπος παράσιτου ανθρώπου εξεικονίζεται στο «συμπόσιο» του Ξενοφώντα και σε έργα της Νέας κωμωδίας. Το ρωμαϊκό θέατρο είχε απαραίτητα τέτοιους τύπους με χαρακτηριστικά γελωτοποιού.

Άλλα είδη διασκέδασης είναι τα αινίγματα, οι γρίφοι, τα λογοπαίγνια. Οι ποινές και τα έπαθλα ήταν αστεία και αυτά. Οι χαμένοι έπιναν οίνο ανακατεμένο με άλμη και μάλιστα απνευστί.

Πολύ δημοφιλές παιχνίδι ήταν ο «κότταβος», συνηθιζόταν πολύ στην Αθήνα. Ήταν παιχνίδι επιδεξιότητας και η προέλευσή του ήταν Σικελική. Άφηναν λίγο κρασί στο ποτήρι και το έριχναν μέσα σε μια λεκάνη, ενώ φώναζαν το όνομα της αγαπημένης και αυτό λεγόταν «αποκοτταβίζειν». Αν το κρασί έπεφτε όλο στην λεκάνη με θόρυβο, αυτό σήμανε την ανταπόκριση της νέας στα αισθήματα του. Παιζόταν και με άλλους τρόπους, με τη χρήση της κοτταβικής ράβδου ή πλάστιγγας που κρεμόταν πάνω από ένα άγαλμα, ο παίκτης έπρεπε να πλήξει το κεφάλι με την πλάστιγγα (κότταβος κατακτητός).

Άλλα παιχνίδια ήταν η πεσσεία ή πεττεία, είδος επιτραπέζιου παιχνιδιού, κάτι σαν το σημερινό σκάκι και παιζόταν πάνω σε ένα αβάκιο με πεσσούς. Το παιχνίδι αναφέρεται και από τον Όμηρο «πεσσά πεντάγραμμα», οι κανόνες και οι λεπτομέρειες μας είναι άγνωστες, αλλά αντικειμενικός σκοπός ήταν η εξουδετέρωση του αντιπάλου, όπως στο σκάκι. Η κυβεία παιζόταν με κύβους που τους έριχναν στον αέρα. Οι κύβοι ήταν βώλοι με έξι πλευρές που είχαν επάνω αριθμούς.

Πολύ δημοφιλές παιχνίδι ήταν και η «κυβίστησις», αυτό που λέμε σήμερα κωλοτούμπα, τα χέρια στο έδαφος και τα πόδια ψηλά. Η κυβίστησις γινόταν πάνω σε ξίφη και προκαλούσαν τον θαυμασμό. Οι κυβιστήρες ήταν γνωστοί από την ομηρικά εποχή, κάτι σαν τους σημερινούς ακροβάτες και θαυματοποιούς που διασκέδαζαν τους συμποσιαστές.

Ο Αστραγαλισμός παιζόταν με πεσσούς, κύβους ή κόττα (αστράγαλοι/κότσια μικρών μηρυκαστικών), τα οποία τοποθετούσαν μέσα σε κύκλο και τα χτυπούσαν από κάποια απόσταση. Όσα έβγαζαν με το χτύπημα έξω από τον κύκλο, τόσα κέρδιζαν. Το ίδιο παιχνίδι παιζόταν με ξηρούς καρπούς, αμύγδαλα και καρύδια, μικρά στο μέγεθος.

Τα συμποσιακά ακροάματα και θεάματα εξελίχτηκαν στα χρόνια της ρωμαϊκής εποχής και αποτελούσαν θιάσους ακροαμάτων με κιθαρωδούς, αυλητρίδες, χορευτές, οι οποίοι διασκέδαζαν τους παρισταμένους ακόμα και με βωμολοχίες.

Στο τέλος του συμποσίου το τελευταίο ποτό το έπιναν σαν σπονδή στον θεό Ερμή, προστάτη του Ύπνου, ο οποίος φέρνει ανάπαυση και λήθη. Βέβαια δεν πήγαιναν όλοι για ύπνο, αλλά κάποιοι συνέχιζαν τη νύχτα τους με τον «κώμο» Το κωμάζειν, όπως λεγόταν, ήταν η συνέχεια της διασκέδασης στο δρόμο. Κυρίως οι νέοι έβγαιναν με δάδες και στεφανωμένοι, φορώντας προσωπίδες τραγουδούσαν και χόρευαν με συνοδεία αυλού. Συνηθιζόταν από παλιά μια αναφέρεται από τον Ηρόδοτο, «πίνειν τε πάντας και κώμω χράσθαι εις αλλήλους».