«Η ανακωχή του Μούδρου» της Αντιγόνης Καρύτσα«Η ανακωχή του Μούδρου»

Τον Αύγουστο του  1914 είχε ξεκινήσει ο Α΄ παγκόσμιος πόλεμος και 4 χρόνια αργότερα όδευε στο τέλος του. Δύο μεγάλοι συνασπισμοί συγκρούστηκαν με οδυνηρές συνέπειες .Οι Κεντρικές Αυτοκρατορίες ηττήθηκαν  από τις δυνάμεις της Αντάντ. Το 1918 η Γερμανία, καταρρακωμένη ήταν έτοιμη να υπογράψει ανακωχή και η οθωμανική Αυτοκρατορία βρισκόταν σε στρατιωτική, οικονομική και πολιτικής αποσύνθεση.

Στις 22 Σεπτεμβρίου φθάνουν στην Αθήνα από τη Σμύρνη δύο Τούρκοι διπλωμάτες όπου και ζητούν από τον Άγγλο πρέσβη στην Αθήνα, Γκρανβίλ τη σύναψη ανακωχής. Στις 25 Σεπτεμβρίου ο Γάλλος στρατηγός Φρανσαί ντ’ Εσπεραί έλαβε εντολή από το ανώτατο συμβούλιο της Αντάντ να κατευθύνει την αγγλική στρατιά που βρισκόταν στη Μακεδονία προς την Κωνσταντινούπολη, ενώ ο Άγγλος στρατηγός Μιλν που διοικούσε επτά μεραρχίες στο μέτωπο της Βουλγαρίας διατάχθηκε να κινηθεί προς τη γραμμή Αδριανούπολης – Δεδέαγατς και με τρεις φάλαγγες και  να ξεκινήσει την προέλαση προς  την Κωνσταντινούπολη.

Την ίδια μέρα παραιτήθηκε η κυβέρνηση των Νεότουρκων υπό τον Ταλαάτ και σχηματίστηκε μια άλλη από τον Χαλίλ μπέη. Οι διαπραγματεύσεις για την ανακωχή μεταξύ Αντάντ και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ξεκίνησαν στα τέλη Σεπτεμβρίου στο λιμάνι του Μούδρου στην Λήμνο, απέναντι από τα Δαρδανέλια και διεξήχθησαν από τον Άγγλο ναύαρχο Σόμερσετ Κάλθορπ χωρίς όμως τη συμμετοχή Γάλλου η Ιταλού εκπροσώπου.

Στις 14 Οκτωβρίου φτάνει στον Μούδρο ο Τούρκος υπουργός ναυτικών Χουσεΐν Ραούφ για να ολοκληρώσει τις διαπραγματεύσεις και να υπογράψει το τελικό κείμενο, κάτι που έγινε στις 17 Οκτωβρίου. Η ανακωχή υπογράφτηκε  στο αγγλικό θωρηκτό «Αγαμέμνων», μεταξύ του ναυάρχου Κάλθορπ, πληρεξούσιου των Συμμάχων και των αντιπροσώπων του Σουλτάνου.

Η ανακωχή του Μούδρου ήταν η προσωρινή συμφωνία για τη λήξη των εχθροπραξιών μεταξύ της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και της Εγκάρδιας Συνεννόησης, με την οριστική συμφωνία να εκκρεμεί με τις μεταπολεμικές διαπραγματεύσεις για τις τελικές διευθετήσεις.

Το περιεχόμενο του κειμένου αποτελούσε ουσιαστικά μια άνευ όρων παράδοση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με ταπεινωτικούς όρους που ουσιαστικά προέβλεπαν την κατάλυση της κυριαρχίας της πάνω στα εδάφη που ως τότε κατείχε.

Οι όροι της συνθήκης προέβλεπαν τη συνολική αποστράτευση του τουρκικού στρατού, την  παράδοση των τουρκικών πολεμικών πλοίων, των όπλων και των παραθαλάσσιων οχυρών των στενών της Καλλίπολης στους Συμμάχους, το άμεσο άνοιγμα των Στενών και την ελεύθερη ναυσιπλοΐα στην περιοχή.

Ακόμη οι Τούρκοι αναλάμβαναν την υποχρέωση να παραδώσουν άμεσα όλους τους Γερμανούς και Αυστριακούς αξιωματικούς που βρίσκονταν στα εδάφη τους, να εφοδιάσουν τις συμμαχικές αποστολές με εφόδια και καύσιμα και να εκκενώσουν στρατιωτικά τις περιοχές της Μεσοποταμίας, Κιλικίας, Παλαιστίνης, Συρίας και Αρμενίας (εδάφη που είχαν διανεμηθεί ήδη μεταξύ Άγγλων και Γάλλων με τη μυστική συμφωνία Σάικς – Πικώ το 1916).

Από την άλλη πλευρά οι Σύμμαχοι αποκτούσαν το δικαίωμα να καταλάβουν οποιοδήποτε στρατηγικό σημείο της Αυτοκρατορίας έκριναν αυτοί σκόπιμο καθώς και να καταλάβουν στρατιωτικά τις πετρελαιοφόρες περιοχές του Βατούμ και της Μοσούλης.

Η Αγγλία όμως, λόγω έλλειψης στρατευμάτων δε μπόρεσε να καταλάβει τις αχανείς αυτές εκτάσεις και περιορίστηκε στην κατάληψη της Κωνσταντινούπολης και των Στενών. Εξάλλου και αυτή έβγαινε οικονομικά τραυματισμένη από τον «Μεγάλο Πόλεμο». Χαρακτηριστικό της αδυναμίας να επιβάλλει τους όρους της ανακωχής ήταν η άρνηση του Κιαζήμ Καραμπεκίρ να διαλύσει τις έξι μεραρχίες του στην περιοχή του Καυκάσου, δυνάμεις που αποτέλεσαν βασικό πυρήνα του στρατού του Μουσταφά Κεμάλ μόλις ένα χρόνο μετά.

Στην ουσία η συνθήκη  είναι ο θρίαμβος της αγγλικής πολιτικής, η οποία παραμερίζει τη Γαλλία και την Ιταλία από αυτόν το στρατηγικό χώρο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οι δύο χώρες δυσαρεστήθηκαν καθώς είχαν βλέψεις στην περιοχή. Η Αγγλία στην ουσία γίνεται διάδοχος της Γερμανίας στα εδάφη αυτά. Ο ανταγωνισμός των Συμμάχων και η αντιζηλία μεταξύ τους δεν επέτρεψαν την εφαρμογή των όρων της ανακωχής. Ενώ στην Οθωμανική Αυτοκρατορία επήλθε πολιτικό, διπλωματικό και στρατιωτικό χάος καθώς περιήλθε στη διάθεση των νικητών. Οι ελληνικοί πληθυσμοί, για πρώτη φορά, μετά από τα σκληρά καταπιεστικά μέτρα που δοκίμασαν στη διάρκεια του πολέμου ειδικότερα στη Σμύρνη  καθώς και στην Κωνσταντινούπολη πανηγύριζαν.

Τα αποτελέσματα της ανακωχής δεν άργησαν να φανούν. Οι ταπεινωτικοί όροι  για την Οθωμανική Αυτοκρατορία οδήγησαν στην ανάπτυξη του τουρκικού εθνικισμού ακόμη και στην ίδια την Κωνσταντινούπολη που πολύ γρήγορα στράφηκε εναντίον των Ελλήνων της Μικράς Ασίας. Η συνέπεια αυτής της συνθήκης ανακωχής ήταν να χειροτερέψουν οι συνθήκες επιβίωσης των χριστιανικών πληθυσμών.

Αμέσως μετά την ανακωχή η Ελλάδα συμμετείχε στην εκστρατεία της Κριμαίας και λίγο αργότερα το Νοέμβριο του 1919 θα ακολουθήσει η υπογραφή της συνθήκης του Νεϊγύ.